O ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ ΤΟΥΛΗΣ ΜΕ ΤΟ ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΜΟΛΥΒΙ

Ήταν ίσως μια από τις πιο κρύες νύχτες του χειμώνα στο βόρειο Κάρντιφ. Το παλάτι της Ελισάβετ Μακ Πούτσου, γυναίκα του γνωστού και πλούσιου λόρδου της Τασκένδης Σερ Μακ Πούτσο της μεγάλης οικογένειας Μακ Πούτσιδων, έμοιαζε απόκοσμο και τρομαχτικό… Από τότε που πέθανε ο Σερ Μακ Πούτσος ο 2ος,η βίλα έμοιαζε με νεκροταφείο. Ο μόνος άνθρωπος που είχε μείνει να βοηθάει την πλούσια χήρα, ήταν ένας ξερακιανός και μακρυγένης Τούλης. Ένας άντρας φιλόδοξος, μνησίκακος και τρελά ερωτευμένος με την δις Μακ Πούτσου. Από το πρωί εκείνης της σκοτεινής και μουντής μέρας, η πλούσια χήρα είχε την εντύπωση ότι κάποιος την παρακολουθεί… Με την αισθησιακή και ξινή φωνή της φώναξε «Τούύύύύύύληηηηηηη!!!!!» Πέρασαν 2 δευτερόλεπτα και ο Τούλης έσκασε μύτη. «Τι θα θέλατε κυρία?» είπε και ρουθούνισε καθώς η μακρουλή, μυτερή και τριχωτή μύτη του ανεβοκατέβαινε… «Είναι 10και2, που είναι το τσάι??? Άργησες 2 ολόκληρα λεπτά!!!» αποκρίθηκε εκείνη. «Τσάι θες μωρή?Ελα ρούφα την τουλίπα μου!!!». Η πλούσια, αθώα, Μακ Πούτσου καθώς δεν γνώριζε τι σημαίνουν αυτά που είπε ο Τούλης, επανέλαβε «Το τσάι μου γρήγορα!» μόνο όταν αυτός έβγαλε το μεγάλο μηχανικό και μυτερό μολύβι, κατάλαβε τις προθέσεις του… «Τι είναι αυτό το δολοφονικό και αιχμηρό όπλο που έβγαλες από την τσέπη του σμόκιν σου??» είπε η πλούσια χήρα. «θες να λύσεις σταυρόλεξο, Τούλη?». «Ναι, θα λύσω σταυρόλεξο στο βαθύ λαρύγγι σου!!» είπε ο Τούλης νευριασμένος. «Είδες? Όλα τα καταλαβαίνω… είμαι πολύ έξυπνη… Άμα θες βοήθεια φώναξέ με!!!» είπε. «Ναι θέλω βοήθεια… Λοιπόν, τρελή, κωλόγρια, με πολλά λεφτά που θέλει κάποιος να την βιάσει και να την καθαρίσει… Με 10 γράμματα» είπε αυτός και γυάλιζε το μάτι του. «Κάτσε να σκεφτώ…εεε……10 γράμματα……… Έχει τουρμποκίνητη άμαξα με 10 άλογα όπως εγώ???» ρώτησε η δις Μακ Πούτσου. «Ναι!» απάντησε ο Τούλης… «Έχει αισθησιακή και ξινή φωνή σαν εμένα??» ξαναρώτησε… «Ναι μωρή!!!» ξανά απάντησε εκείνος… «Είναι και χήρα?». «Ναι γαμω την πουτάνα σου!!!».είπε εξοργισμένος ο Τούλης. «Έχει πάει με 100.000 διαφορετικούς άντρες???».«Ναι… Εγώ όμως είμαι έξω από αυτούς.» είπε ο Τούλης. Μετά από πολύ σκέψη αποκρίθηκε η πλούσια Μακ Πούτσου «Αααα!!!Δεν ξέρω για ποια λες!!Δύσκολα μου βάζεις!!!».Τότε, εξοργισμένος ο Τούλης πατώντας μία φορά το μηχανικό μολύβι ΗΒ, της το κάρφωσε στο δεξί της μάτι ξεριζώνοντας το και κόβοντας τα νεύρα του με τα δόντια του… «Ποια να είναι… ποια να είναι…» συνέχισε να αναρωτιέται εκείνη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Τούλης της κάρφωσε το μηχανικό μολύβι στο αφτί με αποτέλεσμα 8 κιλά κολλώδες πύον να πεταχτεί στο καινούριο σμόκιν του Τούλη. «Νομίζω ότι ξέρω ποια είναι… Μίλα μου όμως από το αριστερό αυτί γιατί δεν ακούω καλά…» αποκρίθηκε εκείνη… Λυσσασμένος ο Τούλης φώναξε «Εσύ είσαι!!!!!!!» ενώ κάρφωνε το μολύβι στο δεξί μαστό της με αποτέλεσμα πιτσιλιές γάλατος να εκσφενδονιστούν πάνω στο ήδη γεμάτο πύον σμόκιν του Τούλη… Τότε ο Τούλης της καρφώνει και το δεύτερο μολύβι στην κοιλιά με αποτέλεσμα να της ξεριζώσει τα εντόσθια και να χυθούν στο πάτωμα… Μια λίμνη αίματος δημιουργήθηκε γύρω από το ανοιγμένο και πλέον νεκρό σώμα της Μακ Πούτσου… «Γαμώτο! Πρέπει να το πάω στο καθαριστήριο τώρα!!!!» είπε ο Τούλης και την αυνάνισε με το μηχανικό του μολύβι… Τρείς μήνες μετά… αφού το χιόνι έλιωσε… η τραβεστί γειτόνισσα πήγε να κεράσει την γριά μηλόπιτα… Βρήκε την γριά νεκρή… Μια κάρτα απεριόριστων πλυσιμάτων του καθαριστηρίου της γειτονιάς με το όνομα Τούλης, μια ταυτότητα και ένα πιστοποιητικό γεννήσεως του Τούλη και στο μαγνητόφωνο του δωματίου ακουγόταν το εθνικό λαϊκό άσμα «Την σκότωσα γιατί την αγαπούσα»… Η Αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να διαλευκάνει την υπόθεση………

By Afro

διαβάστε και «την όλο βλάβες Λολίτα»

*δημοσιεύτηκε στο τεύχος #4 που μπορείται να κατεβάσετε από εδώ

Η ΟΛΟ ΒΛΑΒΕΣ ΛΟΛΙΤΑ

Ήταν ένα πρωινό στο Μεξικό όπου ο ήλιος ξεχνάει να δύσει… Οι πρωταγωνιστές μας κάθονται και πίνουν καφέ στην βεράντα του διώροφου σπιτιού τους… Όταν η Λολίτα ρωτάει τον Χόρχε αν ήθελε ένα πλούσιο πρωινό εκείνος της απαντά κοιτάζοντας την στα μάτια τα οποία λαμπύριζαν στο φως του ήλιου «Ναι, Λολίτα»… Η Λολίτα σαγηνευμένη τρέχει στην κουζίνα να φτιάξει το πλούσιο πρωινό του Χόρχε. Όπως έτρεχε, είχε ξεχάσει ότι είχε κλείσει την τζαμαρία και έτσι έπεσε επάνω της με αποτέλεσμα ένα γυαλί να πέσει στο χέρι της και να το κάνει κομμάτια… Ο Χόρχε χωρίς να καταλάβει τίποτα, φώναζε «Μωρή Λολίτα, κόκαλα έχουν τα νάτθοθ??».Και εκείνη απάντησε «Όχι Χόρχε, μιθό λεπτό μόνο!!» χωρίς να θέλει να καταλάβει τίποτα ο Χόρχε, η Λολίτα προσπαθούσε να κολλήσει πάλι το χέρι στον ώμο της. Όταν δεν έβρισκε άκρη, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάτι για να κολλήσει το χέρι της, πήγε τρέχοντας στο γραφείο του Χόρχε και βρήκε συρραπτικό και άρχισε να χτυπάει το χέρι της με μανία… Γεμάτη αίματα, φτάνει στην βεράντα και λέει στον Χόρχε με δάκρυα στα μάτια «Χόρχε… είδα μια κατθαρίδα θτο θυρτάρι του γραφείου θου!!!».Τότε, ο Χόρχε νευριασμένος λέει στη Λολίτα «Μωρή τεμπέλα πάλι κθέχαθες να βγάλειθ έκθω το πθώφιο ποντίκι??» Και τότε η Λολίτα απάντησε «Όχι Χόρχε μάλλον θα φταίει ο πθωφιος αθβός…» Τρέχει ο Χόρχε επάνω και βλέπει την κατσαρίδα στο συρτάρι… Άνοιξε τα μάτια τόσο πολύ που οι βολβοί των ματιών του πετάχτηκαν έξω και ούρλιαξε «Λολίίίίίίίταααααααα!!!!!!!». Όταν εκείνη με ένα χέρι του απάντησε «Χόρχε?». Κατεβαίνει ο Χόρχε σαν μανιασμένος ψάχνοντας απεγνωσμένα την Λολίτα… Εκείνη είχε κρυφτεί στο ντουλάπι που είχαν για να βάζουν τα παπούτσια τους. Η Λολίτα, τρομαγμένη καθώς ήταν, είχε ξεχάσει ότι το χέρι της έτρεχε αίμα και όπου πήγαινε άφηνε μικρές στάλες αίματος… Τότε ο Χόρχε ανοίγοντας το ντουλάπι βρίσκει την Λολίτα με το κομμένο χέρι και την τραβάει έξω από τα μαλλιά. Με το τράβηγμα αυτό ο Χόρχε ξερίζωσε όλα τα μαλλιά της με αποτέλεσμα να μείνει καραφλή. Άρχισε να την χτυπάει μανιωδώς στο κεφάλι ρωτώντας την γιατί η κατσαρίδα κυκλοφορούσε στο συρτάρι του γραφείου του… Καθώς την χτυπούσε στο κεφάλι όλα της τα δόντια έπεσαν στο πάτωμα του διώροφου σπιτιού… Η Λολίτα γεμάτη αίματα φώναζε «Χοθέέέέέέ Αρμάάάάντοοοο» Τότε ένας άντρας μικροσκοπικός μπαίνει μέσα στο δωμάτιο του τρόμου κλαίγοντας για την Λολίτα… Με το ντουφέκι του στον ώμο πυροβολεί με κλειστά μάτια και πετυχαίνει τη Λολίτα στο πόδι. Από το ουρλιαχτό και το χάος που επικρατούσε στο δωμάτιο έσπασε το τύμπανο της Λολίτας και έτσι έμεινε κουφή από το δεξί αυτί… Ο Χοσέ Αρμάντο από τον πανικό του πυροβολούσε όποιον έβρισκε μπροστά του με αποτέλεσμα να σκοτώσει τον Χόρχε, να σκοτώσει τον πιτσαδόρο που έφερνε την πίτσα, να σκοτώσει την γκόμενα του Χόρχε που ήταν κρυμμένη στην ντουλάπα με τα ρούχα, να σκοτώσει την κατσαρίδα και να πετύχει τη Λολίτα στο αριστερό μάτι… Η κουλή, καραφλή, φαφούτα, κουτσή, κουφή και πλέον τυφλή Λολίτα, πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα σε ηλικία 99 ετών… Και από τότε έζησαν αυτοί καλά (όσοι σώθηκαν δηλαδή)και εμείς καλύτερα….

By afro

*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος