Αρχείο ετικέτας ΤΟ ΚΟΛΟ

ανένταχτες εκδόσεις από άλλον τόπο και χρόνο για ελεύθερα μυαλά

ΟΤΙ ΣΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΑΗΔΙΑ, ΚΑΝΤΟ ΠΟΙΗΣΗ

Τι είναι ποιητής;
Αυτός που ποιεί
Με αυτή την έννοια ποίηση είναι
όλες οι μορφές τέχνης
Η μουσική, η ζωγραφική,
το φώς του ήλιου και οι καταστρεπτικές του ιδιότητες
η γέννηση ενός φυτού ή ζώου ή κάποιου στίχου…
και ο θάνατος αυτών
Ποίηση είναι και η δουλειά του υδραυλικού, του ηλεκτρολόγου
Του ελαιοχρωματιστή
Αλλά μεγαλύτερη απ’ όλες
είναι αυτή του σκουπιδιάρη
που μας καθαρίζει
απ’ όλα τα σκατά, ώστε να μπορούμε
να τα ξανακάνουμε
Ποίηση είναι αυτό!
Έτσι κι εγώ—σαν γνήσιος ρακοσυλλέκτης—μαζεύω όλα αυτά τα σκουπίδια
Όλα τα σκατά που πετάτε τριγύρω
Τα συγκεντρώνω όλα για πάρτι μου
και δεν αποχωρίζομαι κανένα, για κανέναν λόγο
αφήνοντας έτσι όλους εσάς
καθαρούς και αποστειρωμένους
να λάμπετε μες την άγνοια σας.
Έτσι, μέσα σε όλη αυτή τη δυσωδία
των απορριμμάτων και των περιττώματών σας
Κάνω την ιεροτελεστία μου…
Τα βάζω όλα σε ένα μεγάλο καζάνι,
Τα ανακατεύω
Και μετά πηδάω κι εγώ μέσα
κι έπειτα βγαίνω γεμάτος από την πιο σιχαμερή  ποίηση
που εσείς οι ίδιοι με κάνατε να νοιώσω
Έτσι πιάνω μια λευκή κόλλα χαρτί
και πιέζω πάνω την παλάμη μου
τη ψυχή μου
έτσι ώστε να αποτυπωθεί
όλη η αηδία μου για σας και τον πολιτισμό σας,
Ότι πιο άχρηστο.
Ε, με αυτή την έννοια,
Ναι,
Είμαι ποιητής!

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο του Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

…κατεβάστε το από τη βιβλιοθήκη μας

δίχως τίτλο

Δεν με τρομάζει ο κόσμος σου
Μόνο που τον λυπάμαι
Τα βήματα του να ακολουθήσω δεν αντέχω
Και όλο με διώχνει να φύγω
Να μην του χαλάω τις γραμμές
Εγώ από γραμμές δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω
Τις διαταγές δεν τις φοβάμαι
Και πάλι τους λυπάμαι
Άνθρωπος σ’ άνθρωπο να δίνει διαταγές
Μάτια να βγάζει και να βαράει προσοχές
Μα δεν με νοιάζει γιατί ο φόβος είναι δικός σου και δικό τους
Και τις αμαρτίες μου τις πλήρωσα ακριβά
Μα η αρρώστια στο μυαλό δεν λέει να φύγει
Σαν τιμωρία από αμάρτημα παλιό
Σαν του μεσημεριού την Καλοκαιρινή τη θλίψη
Όλο σε βλέπω μες τον κόσμο να γελάς
Να με καλείς με χάδια στον ρυθμό σου
Μα εγώ θα κρύβομαι σε υπόγειες χαρές
Μέσα σε μέρες βαθιές και σκοτεινές
Με τα ταξίδια μου στα βάθη της ψυχής
Και τα δικά σου στην άκρη αυτού του κόσμου
Εγώ να νοιώθω πως δεν με χωράει πια εδώ
Μα εσύ γλεντάς, χορεύεις και γελάς
Εγώ δακρύζω, πονάω και χτυπιέμαι
Και ο πόνος του κορμιού δεν με αγγίζει
Μα της ψυχής οι πληγές οι ξεσκισμένες
Δε λεν να κλείσουν μα μένουν ζωντανές
Να μου θυμίζουν πως ακόμα ζω και υπάρχω
Δεν τις αντέχω τις ατέλειωτες τις μέρες
Πια δεν αντέχω συνέχεια να ζω
Ένα διάλλειμα σχολικό μου έχει λείψει
Αλλά κουδούνι δεν ξέρω που να βρω

Γιώργος

Ένας τρόπος να διαβάσεις σύγχρονη ποίηση

Ένας τρόπος να διαβάσεις σύγχρονη ποίηση είναι,
την ώρα που θα είσαι κλεισμένος στην τουαλέτα
—χέζοντας με το βιβλίο στο χέρι—
να προσπαθείς να συγκεντρωθείς ενώ το τηλέφωνο χτυπά,
η γιαγιά και η θεία σου να φωνάζουν συζητώντας,
ο πατέρας σου να κοιμάται,
κι εσύ να κουνάς το χέρι σου χαρωπά
με την ηλίθια χορευτική μελωδία του κινητού που ακούγεται, γελοιοποιώντας την όλη κατάσταση,
καθώς το βιβλίο με όλες τις έννοιες  του και όλη του τη σοφία,
περιμένει υπομονετικά στα γόνατα σου
και οι «οσμές» από τα περιττώματα σου,
να σου πνίγουν τη μύτη!

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο  Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου. Κατεβάστε το από εδώ

Cannibal Corpse

Δεν θυμάμαι τι ώρα γύρισα σπίτι και σίγουρα δεν ήτανε νωρίς. Ξύπνησα όμως αρκετά νωρίς το πρωί, με κάτι φριχτούς πόνους στον αυχένα και τις ωμοπλάτες. Νύσταζα ακόμη και το κεφάλι μου γυρνούσε από τα ποτά που είχαν προηγηθεί, αλλά μου φαινότανε αδύνατο να συνεχίσω τον ύπνο μου. Τα αυτιά μου είχαν αυτό το τρομερό βουητό που συνηθίζουν να έχουν κάθε φορά που γυρνάω από συναυλία και ιδιαίτερα το αριστερό αυτί που, κάποια φορά, θέλοντας να δω τι αποτελέσματα θα έχει, είχα κολλήσει  το κεφάλι μου πάνω σε ένα ηχείο που ήταν για να καλύπτει ηχητικά έναν συναυλιακό χώρο. Είχε πειραχτεί το τύμπανο του αριστερού μου αυτιού και τα αποτελέσματα αυτού, τα ένιωθα μετά από κάθε συναυλία. Ένα φριχτό βουητό που αν δεν είχα και το δεξί αυτί για να ακούω, δεν θα άκουγα τίποτα παρά μονάχα αυτό το βουητό. Υπέροχα δηλαδή. Όλα επέμεναν να μου θυμίζουν την προηγούμενη νύχτα. Τι είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα; Τόλμησα να παραβρεθώ στην συναυλία των Cannibal Corpse!

Είχα πάει από νωρίς στο σπίτι ενός φίλου να προετοιμαστούμε για τη συναυλία. Ακούγαμε μουσική και πίναμε μπύρες συνοδευόμενες με σφινάκια τσίπουρο και τηγανιτά μανιτάρια(!?!). Είχαμε φτιάξει ήδη κεφάλι όταν έφτασε η ώρα να φύγουμε. Η συναυλία θα ξεκίναγε 8, αλλά γνωρίζοντας καλά τις ελληνικές  διοργανώσεις, ξέραμε πως θα καθυστερήσει. Όταν φτάσαμε έξω από το Αν ήταν 8:30 και όλος ο κόσμος περίμενε απ’ έξω. Ήταν μαζεμένοι όλοι οι κάφροι της Αθήνας αλλά ήταν και κάτι γκομενάκια που δεν περίμενα να δω εκεί. Οι ηλικίες ήταν από 20 ως 40, καλό αυτό. Πήγαμε δίπλα στο σουβλατζίδικο να πάρουμε μπύρα περιμένοντας να ανοίξουν οι πόρτες. Εκεί ήταν και ένας άλλος φίλος που είχε έρθει για την συναυλία και σχολίασε χαρακτηριστικά πως ήμασταν «φέσι». Μια χαρά ήμασταν, απλά προετοιμασμένοι για την συναυλία. Σε λίγο ανοίγουν οι πόρτες και αρχίζει να μπαίνει μέσα ο κόσμος. Θα παίζανε στην αρχή οι Unkraft και οι Disavowed για να προετοιμάσουν το έδαφος στους κανίβαλους. Μπαίνοντας, η πρώτη μπάντα είχε αρχίσει ήδη να παίζει. Κλασικά, γαμημένες ελληνικές διοργανώσεις. Το ιδιαίτερο που είχε αυτή η μπάντα ήταν πως είχε τον ντράμερ  να κάθεται μπροστά αντί για πίσω. Χταπόδι ο ντράμερ τους και ο ήχος τους έμοιαζε με τον ήχο των Cannibal corpse, αλλά δεν ήτανε τόσο καλοί όσο οι Cannibal. Δεν γνώριζα τις μπάντες που παίζανε στην αρχή κι έτσι δεν ήξερα σε ποια από τις δυο μπάντες ποιο όνομα ανήκει. Ο κόσμος φαινότανε να έχει άγριες διαθέσεις και μπροστά στην σκηνή είχε αρχίσει ήδη ένα ανελέητο headbanking και ο χορός του θανάτου που θα έπρεπε να το σκεφτείς διπλά αν θελήσεις να μπείς κι εσύ. Είπαμε να κρατήσουμε ενέργεια για μετά κι έτσι πήγαμε να τους απολαύσουμε από το μπαρ συνεχίζοντας να πίνουμε την άθλια ληγμένη μπύρα που σερβίρανε, μη έχοντας εναλλακτική επιλογή. Η δεύτερη μπάντα που βγήκε (Unkraft ή Disavowed;) ήταν καλύτερη και ο ήχος τους πιο punk death core. Στρώνανε το χαλί προετοιμάζοντας το έδαφος για τους Cannibal Corpse. Πολύ καλοί! Μόνο που κι αυτοί είχανε τον ντράμερ μπροστά. Έτσι παρατήρησα πως πίσω υπήρχε μια σκεπασμένη ντραμς. Πίσω περιμένανε τα ντραμς των κανίβαλων υπομονετικά μέχρι να αρχίσουν να δέχονται τα θανατηφόρα χτυπήματα της μπάντας όπου ανήκανε. Cannibal Corpse!!!

Κάποια στιγμή βλέπω ένα όμορφο και μικρό κοριτσάκι να έχει έρθει στο μπαρ για μπύρα! Με εντυπωσιάζει το γεγονός αυτό κι έτσι της λέω πως είναι πολύ μικρή και όμορφη για να παραβρίσκεται σε μια τέτοια κάφρικη συναυλία. Αυτή μου απαντάει πως δεν είναι μικρή και πως είναι 26 χρονών. «Ωραία, και γουστάρεις τους Cannibal Corpse, έτσι;» «Ναι!» μου απαντάει και φεύγω να πάω μπροστά να χτυπηθώ λίγο. Κλασικός μαλάκας μεταλάς, τι περιμένεις τώρα.

Το άλλο το απίστευτο, είναι που ήρθε ένα ερωτευμένο ζευγαράκι να παρακολουθήσει τη συναυλία. Δεν φαινόντουσαν καν για μεταλάδες και τους είπα πως με εντυπωσιάζουν. Τους ρώτησα, «πώς κι έτσι;» και μου απάντησαν πως η κοπέλα του είναι μουσικός! Αυτό είναι, οι μουσικοί ξέρουν να εκτιμούνε το καλό. Μετά έρχεται ένας τύπος λιωμένος στον ιδρώτα από τον χορό του θανάτου και το ανελέητο  headbanking να ζητήσει μπύρα. Ήταν εύσωμος, ψηλός και γεμάτος tattoo. Είχε ξυρισμένο κεφάλι και φάτσα υπερφυσικού μπέμπη. «Με το εισιτήριο δεν παίρνεις μπύρα;» «όχι, η μπύρα έχει 3 ευρώ.» «όχι ρε φίλε τι θα κάνω τώρα…;» είπε απελπισμένος. «Μη σε νοιάζει τίποτα ρε, θα κανονίσω εγώ!» του λέω που δεν με ένοιαζε να τον κεράσω μια μπύρα. Γυρνώντας το κεφάλι μου στο μπαρ,  βλέπω να έχει ετοιμάσει ήδη ένα ποτήρι μπύρα η barwoman και να ετοιμάζει ένα δεύτερο που προφανώς κάποιοι είχανε παραγγείλει. Δεν το σκέφτομαι καθόλου, δεν ρωτάω καν και παίρνω το ποτήρι και του το δίνω. Τον συγκίνησα φαίνεται τον γορίλα και με πιάνει με τα τεράστια χέρια του και μου δίνει ένα φιλί ευγνωμοσύνης στα γένια μου! Αλληλεγγύη, είναι καλά παιδιά αυτοί οι μεταλάδες. Ούτε ευχαριστώ, ούτε μαλακίες. Το ευχαριστώ το έδειξε με την κίνηση του. Παίρνει το ποτήρι και χώνεται ξανά στο πλήθος να συνεχίσει το headbanking. Το θέμα είναι πως κανείς δεν μου ζήτησε λεφτά γι’ αυτό το ποτήρι. Ήταν να το πάρει, και το πήρε.

Με τα πολλά, άρχισαν να ακούγονται οι δοκιμές των οργάνων και οι ρυθμίσεις από τους τεχνικούς των Cannibal Corpse. Ακούγοντας τον ήχο της κιθάρας, σε προϊδέαζε για το τι θα ακολουθούσε. Θανατηφόρος! Έπειτα οι ρυθμίσεις των τύμπανων που τα ξεκουρδίζανε ίσα που να πάλλονται και να έχουν έναν ήχο, σαν κλωτσιά στο στομάχι. Το πλήθος άρχισε να καλεί την μπάντα φωνάζοντας δυνατά Ca-nni-bal Ca-nni-bal… και η ατμόσφαιρα ήταν έτοιμη να εκραγεί. Οι Cannibal Corpse ετοιμαζόντουσαν να τινάξουν στον αέρα τον χώρο με εμάς να πεταγόμαστε εδώ κι εκεί. Όλα μυρίζανε μπαρούτι και η κόλαση άρχισε να βράζει κάτω από τα πόδια μας. Και τότε, βγήκανε. Δεν θυμάμαι αν χαιρέτισαν πρώτα ή αρχίσανε να παίζουνε κατευθείαν, αυτό που θυμάμαι, είναι πως μας τίναξαν όλους στον αέρα και χτυπιόμασταν κάτω σαν χταπόδια. Ένα κύμα απίστευτης ενέργειας!

Αρχίσαμε όλοι να κάνουμε το πιο ανελέητο headbanking που μπορούσαμε και να γυρνάμε εδώ κι εκεί σαν τρελοί. Κάποια στιγμή, χάνω την ισορροπία μου και πάω να πέσω. Αυτό ήταν, λέω, θα με ποδοπατήσουν και δεν θα βγώ με τίποτα ζωντανός από δω μέσα. Μόλις με είδαν, με έπιασαν αμέσως οι διπλανοί μου και με βοήθησαν να σηκωθώ. Να ‘ναι καλά τα παιδιά, με έσωσαν από βέβαιο θάνατο. Και μετά, μη έχοντας βάλει μυαλό, ξαναχώθηκα στο χαμό και από το headbanking νόμισα πως θα μου ξεκολλήσει το κεφάλι. Οι Cannibal έπαιζαν αφηνιασμένα και όλο το Αν βρισκόταν σε μια συνεχή έκρηξη από τους θανατηφόρους ρυθμούς τους.

Ο τραγουδιστής των Cannibal, εξαιρετικός. Γνήσια κάφρικη φωνή με βάρος και βάθος υπονόμου που έφτυνε την βρωμερή ψυχή του στα μούτρα μας. Ακούραστος, αφού όποτε άφηνε το μικρόφωνο δεν σταμάταγε το headbanking ούτε για δευτερόλεπτο. Η υπόλοιπη μπάντα, καταπληκτική! Θανατηφόροι μουσικοί, πολύ δεμένοι μεταξύ τους, που προκαλούσαν οστικό κύμα καταστρέφοντας τα πάντα στον δρόμο τους με την ένταση και την τεχνική που παίζανε. Κι όμως, τεχνική, απίστευτη βρώμικη τεχνική! Απίστευτα τύμπανα, απίστευτες κιθάρες, απίστευτο μπάσο, έκαναν το Αν να δονείται τόσο πολύ, που έλεγες πως σύντομα θα καταρρεύσει και δεν θα βγεί ζωντανός κανείς από κει μέσα. Αν όχι η πιο εκρηκτική, από τις πιο εκρηκτικές συναυλίες που έχω βρεθεί.

Όταν σταμάτησαν τους κανιβαλισμούς τους, νιώθαμε όλοι κατάκοποι με πόνους στο σβέρκο από το headbanking, γρατσουνιές και μελανιές παντού από τον χορό του θανάτου και τον ιδρώτα να στάζει στο λεηλατημένο πάτωμα του κακόμοιρου του Αν. Εξοντωμένοι όπως ήμασταν κινήσαμε για τον δρόμο της επιστροφής, μη έχοντας άλλο κουράγιο για συνέχεια σε κάνα μπαρ για ποτό. Σταματήσαμε το πρώτο ταξί που βρέθηκε στον δρόμο μας και πήγαμε σπίτι έχοντας την ικανοποίηση πως ζήσαμε μια από τις καλύτερες συναυλίες του είδους. Αυτό ήταν! Έτσι, για να έχουμε να λέμε κάτι στα εγγόνια αν προλάβουμε να γεράσουμε και δεν αφήσουμε τα κόκαλα μας σε κάποια άλλη συναυλία.

Υ.Γ. πονάει απίστευτα ο αυχένας μου… πως θα πάω αύριο στη δουλειά…;

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο του, Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

Το λεξιλόγιο του καλού αποθηκάριου.

Έχει ως εξής:

Αντάμπαρα: το αντάμπαρα είναι η πρώτη λέξη που πρέπει να μάθεις, μετά το τουρουτουτούρου βέβαια. Το αντάμπαρα το χρησιμοποιούμε όταν μια κατάσταση έχει καλώς. Για παράδειγμα όταν ρωτάμε: την έβγαλες την παραγγελία; Απαντάμε με αυτή τη λέξη.

Τουρουτουτούρου: το τουρουτουτούρου το χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να πούμε πως κάτι είναι σε εξέλιξη. π.χ. “να δέσω αυτό το κιβώτιο;” η απάντηση είναι τουρουτουτούρου. Το τουρουτουτούρου ήταν και η πρώτη λέξη που βγήκε και πάει με όλα.

Ουασάλαπα: αυτή η λέξη ακολουθεί τις δυο προηγούμενες και είναι το συμπέρασμα των δυο πρώτων. π.χ. αντάμπαρα+τουρουτουτούρου=ουασάλαμπα. Δηλαδή όλα έχουν γίνει όπως πρέπει.
Τραβουντέι: αυτή η λέξη χρησιμοποιείται όταν κάτι συμβαίνει. π.χ. τι έχεις ρε? Τραβουντέι! Ο συνομιλητής καταλαβαίνει πως κάτι έχεις.

Γκαγκανιέλα: αυτή η λέξη είναι συμπερασματική και κι ενδεικτική παράλληλα. Δηλαδή παίρνω χαμπάρι τι γίνεται.

Αμπέμπα μπεάκουε: χρησιμοποιείται ως ονομαστική λέξη για κάποιο πρόσωπο.

Γιουπρουκρούτνι: δείχνει μια κατάσταση… περίεργη.

Αλ Μαχμούτ γουασάλαπα: αυτή η λέξη είναι για πολύ προχωρημένους και δεν θα καταλάβεις.

Γουασάλαπα πάπαλα!: η κατάληξη και το τέλος μια κατάστασης.

Μπάκα—μπάκα: αυτή η λέξη προσδιορίζει πως όλα εξελίσσονται καλώς.

Αβαβά!: αυτή η λέξη δείχνει μια κατάσταση. Λέμε η κατάσταση είναι αβαβά!

Κουρκουτέλια!: αυτή η λέξη σημαίνει πως όλα είναι ανακατεμένα και μπερδεμένα.

Πιπιρικιτίκι: λέξη πειραχτική με αίσθηση χιούμορ κι επίσης δύσκολη για νέους χρήστες να την κατανοήσουν.

Ούμα πάρα ούμα: ε, μη θέλεις να τα ξέρεις και όλα… αυτό δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνει. Ας κρατήσουμε και κάτι για μας να συνεννοούμαστε χωρίς να καταλαβαίνουν οι επιτήδειοι

Ασάταρα—τάταρα: αυτή η λέξη σημαίνει το αυτονόητο. Ότι όλα είναι φώς φανάρι.

Σούξου μούξου τουρουρού: κουραφέξαλα! Αυτό δεν σημαίνει τίποτα!

Πλίτσι—πλίτσι: θα στάξεις!!!

Τσίντσιρι: σκατά στα μούτρα σας βρομώπουστες, μαλάκες ανυποψίαστοι.

Αφού λοιπόν μάθεις να χρησιμοποιείς αυτές τις λέξεις στο καθημερινό σου λεξιλόγιο, είσαι έτοιμος να πιάσεις δουλειά ως χαμάλης σε μια αποθήκη χωρίς μησθό και ΙΚΑ, αλλά με πολλούς ΡΟΥΦΙΑΝΟΥΣ!
Εμπρός λοιπόν άξιε νέε!

Μοιχάλης Μοίχος

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2006

*από το βιβλίο  Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

Μια φορά κι έναν καιρό…

Μια φορά κι έναν καιρό σε κάποιον άλλο κόσμο, που καμία σχέση δεν έχει με τον δικό μας συνέβησαν τα εξής:

Ήταν νωρίς το πρωί όταν ο Νίκος σηκώθηκε να πάει στη δουλειά του. Δεν μπορούσε να λείψει γιατί θα την έχανε αν δεν παρουσιαζόταν. Τα δάνεια κόντευαν να τον πνίξουν, η πρώην γυναίκα του ζητούσε ολοένα και πιο μεγάλη διατροφή. Οδηγούσε αμέριμνος. Πέρασε με το αυτοκίνητο του μπροστά απ’την πλατεία.” Παλιά υπήρχαν δέντρα εδώ, τώρα φύτρωσαν κάμερες” λέει στον εαυτό του. “Δεν πειράζει που τα έκοψαν όλα πάντως, τουλάχιστον μπορώ να βρω πάρκινγκ.”

Φτάνει με κάποια λεπτά καθυστέρηση στη δουλειά του. “Ο διευθυντής ζήτησε να σε δει” του είπε βιαστικά η γραμματέας καθώς έτρεχε για να πάει για ψώνια στο νέο μεγάλο εμπορικό κατάστημα που άνοιξε στην περιοχή. Ο Νίκος ένιωθε πνιγμένος.” Τι να θέλει τώρα?” σκεφτόταν από μέσα του.

Μπαίνει στο γραφείο. Ο διευθυντής όταν τον βλέπει κουμπώνει το παντελόνι του, δένει τη ζώνη του και διώχνει τις γυμνές υπαλλήλους του. “Καλώς τον” λέει με ευδιάκριτη ειρωνεία. “Γιατί άργησες? Ξέρεις καλά ότι τα θύματα (όπως συνήθιζε να λέει τους καταναλωτές των προϊόντων του) ολοένα και αυξάνονται. Το ίδιο και οι απαιτήσεις μου από σένα. Το τσιπάκι σου έδειξε ότι δεν εργάζεσαι αρκετά για να πλουτίσω περισσότερο, και ότι δεν ακολούθησες κατά γράμμα τις εντολές που σου έδωσα για το πώς να ζεις. ΑΠΟΛΥΕΣΑΙ.”

Ο Νίκος γύρισε σπίτι. Άνοιξε την τηλεόραση. Ήταν απαραίτητη για κάθε σπίτι. Ακόμη και τα παιδιά στο σχολείο καλλιεργούσαν το πνεύμα τους μέσω αυτής. Είδε κάποιους μεσσίες, οι οποίοι έταζαν πράγματα στον κόσμο αλλά ποτέ δεν τηρούσαν τις υποσχέσεις τους. Δεν καταλάβαινε ποτέ όμως πως εκλέγονταν πάντα αυτοί. Ο μεσσίας ενός κόμματος μίλαγε για την πάταξη της τρομοκρατίας. Οι τρομοκράτες έσπασαν πάλι μία τζαμαρία ενός πολυεθνικού καταστήματος και έγραψαν συνθήματα στον τοίχο. Καταστρέφουν τον κόσμο υποστήριξε ο μεσσίας.

Κυριακή πρωί. Ο Νίκος σηκώθηκε για να πάει στην εκκλησία να παρακαλέσει τον Θεό να τον σώσει και να αναστήσει τη καημένη τη μητέρα του που πέθανε πέρσι. Πηγαίνει στην εκκλησία προσεύχεται και φιλάει κάποιες ζωγραφιές σε ξύλο. Πιθανώς πίστευε ότι θα τον βοηθήσουν να συνεχίσει τη ζωή του. Μόλις φεύγει απ’το ιερό για εκείνον μέρος κατά λάθος χτυπάει το κεφάλι του σε κάποια εικόνα και του φεύγει το τσιπάκι. Ένιωσε για λίγα δευτερόλεπτα να ξεθολώνει το μυαλό του και να βλέπει καθαρά ότι ζει σε μία απάτη. Συνειδητοποιεί όμως ότι οι παρευρισκόμενοι στην εκκλησία τον είδαν σαν παρείσακτη απειλή. Αυτός άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει απ’το οργισμένο πλήθος . Δύο στενά πιο κάτω τον άρπαξε ένα χέρι. Ήταν τρομοκράτης. Δεν τον φοβόταν όμως. Σιγά-σιγά μαζεύτηκε όλη η ομάδα τρομοκρατών και του εξήγησε τα σχέδιά της. Αυτός δέχτηκε να τους βοηθήσει.

Αργά το βράδυ πηγαίνει με τους συντρόφους τους στη βουλή. Από αυτό το κτήριο δίνονταν εντολές στα τσιπάκια. Αφού μπήκαν αθόρυβα μέσα κατέβασαν τον διακόπτη που τα έθετε σε λειτουργία.

Μέσα σε μία ώρα είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία ένας μανιασμένος όχλος. Οι μεσσίες που κυβερνούσαν επιστράτευσαν κάποιους παράξενους τρομοκράτες. Τους αποκαλούσαν αστυνόμους. Δεν ήταν σαν εμάς. Φορούσαν κράνος και όχι κουκούλα και ήταν οπλισμένοι με θανατηφόρα όπλα και όχι πέτρες και ξύλα όπως εμείς. Όταν τους επιτέθηκαν πολλοί οπισθοχώρησαν και άλλοι έπεσαν νεκροί. Αυτός με κάποια άλλα στελέχη πήγαν στη βουλή. Εκεί είχαν μείνει λίγοι απ’τους αστυνόμους. Αφού τους σκότωσαν γρήγορα μπήκαν μέσα. Έπαθαν έκπληξη όταν είδαν όλους τους μεσσίες να φρουρούνται από μεγάλο αριθμό αστυνόμων. Ο Νίκος είχε πάρει τα μέτρα του. Δεν το είχε πει στους δικούς του. Ήταν ζωσμένος με εκρηκτικά. Ξέφυγε απ’τους αστυνόμους και άρχισε να κυνηγάει κάποιον απ’τους μεσσίες που μόλις τον είδε άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Έφτασαν σε ένα μικρό δωμάτιο. Όταν αντίκρισε το πρόσωπό του είδε ότι ήταν ο μεσσίας του αριστερού κόμματος. Άκουγε πυροβολισμούς. Οι σύντροφοί του σίγουρα είχαν πέσει. Ο μεσσίας του πρόσφερε μια θέση στην εξουσία και μεγάλο αριθμό χρημάτων. Αυτός το σκέφτηκε λίγο. Απάντησε” Ούτε ένας από σας δεν πρέπει να μείνει ζωντανός”. Και ακούγεται μια έκρηξη απ΄το κτήριο της βουλής. Κανείς δεν πρέπει να έμεινε ζωντανός.

Την αυγή το σύστημα είχε πέσει. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Κάποιοι έπρεπε να θυσιαστούν. Οι τρομοκράτες. Εκείνο το πρωί όλα τα λεφτά μαζεύτηκαν στην πλατεία και τα έκαψαν για να ζεσταθούν οι φτωχοί. Τα αστυνομικά τμήματα γκρεμίστηκαν και έγιναν παιδικές χαρές. Παντού φυτεύτηκαν δέντρα. Οι τράπεζες έγιναν ιδρύματα και οι εκκλησίες σχολεία. Όλες οι τηλεοράσεις καταστράφηκαν. Η βουλή τέλος έγινε χώρος για να γίνονται συναυλίες και εκδηλώσεις. Πλέον δεν κυβερνούσε κανείς. Όλοι ήταν τώρα ευτυχισμένοι.

Στους τοίχους γράφτηκε: ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ ΟΛΟΙ-ΟΛΟΙ.

Σπύρος

Ο ΔΕΣΜΙΟΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

κι όσοι από σας νομίζετε ψεύτικη την ιστορία αυτή
περιμένετε λίγα χρονάκια, ώσπου να επαληθευτεί

Kάποια στιγμή νομίζεις ότι όλα τελείωσαν. Και τότε η ζωή σπεύδει να σε διαψεύσει. Όλα καταρρέουν. Νιώθεις μόνος. Αβοήθητος. Ψάχνεις κάποιον να σε σηκώσει. Να σου δώσει το χέρι. Να σου μιλήσει. Να μιλήσει αληθινά όμως. Νιώθεις τόση δυστυχία, εδώ και χρόνια. Αρχίζεις να τη συνηθίζεις. Τώρα σου αρέσει! Δε σε ενοχλεί. Την αγαπάς. Αγαπάς την αρρωστημένη αυτή κατάσταση.

Κάποιος που είναι στο σκοτάδι για χρόνια, αυτό που λαχταρά περισσότερο είναι το φως. Κι όμως, όταν κάποιος ανοίξει την πόρτα της φυλακής του, και το φως ορμητικό, κατακλύζει το δωμάτιο, δεν μπορεί να το αντέξει. Κλείνει τα
μάτια του γιατί πονάνε. Θέλει πίσω το σκοτάδι του.

Έτσι, κάποια στιγμή έρχεται αυτός που περίμενες πολύ καιρό πριν. Άργησε αλλά ήρθε. Θέλει να σου ανοίξει τα μάτια. Να σου δείξει το δρόμο, να σου διδάξει τα μυστικά του φωτός. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο, θέλεις το σκοτάδι σου, το αγαπάς πλέον. Κι έτσι τον διώχνεις. Διώχνεις το μοναδικό πλάσμα που ενδιαφέρεται για σένα. Όμως, αυτό το πλάσμα που δεν το έχεις ξαναδεί στη ζωή σου, αν και είναι συνεχώς δίπλα σου, σε αγαπάει. Και δεν φεύγει. Επιμένει να σε σώσει.

Αν δεν δώσεις στο φυλακισμένο το σκοτάδι του γρήγορα, τα μάτια του καταστρέφονται. Έτσι, τυφλώνεται.
Κι έτσι, ο φίλος σου σου δείχνει το φως. Προσπαθεί να σε σώσει με όλη του τη δύναμη. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο πονάς. Η Αλήθεια είναι σαν καρφιά που καρφώνονται στο σώμα σου. Και εσύ τότε τρελαίνεσαι, χάνεις τα λογικά
σου. Τώρα βλέπεις μόνο ένα τέρας να σε τοξοβολεί με φωσφορίζοντα φαρμακερά βέλη.

Τώρα ο φυλακισμένος, τυφλός πλέον, ορμά εναντίον του άγνωστου εισβολέα. Κλείνει την πόρτα με μανία. Τώρα είναι και οι δυο στο σκοτάδι. Έχει πλεονέκτημα. Του επιτίθεται, τον σκοτώνει, και αφήνει το σκοτάδι να καλύψει τα ίχνη του εγκλήματος.

Όχι άλλο φως, τσιρίζεις. Τότε βγάζεις μια πολεμική κραυγή και επιτίθεσαι στο τέρας. Είναι ασύγκριτα δυνατότερο αλλά δεν αντιστέκεται. Αφού σε αγαπάει. Τα χέρια σου σφίγγεις γύρω από το λαιμό του και σε λίγο είναι νεκρό.
Όμως, το σώμα του φεγγοβολεί και το σκοτάδι δεν μπορεί να καλύψει τα ίχνη αυτού του εγκλήματος. Πρέπει να γίνει το φως σκοτάδι. Πώς όμως; Μα φυσικά! Φωτιά! Και φτιάχνεις έναν τεράστιο βωμό στα έγκατα της αβύσσου. Εκεί πάνω τοποθετείς τον φωτεινό άγγελο και ανάβεις τη φωτιά. Και το φως έγινε σκοτάδι, τα φτερά του έγιναν στάχτη και τα χρυσαφιά μαλλιά του έγιναν καπνός. Τώρα είσαι ελεύθερος να ζήσεις στο σκοτάδι σου.

Και τότε καταλαβαίνεις ότι μόλις πέθανες.

Θοδωρής

*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος του περιοδικού

Η ΟΛΟ ΒΛΑΒΕΣ ΛΟΛΙΤΑ

Ήταν ένα πρωινό στο Μεξικό όπου ο ήλιος ξεχνάει να δύσει… Οι πρωταγωνιστές μας κάθονται και πίνουν καφέ στην βεράντα του διώροφου σπιτιού τους… Όταν η Λολίτα ρωτάει τον Χόρχε αν ήθελε ένα πλούσιο πρωινό εκείνος της απαντά κοιτάζοντας την στα μάτια τα οποία λαμπύριζαν στο φως του ήλιου «Ναι, Λολίτα»… Η Λολίτα σαγηνευμένη τρέχει στην κουζίνα να φτιάξει το πλούσιο πρωινό του Χόρχε. Όπως έτρεχε, είχε ξεχάσει ότι είχε κλείσει την τζαμαρία και έτσι έπεσε επάνω της με αποτέλεσμα ένα γυαλί να πέσει στο χέρι της και να το κάνει κομμάτια… Ο Χόρχε χωρίς να καταλάβει τίποτα, φώναζε «Μωρή Λολίτα, κόκαλα έχουν τα νάτθοθ??».Και εκείνη απάντησε «Όχι Χόρχε, μιθό λεπτό μόνο!!» χωρίς να θέλει να καταλάβει τίποτα ο Χόρχε, η Λολίτα προσπαθούσε να κολλήσει πάλι το χέρι στον ώμο της. Όταν δεν έβρισκε άκρη, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάτι για να κολλήσει το χέρι της, πήγε τρέχοντας στο γραφείο του Χόρχε και βρήκε συρραπτικό και άρχισε να χτυπάει το χέρι της με μανία… Γεμάτη αίματα, φτάνει στην βεράντα και λέει στον Χόρχε με δάκρυα στα μάτια «Χόρχε… είδα μια κατθαρίδα θτο θυρτάρι του γραφείου θου!!!».Τότε, ο Χόρχε νευριασμένος λέει στη Λολίτα «Μωρή τεμπέλα πάλι κθέχαθες να βγάλειθ έκθω το πθώφιο ποντίκι??» Και τότε η Λολίτα απάντησε «Όχι Χόρχε μάλλον θα φταίει ο πθωφιος αθβός…» Τρέχει ο Χόρχε επάνω και βλέπει την κατσαρίδα στο συρτάρι… Άνοιξε τα μάτια τόσο πολύ που οι βολβοί των ματιών του πετάχτηκαν έξω και ούρλιαξε «Λολίίίίίίίταααααααα!!!!!!!». Όταν εκείνη με ένα χέρι του απάντησε «Χόρχε?». Κατεβαίνει ο Χόρχε σαν μανιασμένος ψάχνοντας απεγνωσμένα την Λολίτα… Εκείνη είχε κρυφτεί στο ντουλάπι που είχαν για να βάζουν τα παπούτσια τους. Η Λολίτα, τρομαγμένη καθώς ήταν, είχε ξεχάσει ότι το χέρι της έτρεχε αίμα και όπου πήγαινε άφηνε μικρές στάλες αίματος… Τότε ο Χόρχε ανοίγοντας το ντουλάπι βρίσκει την Λολίτα με το κομμένο χέρι και την τραβάει έξω από τα μαλλιά. Με το τράβηγμα αυτό ο Χόρχε ξερίζωσε όλα τα μαλλιά της με αποτέλεσμα να μείνει καραφλή. Άρχισε να την χτυπάει μανιωδώς στο κεφάλι ρωτώντας την γιατί η κατσαρίδα κυκλοφορούσε στο συρτάρι του γραφείου του… Καθώς την χτυπούσε στο κεφάλι όλα της τα δόντια έπεσαν στο πάτωμα του διώροφου σπιτιού… Η Λολίτα γεμάτη αίματα φώναζε «Χοθέέέέέέ Αρμάάάάντοοοο» Τότε ένας άντρας μικροσκοπικός μπαίνει μέσα στο δωμάτιο του τρόμου κλαίγοντας για την Λολίτα… Με το ντουφέκι του στον ώμο πυροβολεί με κλειστά μάτια και πετυχαίνει τη Λολίτα στο πόδι. Από το ουρλιαχτό και το χάος που επικρατούσε στο δωμάτιο έσπασε το τύμπανο της Λολίτας και έτσι έμεινε κουφή από το δεξί αυτί… Ο Χοσέ Αρμάντο από τον πανικό του πυροβολούσε όποιον έβρισκε μπροστά του με αποτέλεσμα να σκοτώσει τον Χόρχε, να σκοτώσει τον πιτσαδόρο που έφερνε την πίτσα, να σκοτώσει την γκόμενα του Χόρχε που ήταν κρυμμένη στην ντουλάπα με τα ρούχα, να σκοτώσει την κατσαρίδα και να πετύχει τη Λολίτα στο αριστερό μάτι… Η κουλή, καραφλή, φαφούτα, κουτσή, κουφή και πλέον τυφλή Λολίτα, πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα σε ηλικία 99 ετών… Και από τότε έζησαν αυτοί καλά (όσοι σώθηκαν δηλαδή)και εμείς καλύτερα….

By afro

*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος

ΜΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ (1)

Ως υπέρμαχος του «χρησιμοποιείστε τα ΜΜΜ» χρησιμοποιώ αρκετά συχνά το μέτρο και λιγότερο τα λεωφορεία.

Μέσα σε αυτά μπορείς να συναντήσεις όλων των ειδών τους ανθρώπους. Ανθρώπους που ποτέ σου δεν θα πίστευες πως υπάρχουν κάπου ανάμεσά μας και όμως…

Κατεβαίνεις τις κυλιόμενες. Κάθεσαι στην άκρη. Ουπς, κάποιος σε σπρώχνει να περάσει βιαστικά από δίπλα. Γιατί τρέχει? Δεν έχει καν φτάσει το μετρό.

Είσαι στη σήραγγα. Το μετρό φτάνει σε 2 λεπτά όπως φαίνεται στο κρεμαστό ταμπλό. Γρήγορα, ωραία. Βιάζεσαι? Όχι…Όλοι έχουν μαζευτεί στο σημείο που βγάζουν οι σκάλες – ένας κυριούλης γυρνάει βιαστικά το κομπολόι του – μια κυρία βρίζει γιατί την έσπρωξε ένας τύπος με σκουλαρίκια και μαλλιά «αλήτης» σιγομουρμουράει –  ένας χοντρούλης ανθρωπάκος μασουλάει το κρουασάν «πρέπει να το φάω όλο πριν έρθει ο συρμός» σκέφτεται –

Έφτασε ο συρμός. Πριν καν βγει ο κόσμος όλοι τρέχουν να σπρώξουν για να μπουν. «Να βγούμε πρώτα» ακούγεται μια φωνή,«Τι λέει τούτος» σκέφτεται κάποιος άλλος προσπαθώντας να σπρώξει τη γριούλα που δυσκολεύεται να μπει στο τραίνο λόγω της απόστασης από την αποβάθρα – «προσοχή το μωρό»φωνάζει μια μητέρα κρατώντας ένα πιτσιρίκι στο χέρι και τραβώντας το για να το χωρέσει πριν κλείσουν οι πόρτες.

Κρατιέμαι από την σιδερένια μπάρα. Μια κυρία με σπρώχνει σκύβοντας να μαζέψει κάτι νάιλον σακούλες,«τεράστιος κώλος» – Δίπλα μου κάτι μυρίζει άσχημα, ένας τύπος αρκετά περίεργα μελαχρινός αφήνει ελεύθερη να αναδυθεί η μυρωδιά του σώματός του – ένας αλήτης (μούσια και σκουλαρίκια) ακούει death metal και μαζί ακούει και όλος ο συρμός (μάλλον τα ακουστικά του είναι φτηνιάρικα) –
1Η στάση, μια θέση αδειάζει , η κυριούλα με τις νάιλον σακούλες σκύβει αρπάζει τις σακούλες όπως όπως παραμερίζοντάς με ξανά με την κολάρα της, σπρώχνει τους πάντες και χώνεται στην κενή θέση αφήνοντας έναν αναστεναγμό «αχχ παναγία μου» (τι να σου κάνει και η Παναγία) –

2Η στάση, μπαίνει ένας δίμετρος με ξανθιά περούκα και ψηλοτάκουνα. Τι το θέλαμε τώρα αυτό…Τα μάτια όλου του συρμού (ακόμη και τα δικά μου) πάνω στο δίμετρο πλάσμα που δείχνει αδιάφορο (και καλά κάνει).

3Η στάση, μπαίνει ένα ατημέλητο παλικαράκι με σκισμένα ρούχα και αρχίζει την γνωστή κασέτα «βγήκα από τη φυλακή και…» κανείς δεν τον ακούει όλοι κοιτάζουν το πάτωμα – το ταβάνι , μόνο μια γριούλα του δίνει μερικά λεπτάκια άλλωστε και να δώσεις δεν ξέρες αν όντως κάνεις καλό ή κακό (ακόμα δεν έχω καταλήξει)

4Η στάση, ήρθε η ώρα να κατέβω, ένα χέρι με βουτάει από τον αγκώνα με πιέζει προς τα πίσω «συγνώμη να κατέβω μου λέει» «μα…» προσπαθώ να πω ,με περνάει, κατεβαίνει «μπιπ μπιπ» κάνουν οι πόρτες πετάγομαι…

Βγήκα στο τσακ.

Ξεκινάει ο συρμός και εγώ πηγαίνω μαζί του…«μα πως…»…
η τσάντα μου πιάστηκε…
ευτυχώς ο συρμός σταματάει…freedom στην τσάντα μου…ίσα ίσα που τσαλακώθηκε λιγάκι…όλοι γελάνε με μένα…κοκκινίζω  από ντροπή αλλά δεν πειράζει…

συγνώμη τσαντούλα…δεν σε είχα στο μυαλό μου.

ΟΤΤΟ * τεύχος#4

“ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ”

Ήταν πρωί στο νησί του Πάσχα. Όλα τα πρόβατα μαζευτήκαμε και πήγαμε να σκοτώσουμε τον βοσκό πριν μας σκοτώσει και μας σουβλίσει όπως έκανε πέρσι στους γονείς μας. Καθώς βελάζαμε ομαδικά στο δρόμο, ξεπρόβαλαν δύο πρόβατα με κόκκινο μαλλί στην ομοιόμορφη μάζα μας. Οι περισσότεροι  συνοδοιπόροι μας τα γνώριζαν και έδειξαν αμέσως τον θαυμασμό τους κρατώντας κόκκινες σημαίες με άγνωστα σε εμάς εργαλεία. Άρχισαν να μιλούν για αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, τον δυϊσμό και τον πληθυσμό. Τα περισσότερα πρόβατα συμφώνησαν και αγόρασαν κουπόνια για κάποιο διαγωνισμό χωρίς δώρα. Εγώ και άλλα δέκα πρόβατα δεν καταλαβαίναμε τι σόι διαγωνισμός είναι αυτός χωρίς δώρα. Επίσης ξέραμε ότι ο στόχος μας ήτανε ο βοσκός και όχι ο ισμός. Τελικά μετά από μια βόλτα την οποία καθοδήγησαν αρκετοί λύκοι ανοίγοντας μας το δρόμο, βρεθήκαμε μπροστά στο αρχηγείο του βοσκού όπου το περιφρουρούσαν αρκετοί λύκοι, κάποιοι ήταν με πολιτικά. Αφού βελάσαμε μερικές τελευταίες φορές, τα κόκκινα πρόβατα και οι ακόλουθοι τους, άρχισαν να φεύγουν ξεχνώντας τον σκοπό μας: να σκοτώσουμε τον βοσκό. Τότε εμείς τα έντεκα πρόβατα επιτεθήκαμε στο αρχηγείο με πέτρες και ξύλα. Αμέσως όρμησαν πάνω μας όχι οι λύκοι, αλλά κόκκινες νεαρές προβατίνες, που με κάποια ασύλληπτη γλώσσα προσπαθούσαν να μας αποτρέψουν, εμποδίζοντας ταυτόχρονα την πορεία μας προς τον στόχο. Τελικά απογοητευμένοι, πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το μαντρί. Ξαφνικά ο Μπέκος πέταξε μιαν ιδέα: γιατί δεν το σκάμε στην εξοχή; Πέντε πρόβατα από τα έντεκα τον αποκάλεσαν ηλίθιο και επέστρεψαν στο μαντρί. Αυτά τα πέντε ήταν τα πρώτα που σφάχτηκαν την Κυριακή του Πάσχα. Ακολούθησαν δέκα ανεξάρτητα τρία με ψυχολογικά προβλήματα και ένα που ήταν μαύρο. Όσο για εμάς τα υπόλοιπα έξι, ζούμε στην εξοχή με τους απογόνους μας τα έξι τελευταία χρόνια.

Γιώργος Μικάλεφ  (2007)