Θαυμαστός σάπιος κόσμος – Ιστορίες του Υάκινθου Ζαβολαίμη #07

Ο καιρός κυλούσε ήρεμα και σάπια μετά την αποκάλυψη των ζωντανών νεκρών. Δεν είχαμε εντοπίσει σημάδια ζωής στη γειτονιά και δεν είχαμε ιδέα τι γινόταν παραέξω ή στον υπόλοιπο κόσμο. Κανένας νεκροζώντανος δεν είχε πηδήξει πάνω από τα κάγκελα της αυλής και αυτό ήταν καλό. Παρ’ όλα αυτά είχαμε οχυρώσει τη βεράντα με κοτετσόσυρμα για να μπορούμε να αράζουμε ήσυχοι έξω. Ρεύμα δεν υπήρχε. Έχει και τα θετικά του το τέλος του κόσμου. Δεν έχεις να πληρώνεις λογαριασμούς. Ευτυχώς, νερό είχαμε άφθονο και πόσιμο απ’ το πηγάδι αλλά έπρεπε να το σηκώνουμε χειροκίνητα με μια αυτοσχέδια τροχαλία της κακιάς ώρας. Όσο για εφόδια… είχαμε ρημάξει το μικρό σούπερ μάρκετ της γειτονιάς.

Η πρώτη μας έξοδος ήταν θεαματική. Φόρεσε η Ερασμία το κράνος της μηχανής μου που στο κεφάλι της φαινόταν τεράστιο και εγώ φόρεσα μάσκα θαλάσσης. Από πάνω έβαλα ένα δερμάτινο μπουφάν που με έκανε να ιδρώνω μέχρι αηδίας. Στο σπίτι είχα αρκετές χαρτόκουτες από συσκευασίες που τις κράταγα για προσάναμμα. Φτιάξαμε λοιπόν κάτι σαν πανοπλία για την Ερασμία με χαρτόνι και κολλητική ταινία. Γαμηθήκαμε στα γέλια όταν τα φόρεσε όλα αυτά αλλά ήταν προστατευμένη και στον κορμό και στα άκρα. Τύλιξα και εγώ στα πόδια χαρτόνια με ταινία. Για «όπλα» διαθέταμε μια πιρούνα με γερό ξύλινο στειλιάρι και ένα παλιό τσεκούρι. Ήμασταν πραγματικά σκέτο τσίρκο. Σαν καρναβάλι με τις πιο ηλίθιες, αυτοσχέδιες στολές.

Ήταν νωρίς το πρωί και έξω φαινόταν καθαρό το τοπίο. Αποφασίσαμε να μην πάρουμε το αμάξι με το οποίο είχαμε έρθει για να μην τραβήξουμε την προσοχή τους με το θόρυβο της μηχανής. Δυο λεπτά με τα πόδια ήταν ούτως ή άλλως. Πηδήξαμε τα κάγκελα και τρέξαμε μέχρι τη γωνία. Ένας νεκροζώντανος μπάρμπας καθόταν στο καφενείο και απλά μας κοιτούσε με το βλέμμα καρφωμένο. Κάποιες συνήθειες δύσκολα αλλάζουν. Μπροστά μας, στα δέκα μέτρα βρισκόταν ένας σάπιος, καραφλός τουρίστας, λιγάκι μεγαλόσωμος. Αποφασισμένος εγώ, κρατάω σφιχτά το τσεκούρι στο δεξί μου χέρι, κάνω δυο-τρία βήματα και εκτοξεύω με όλη μου τη δύναμη το τσεκούρι κατά πάνω του! Αρχίδια. Δεν τον πέτυχα και η εξαδέλφη γαμήθηκε στα γέλια. Σηκώθηκε και ο μπάρμπας από το καφενείο τώρα και άρχισε να βαδίζει αργά προς το μέρος μας. “Δώσε μου την πιρούνα!” της είπα. “Για να την εκτοξεύσεις και αυτή;” είπε γελώντας και μου την έδωσε. Αυτή τη φορά πήρα φόρα κρατώντας την πιρούνα μπροστά, όρμισα στον τουρίστα καρφώνοντας τον στην κοιλιά και τον σώριασα κάτω. Έπειτα πήρα το τσεκούρι από την άσφαλτο, το σήκωσα ψηλά και του το κατέβασα στο κεφάλι κομματιάζοντας το. Όλο αυτό το αίμα μου έφερε αναγούλα. Ξέρασα. Η Ερασμία έτρεξε κοντά μου. “Ήρωα μου!” είπε γελώντας, τράβηξε την πιρούνα από τα σωθικά του τουρίστα, πλησίασε τον μπάρμπα στα δύο μέτρα και εκεί που ετοιμάστηκε να τον καρφώσει, ο μπάρμπας παραπάτησε και σωριάστηκε πίσω ανάσκελα. Πριν προλάβει να σηκωθεί του έχωσε αργά την πιρούνα στο κεφάλι τρυπώντας του τα μάτια.

Φτάσαμε χωρίς άλλες συναντήσεις. Η τζαμαρία ήταν πλέον θρύψαλα και μπήκαμε μέσα όπου επικρατούσε ησυχία. Τα ψηλά παραθυράκια στους τοίχους φώτιζαν επαρκώς το εσωτερικό. Εξετάσαμε τους διαδρόμους και φαινόταν καθαροί. Πήραμε δυο καρότσια και αρχίσαμε να τα γεμίζουμε. Μπαταρίες, σερβιέτες, κωλόχαρτα, γκοφρέτες, σκολάτες, μπάρες δημητριακών, πατατάκια, σκατάκια, κονσέρβες κάθε λογής, γατοτροφές, μακαρόνια, ρύζια, εντομοκτόνα, φιδάκια για τα κουνούπια…. Φτάσαμε στην κάβα και πήραμε τα ακριβότερα κρασιά. Είχαμε γεμίσει και τα δύο καρότσια με είδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης ανάγκης. Τα δέσαμε με σπάγκο το ένα δίπλα στο άλλο γιατί έπρεπε να κουβαλήσουμε και τρίτο καρότσι. Ψωνίσαμε δυο μάτια κουζίνας για υγραέριο, καθώς και δυο μεγάλες μπουκάλες και αρκετά γκαζάκια.

Στην επιστροφή ανέλαβα να σέρνω το διπλό καρότσι και η Ερασμία το μονό. Ο θόρυβος ήταν πολύς με αποτέλεσμα να μαζέψουμε από πίσω μας καμιά δεκαριά σάπιους. Η είσοδος της αυλής ήταν κλεισμένη με το σύρμα και δεν θα είχαμε αρκετό χρόνο για να μπούμε με ασφάλεια πριν μας φτάσουν. Έπρεπε να τους αντιμετωπίσουμε με κάποιο τρόπο. Η Ερασμία τότε ξετρύπωσε απ’ το καρότσι ένα εντομοκτόνο και ένα πακέτο αναπτήρες. “Θα τους κάνουμε φλαμπέ” είπε ανοίγοντας τη συσκευασία. “Είσαι σίγουρη; Και αν γίνει καμιά μαλακία;” “Μην είσαι χέστης!” είπε και πλησίασε τον πρώτο. Στο αριστερό κρατούσε το Τέζα και πιο μπροστά με το δεξί τον αναπτήρα. Τον άναψε και άρχισε να ψεκάζει. Μια γαλαζωπή φωτιά άρχισε να πετάγεται που έφτανε το μισό μέτρο. Το ζόμπι έδειξε τρομοκρατημένο μπροστά στη φωτιά και ακόμα περισσότερο όταν άρπαξε φωτιά. Πήρα την πιρούνα και το κάρφωσα στην κοιλιά. Σπαρταρούσε στην άσφαλτο τυλιγμένο στις φλόγες. Τα άλλα φοβήθηκαν και άρχισαν να απομακρύνονται. Η Ερασμία τα πήρε από πίσω και έβαλε φωτιά σε δύο ακόμα. Έδειχνε να το απολαμβάνει.

Φτάσαμε σπίτι, βάλαμε μέσα τα καρότσια και ασφαλίσαμε την είσοδο. “Καλά τα καταφέραμε!” είπαμε και αγκαλιαστήκαμε. Τα νιαουριτά του γάτου μας διέκοψαν. Λες και ήξερε ο Μαύρος πως του πήραμε ένα σκασμό λαχταριστές τροφές. Η ζωή έμοιαζε υπέροχη! Ψωνίσαμε ένα σκασμό πράγματα, είχαμε ο ένας τον άλλο και έναν υπέροχο γάτο. Του βάλαμε να φάει και πριν τακτοποιήσουμε τα πράγματα, βάλαμε μπαταρίες σε ένα παλιό ραδιοφωνάκι που είχα. Δεν πιάσαμε κανένα σταθμό. Δεν ήταν καλό αυτό αλλά δεν μας απασχολούσε ιδιαίτερα εκείνη τη στιγμή. Στο διάολο ο πολιτισμός λοιπόν. Μπροστά στο άγχος της επιβίωσης, στον τρόμο που νιώθαμε κάθε φορά που ανοίγαμε λογαριασμό ή μέναμε χωρίς δουλειά και τέλειωναν τα λεφτά στα μέσα του μήνα… τούτη η σαπίλα έμοιαζε με παράδεισο.

Το απόγευμα αράξαμε στη βεράντα, φάγαμε μακαρόνια με τόνο και ελιές και ήπιαμε απ’ το καλό το κρασί. Ο γάτος γουργούριζε στα πόδια μας και εμείς κάναμε σχέδια για καινούρια έπιπλα κήπου.

Συνεχίζεται…

Υάκινθος Ζαβολαίμης

ΚΑΤΩ ΤΑ ΞΕΡΑ ΣΑΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΣΤΑΥΡΟ!

Σταυρώνουν έναν ιερέα που με τον Τίμιο Υπερθαυματουργό Σταυρό του, γεμίζει τα παγκάρια αλλά και τις ψυχές των πιστών με πραγματική Ελληνορθόδοξη αγάπη. Σύμφωνα με τον Ανδρέα Τορκεμάδα, εκδότη της σατιρικής εφημερίδας Εκκλησία Offline, τα θαύματα του Τιμίου Σταυρού είναι καθημερινά και αδιαμφισβήτητα…

“Η κυρία Μαρία από την Κυψέλη θεραπεύτηκε από τη δυσκοιλιότητα μετά από συνεδρίες ενός μήνα. Ο Ιερέας της τον ακουμπούσε καθημερινά τον Τίμιο Σταυρό μέχρι που έγινε το μεγάλο θαύμα και χαλάρωσαν για τα καλά οι σφιγκτήρες της! Το ζεύγος Καραγιώργη από το Αιγάλεω ήταν άτεκνο ύστερα από χρόνιες προσπάθειες. Ο Ιερέας αφού παρευρέθηκε στην ερωτική πράξη του ζευγαριού, με τη φώτιση του Τιμίου Σταυρού, ανακάλυψε πως τον έβαζε σε λάθος τρύπα. Αφού υπέδειξε στον κύριο Καραγιώργη τη σωστή μέθοδο, το ζευγάρι κατάφερε να τεκνοποιήσει.”

“Μιλάμε με γεγονότα και όχι με παραμύθια” αναφέρει ο κύριος Τορκεμάδας… “Όποιος αμφισβητεί τα θαύματα του Τιμίου Σταυρού, ας τα αμφισβητήσει επιστημονικά στα δικαστήρια. Αμήνυτος κανείς!”

Τα Παιδιά της Παλαιότητας – Το Λαϊκό το Καφενείο

Τα Παιδιά της Παλαιότητας – Το Λαϊκό το Καφενείο [από το άλμπουμ «ΜΑΝΟΣ ΛΟΙΖΟΣ – ΜΕΤΑ» | EMI, 2022]

Ακολουθήστε τα αγαπημένα παιδιά σε facebook, Youtube & instagram για να μαθαίνετε νέα τους και ό,τι άλλο.

Bandcamp

https://ptp.anousia.gr/

Ο γιδογάμης και οι ζωντανοί νεκροί – Ιστορίες του Υάκινθου Ζαβολαίμη #06

Οι σειρήνες ούρλιαζαν σαν τρελές. Δεν είχα ιδέα ότι υπήρχαν σειρήνες στο νησί. Κατηφορίσαμε προσεχτικά τα βράχια και βρεθήκαμε στην παραλία. Τα σάπια πλάσματα άρχισαν να ακούγονται ξωπίσω μας. Δίχως κουβέντα μπήκαμε μέσα στο νερό και κολυμπήσαμε προς τα βαθιά. Οι νεκροζώντανοι άρχισαν να γκρεμίζονται ένας-ένας από τα βράχια πάνω στα βότσαλα της παραλίας. Τα κόκκαλα τους έσπαγαν, μα αυτό δεν τους εμπόδιζε να σηκωθούν ξανά και να συρθούν προς το μέρος μας. Στο νερό ευτυχώς σταματούσαν. Έδειχναν να το φοβούνται.

“Ζόμπι! Ξεκάθαρα ζόμπι!” είπε η Ερασμία και έγνεψα καταφατικά. Είχαμε δει αρκετές ταινίες τρόμου στη ζωή μας για να αναρωτιόμαστε. “Τι διάολο συμβαίνει σε τούτη τη χώρα; Δεν μας έφταναν οι πανδημίες, οι κρίσεις και όλες οι μαλακίες της ανθρωπότητας, τώρα θα έχουμε και την αποκάλυψη των ζόμπι. Ας κολυμπήσουμε μέχρι την επόμενη παραλία που είναι οργανωμένη. Μπορεί εκεί να βρούμε βοήθεια ή έστω ένα γαμημένο μέσο για να πάμε με ασφάλεια στο σπίτι.” Κολυμπάγαμε χαλαρά για να μην εξαντληθούμε. Βγάλαμε τα ρούχα γιατί μας δυσκόλευαν. Κρατήσαμε τα βρεγμένα κινητά μας μέσα στα μαγιό και τα κλειδιά του σπιτιού τα πέρασα δαχτυλίδι στον παράμεσο με τον κρίκο του μπρελόκ.

Οι σειρήνες σίγησαν επιτέλους. Μας είχαν γαμήσει τ’ αυτιά τόση ώρα. Ακούγαμε κακό χαμό από μακριά, πυροβολισμούς, οχήματα, ουρλιαχτά. Ξάφνου ένα τζιπάκι ξέφυγε από το δρόμο και βούτηξε στη θάλασσα καμιά εικοσαριά μέτρα μπροστά μας. Το είδαμε να πετιέται ανάμεσα στα πεύκα με τρία πλάσματα γαντζωμένα πάνω του. Δεν είχε βουλιάξει ακόμα και ο οδηγός ούρλιαζε στα Αγγλικά για βοήθεια. Είχε και μια γυναίκα δίπλα του. Κίνησα κατά ‘κεί. “ΠΟΥ ΠΑΣ;;;” μου φώναξε η Ερασμία πίσω μου. “Να βοηθήσω! Δεν ξέρω πως… αλλά αν αυτοί οι δύο ήμασταν εμείς;;” “Θα ήμασταν νεκροί…” Το ένα πλάσμα ξέσκιζε το λαιμό του οδηγού με τα δόντια του. Πίδακας το αίμα! Το άλλο είχε χώσει το σάπιο χέρι του μέσα στο στόμα της γυναίκας και το είχε βγάλει απ’ το λαιμό της. Μου ήρθε να κάνω εμετό και έκανα. Η Ερασμία με τράβηξε από το χέρι. “Μη κοιτάς άλλο. Κολύμπα. Μην κοιτάς.” Το τζιπάκι βούλιαζε και τα πλάσματα όρμισαν στην παραλία. Σε μισό λεπτό οι επιβάτες του τζιπ αναδύθηκαν με σπασμούς στην επιφάνια και βγήκαν προς τα έξω. Είχαν γίνει… ζόμπι. Ακριβώς όπως στις ταινίες! Τώρα στεκόμασταν και κοιτάγαμε με το στόμα ανοιχτό. Τίποτα δεν μας φαινόταν περίεργο πια.

Ένα πυροσβεστικό φάνηκε στο δρόμο. Δύο πυροσβέστες κατέβηκαν και όρμισαν στα πλάσματα κρατώντας τσεκούρια. Εκείνα μόλις τους είδαν επιτέθηκαν και αυτά. Το πρώτο έφαγε μια τσεκουριά στο στήθος και ξαπλώθηκε κάτω. Ο άλλος πυροσβέστης βγήκε μπροστά και κράδαινε το τσεκούρι του στα ζόμπι, την ώρα που ο σύντροφος του προσπαθούσε να ξεσφηνώσει το δικό του από το σάπιο θώρακα. Κοντοστάθηκαν για μια στιγμή τα άλλα τέσσερα και ούρλιαξαν στους πυροσβέστες. Το τσεκούρι ξεκόλλησε τελικά μαζί με κομμάτια σάρκας και σπασμένα πλευρά… μα τότε ο σάπιος καριόλης που ήταν ξάπλα, πετάχτηκε και δάγκωσε το πόδι του επίδοξου φονιά του. Ούρλιαξε και του κατέβασε το τσεκούρι στο κεφάλι κομματιάζοντας το. Όρμισαν τότε και τα άλλα τέσσερα. Η μάχη χάθηκε γρήγορα…

Φτάσαμε στην επόμενη παραλία. Η αμμουδιά ήταν ποτισμένη στο αίμα και γεμάτη από σάπιους. Κάποιοι το σκάγανε εκείνη την ώρα με μια μηχανοκίνητη βάρκα. Τους φωνάξαμε για βοήθεια μα δεν γύρισαν καν να μας κοιτάξουν οι γαμημένοι. Αυτό το νησί ήταν πάντα γεμάτο κωλάνθρωπους. Αμόρφωτα ζώα. Στο διάολο να πάνε! Κολυμπήσαμε μέχρι τα θαλάσσια ποδήλατα. Δεν υπήρχε κάτι καλύτερο. Ανεβήκαμε σε ένα κίτρινο που διέθετε και τσουλήθρα και κάναμε γρήγορα πετάλι προς τα μέσα. Θα μας μάζευε το λιμενικό υποθέσαμε.

Αρχίδια. Δεν φάνηκε κανείς μέχρι το λιμάνι. Ακουγόταν μόνο πυροβολισμοί και ουρλιαχτά. Μέχρι το απόγευμα ήμασταν στη θάλασσα. Δεν ακουγόταν πια ούτε αυτοκίνητα, ούτε μηχανάκια, τίποτα. Είχαμε σταμπάρει ένα αμάξι με ανοιχτή την πόρτα. Ένα κόκκινο λάντα που ο οδηγός του είχε φαγωθεί σχεδόν ολόκληρος. Σχέδιο δεν υπήρχε. Μόλις ήταν καθαρό το πεδίο, θα βγαίναμε προς τα έξω ελπίζοντας πως τα κλειδιά θα ήταν ακόμα πάνω, θα το παίρναμε και θα πηγαίναμε σπίτι. Ο γάτος μου… Ο γάτος μου ήταν έξω. Ανησύχησα για αυτόν τον μαύρο. Ήλπιζα αυτά τα τέρατα να τρώγανε μόνο ανθρώπους.

Το πεδίο καθαρό. Βγήκαμε λοιπόν και τρέξαμε στο λάντα. Ο οδηγός του, ένας μπάρμπας, μη αναγνωρίσιμος πια, βρισκόταν στο δρόμο φαγωμένος άσχημα αλλά κουνιόταν ακόμα το γυμνό από κρέας σαγόνι του. Μπήκαμε στο αμάξι. “Θα οδηγήσω εγώ” είπε η Ερασμία και δεν έφερα αντίρρηση. Στη διαδρομή, μόνο σάπιοι. Παντού σάπιοι. Υποθέσαμε πως οι ζωντανοί θα είχαν οχυρωθεί στα σπίτια ή όπου διάολο μπορούσαν. Φτάσαμε. Έξω από το σπίτι βρισκόταν τρεις απ’ αυτούς στο δρόμο. “ΚΡΑΤΗΣΟΥ!” είπε η Ερασμία, γκάζωσε και έπεσε πάνω τους κομματιάζοντας τους. Τρέξαμε προς το σπίτι. Η καγκελόπορτα ήταν κλειστή ευτυχώς. Άνοιξα και μπήκαμε στην αυλή. Ο Μαύρος μας περίμενε νιαουρίζοντας σα να μας βρίζει. “ΤΟΝ ΜΑΥΡΟ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΓΡΗΓΟΡΑ!” είπα και έτρεξα να βρω πως διάολο θα ασφάλιζα την είσοδο της αυλής. Είχα στο αποθηκάκι του κήπου σύρμα. Τύλιξα χωρίς τσιγγουνιές την καγκελόπορτα με τα υπόλοιπα κάγκελά μέχρι που τέλειωσε το σύρμα. Το έστριψα καλά και έτρεξα προς τα μέσα. Κλείδωσα διπλά και έβαλα το σύρτη. Η Ερασμία είχε κλείσει όλα τα πατζούρια. Σκοτάδια. Δεν είχαμε ρεύμα. Άναψα ένα κερί και πέσαμε στο πάτωμα μουσκεμένοι από τον ιδρώτα, φορώντας μόνο τα μαγιό μας. Κοιταχτήκαμε. Ήταν τόσο όμορφη και τόσο ταλαιπωρημένη. Μας είχε κάψει για τα καλά ο ήλιος. Της χάιδεψα το πρόσωπο και μετά της έπιασα το χέρι. Μου το έσφιξε. Το μόνο που ήθελα σήμερα, ήταν να έριχνα κανέναν πούτσο ακόμα στην Ερασμία μέσα στη θάλασσα, να αράζαμε και μετά να την πήγαινα να τρώγαμε στο ταβερνάκι. Αντ΄ αυτού… γαμήθηκε το σύμπαν.

Σηκώθηκα γιατί ο γάτος μου πεινούσε και διαμαρτυρόταν έντονα. “Τι δουλειά έκανε η γυναίκα σου είπαμε;” Δεν απάντησα. Πήγα και έψαξα στο πατάρι να βρω μια κούτα με πράγματα της δουλειάς της. Τα είχα μαζέψει όλα σε μια χαρτόκουτα. Είχα ξεχάσει να τη δώσω στον μαλάκα που είχε έρθει από το εργαστήριο μετά το θάνατο της. Μου είχαν ζητήσει τα πάντα και πολύ επιτακτικά θυμάμαι. Έβαλα την κούτα πάνω στο τραπέζι και αρχίσαμε να ψάχνουμε για κάτι που να μας έλυνε τις απορίες. Βαρετά νομικά έγγραφα, φάκελοι με το σήμα της ομπρέλας πάνω, εξετάσεις, έρευνες για τον καρκίνο και αρρώστιες με περίεργα ονόματα και έγγραφα για έρευνες και πειράματα… σε νεκρούς ανθρώπους.

Αναρωτηθήκαμε πως διάολο τους δόθηκε άδεια για κάτι τέτοιο από τον Δήμο. Και αφού έκλεισε, το κτίριο φυλασσόταν κανονικά και οι σειρήνες… οι σειρήνες που ήχησαν αμέσως μετά το ατύχημα. Κάπως συνδεόταν όλα αυτά. Όλα αυτά τα ήξεραν οι αρχές του νησιού και όχι μόνο τα έκρυβαν, αλλά είχαν πάρει και μέτρα προστασίας. Ήξεραν τι διάολο θα γινόταν αν ξέφευγαν αυτά τα πλάσματα. Ήξεραν! Θα τους τα είχαν σκάσει χοντρά. Αυτή η εταιρία με την ομπρέλα -ή ό,τι διάολο ήταν- τα είχε βρει με τις αρχές του νησιού μια χαρά!

Στον τελευταίο φάκελο ανακαλύψαμε πως δεν ήταν τα λεφτά αλλά κάτι άλλο. Κρατούσαν τον δήμαρχο απ’ τα αρχίδια. Τον εκβίαζαν με κάτι φοβερό. Είχα ακούσει τα κουτσομπολιά αλλά νόμιζα πως ήταν όλα παπαριές. Λέγανε πως ο δήμαρχος γαμούσε αμνοερίφια. Τον λέγανε γιδογάμη, κτηνοβάτη και τέτοια πίσω από την πλάτη του. Αλλά δεν υπήρχαν αποδείξεις μέχρι… που τον πιάσανε στα πράσα. Ο φάκελος περιείχε φωτογραφίες με τον δήμαρχο του νησιού να γαμάει μια γίδα. Ήταν πολλές φωτογραφίες. Είχε ξεκωλιάσει το δύστυχο ζώο και στην τελευταία φωτογραφία, τελείωνε μέσα στο στόμα της γίδας, κρατώντας τη σφιχτά απ’ τα κέρατα. Ήταν η σειρά της Ερασμίας να ξεράσει.

Ένα τέτοιο σκάνδαλο θα μπορούσε να ρίξει ακόμα και την κυβέρνηση. Ο δήμαρχος υπήρξε βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος για αρκετά χρόνια και στα γεράματα του είχαν δώσει ένα δήμο για να παίζει. “Τώρα θα κρύβεται σε κάποιο υπόγειο καταφύγιο και θα γαμάει τη γίδα του ήσυχος και ωραίος!” είπε η Ερασμία και γελάσαμε. “Και τώρα τι κάνουμε; Πεινάω.” είπε. “Έχω κάτι κονσέρβες φλόκο-καλαμάρι στο ντουλάπι.” “Άλλοι αδειάζουν τα φλόκια τους στις γίδες και άλλοι στα καλαμάρια! Χαχαχα!!” “Ο καθένας με τα γούστα του…”

Συνεχίζεται…

Υάκινθος Ζαβολαίμης

Εκδόσεις Το Κόλο