3 ψηφιακά βιβλία του P.S.Mavro

Τρία βιβλία του P.S.Mavro όπου μπορείτε να τα διαβάσετε δωρεάν από την ψηφιακή βιβλιοθήκη του issuu. Κλικ στους τίτλους και καλή μελέτη!!!

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥΣ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ

Η Πνευματικότητα στη Ζωή και στο Θάνατο

Πνευματικότητα και Τέχνη

ΖωγραφοίΖωντες – «Από Ποίηση» …έκθεση ζωγραφικής στο Ρέθυμνο 15 έως 25/6 2015

11392899_477183539104838_4521029861903208639_n

Η εικαστική ομάδα ΖωγραφοίΖωντες παρουσιάζει την έκθεση ζωγραφικής «Από Ποίηση» με έργα βασισμένα σε ποιήματα. Από 15 έως 25 Ιουνίου στο κτίριο Πρώην Εμπορικής Τράπεζας, Τσαγρή 22, Παλιά Πόλη, Ρέθυμνο. Καθημερινά 11.00-14.00 & 18.00-22.00

15 Ιουνίου στις 20.00 θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια της έκθεσης.
24 Ιουνίου στις 19.00 κουιντέτο κλαρινέτων Δημοτικής Φιλαρμονικής.
25 Ιουνίου στις 21.00 βραδιά μελοποιημένης ποίησης, μουσικής και τραγούδι, Ειρήνη & Μαρία Μπαρουξή.

η εκδήλωση στο facebook

ο Mr Pickles & τα έργα του Σατανά…

«Σατανική» καφρίλα στα καλύτερα της!! Ανοίγοντας τα mail μου, έλαβα από τον Ξάδελφο ένα link για ένα βίντεο που είχε διαγραφεί. Μου το ξανάστειλε και να σου ο κύριος Pickles… ένας σκύλος που του αρέσουν οι «πίκλες» και του Σατανά τα έργα… ακρωτηριασμοί, δολοφονίες, κτηνοβασίες… ο mr. Pickles μένει μαζί με την οικογένεια Goodman και προστατεύει το εξάχρονο αγοράκι τους. Εκείνοι τον αγαπούν πολύ, με εξαίρεση τον παππού, που θέλει να αποκαλύψει τις σατανικές πράξεις του mr. Pickles. Αυτά πάνω κάτω από την υπόθεση. Δείτε το επεισόδιο που ακολουθεί από κάτω για να πάρετε μια γερή δόση κύριου Πίκλα πρώτης σεζόν (2014). Αν έχει διαγραφεί (που έχει) μπορείτε να μπείτε εδώ www.adultswim.com όπου θα βρείτε και άλλα «όμορφα» πράγματα.

«Zero Artistic Movement & Pornostroika Dadaifi» Caravan Project

 

Το Zero Artistic Movement είναι μια καλλιτεχνική κολεκτίβα που δημιουργήθηκε το 2003 αρχικά από μουσικές μπάντες ενώ στην συνέχει έλκυσε κάθε είδους δημιουργούς (συγγραφείς ποιητές, ζωγράφους). Έκτοτε έχει κάνει δύο φεστιβάλ στη Λέρο και στο κοινωνικό χώρο Nosotros, όπου εκτός από συναυλίες μπαντών του zam αλλά και προσκεκλημένων μουσικών, παρουσιάστηκαν και πίνακες μελών τους ZAM. O Παναγιώτης Ξηρουχάκης, ιδρυτικό μέλος τους ZAM και μέλος των Pornostroika Dadaifi μας μιλάει για την δημιουργία του ZAM, τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες χτίστηκε, καθώς και το πως ο ίδιος και οι Pornostroika Dadaifi αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους και ZAM σε σχέση με το κοινωνικό γίγνεσθαι και την τέχνη.

caravanproject

American Splendor 2003 …ταινίες που γουστάρουμε

Κάτι χρόνια έχουμε να προτείνουμε ταινία… Ας γράψω δυο γραμμές για το “American Slendor”… Βιογραφική ταινία του 2003 για τον άνθρωπο πίσω από την ομώνυμη σειρά comic, τον Harvey Pekar (1939-2010). Στον ρόλο του Pekar, ο Paul Giamatti αλλά και ο ίδιος ο Pekar που κάνει κάθε τόσο τις εμφανίσεις του στην ταινία. Δεν είχα ιδέα ποιος ήταν αυτός ο ιδιαίτερος άνθρωπος, αλλά βλέποντας την καταπληκτική αυτή ταινία, τον λάτρεψα… Ακολουθεί το trailer αλλά και ένα link για το youtube για full moviσε χαμηλή απόδοση.

 

η νέα θρησκεία & τα λυπά … του Γιώργου Μικάλεφ

ένας πράσινος συρφετός
χτυπά τις πόρτες του Χάξλεϋ
νεκρός από χρόνια
αυτιά σε αποσύνθεση
οι πόρτες ανοίγουν και τα κοράκια κρώζουν
φονιάδες εκ του φυσικού
απάθεια για την αφαίρεση λένε…
της ζωής
ουρλιαχτά ακούγονται από κάπου μακριά
κλείνω το παράθυρο
ας τη να κυλήσει μέχρι να τελειώσει
η φύση… αξιοσέβαστες, σκληρές ισορροπίες
δεν είμαι υποχρεωμένος να τις γουστάρω
τις ανέχομαι

ο σαμάνος μιας νέας εποχής μου χτυπά την πόρτα
αγαπάτε αλλήλους
μάτια και αυτιά κλειστά
ρωτάω…
πόσο κοστίζει η επιτυχία?
το καρκίνωμα απαντάει…
όσο αξίζει

ο Σωκράτης αυτοκτόνησε
ο Χριστός αυτοκτόνησε
και το μικρό τσακάλι του βοσκού
στην άκρη του δρόμου γελάει
γεμάτο αίματα…
το στόμα, τα πόδια, το χώμα

κανένας κίνδυνος για την υγεία απόψε
καμιά βία για το δέρμα
τα κόκκαλα όλα στη θέση τους
ακέραια
κανείς δεν θα πονέσει
κανείς δεν θα γελάσει
πνευματική αναπηρία

αναζητώντας τη λογική του συναρμολογημένου ανθρώπου
επιβολή απόψεων με τρόπους
ο αποτυχημένος αυτόχειρας αποσύρετε στο αποχωρητήριο
κρατώντας ένα λούτρινο δεινόσαυρο

ένα υπέροχο δέντρο ανθισμένο
ένας υπέροχος μεγάλος κώλος
αψεγάδιαστος
συνειρμοί ειλικρίνειας

γενέθλιο πάρτι ενός μουγγού αγοριού
άδειες καρέκλες και τραπέζι φορτωμένο
ένα περιτύλιγμα στο πάτωμα
μια κλειδωμένη πόρτα
ίχνος δώρου

ο φονταμενταλισμός μιας νέας εποχής
μου χτυπά ευγενικά την πόρτα

Γιώργος Μικάλεφ

νες καφέ με (λίγο) γάλα …του Γιώργου Μικάλεφ

Το τέρας, πίσω από οθόνες ξανά

ξεσπάει, για του φονιά τις σάρκες

οι πόρτες όμως κλειστές

και στο δρόμο ούτε σήμερα θα βγει

όπως και χθες

ο φονιάς ζητάει στιγμιαίο καφέ

με λίγο γάλα

μετά θα ακρωτηριαστεί

από εκείνους που προσπαθούν τις ψυχές τους να σώσουν

χαμογελάει στην κοινωνία

μα εκείνη δεν βλέπει

το πρόσωπο του, καθρέφτης καθαρός

μα εκείνη δε βλέπει την αρρώστια της

 …

Ο σαδισμός των ανθρώπων

πρόσφορο έδαφος ζητά

να εκφραστεί σα δικαιοσύνη

μα ο φονιάς δικαιοσύνη δε ζητά

μονάχα νες καφέ με γάλα

και η γυναίκα εκεί ψηλά

με ένα νεκρό μωρό στην κοιλιά της

ανάσκελα στο γραφείο ακουμπισμένη

με ένα καλώδιο περασμένο στο λαιμό

το ένα πόδι στο πάτωμα

το άλλο λιγάκι πιο ψηλά

και η ζωή συνεχίζεται

και η ζωή συνεχίζεται

 …

Γιώργος Μικάλεφ

Σκόρπιες Σκέψεις #3415 …του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΗ ηλιθιότητα αναδύεται μέσα από τα καταπράσινα νερά του ποταμιού σαν την Αφροδίτη της Χαριλάου Τρικούπη. Άνθρωποι ευαίσθητοι, με νέο αίμα, φρέσκο, που βράζει… καλλιτεχνικής φύσης άνθρωποι και άλλοι υπέροχοι… εκφέρουν γνώμες που πέφτουν με παφλασμό σε λεκάνη εναλλακτικής τουαλέτας. Επαναλαμβάνομαι όταν επαναλαμβάνονται συνεχώς ιδέες σάπιες και επικίνδυνες για τα ζωντανά μου. Φωτιά… Τι βάλσαμο για την ψυχή αυτή η φωτιά που καίει τον τύπο και την έκφραση. Μονάχα ο καπνός αυτού του εμπρησμού δεν μου αρέσει. Έχετε μυρίσει σκατά να καίγονται?

Η δημοκρατία επιτρέπει στην κοινωνία να αυτοκτονήσει ομαδικά. Το δικαιούται. Βέβαια παρασύρει και εμάς(?) μαζί της στον θάνατο αλλά δεν μας πειράζει γιατί είμαστε δημοκράτες. Ας αποφασίσει ο γαμημένος ο  λαός. Οι (π)ορδές των αφυπνισμένων. Αν δε βλέπεις το ρεαλιστικό αδιέξοδο του οργανωμένου πράγματος, πρότεινε μου μια λύση.  Οι πιο ωραίες  λύσεις, τις περισσότερες φορές δεν λειτουργούν ούτε για δέκα άτομα που σκοτώνονται γύρω από ένα τραπέζι, για λέξεις άψυχες. Σύντροφοι, συναγωνιστές, αδελφοί και αδελφές, μονάχα ένα λεπρό  αρμαντίλλο  θα σώσει την κοινωνία. Πλανιέμαι από πλάνη οικτρή. “Η επανάσταση γίνεται από εκείνους που τη ζωή τους δεν τη βάζουν στην κορυφή της ύπαρξης… είτε από τρέλα είτε από αγάπη” έγραψε κάποτε το θωρακισμένο ζωντανό.

“Άσε με να πιω τη μπύρα μου στον ήλιο  χωρίς τύψεις” είπε το αρμαντίλλο στο μυοπόταμο… “κοίτα τον ήλιο. Δες τον καλά. Στα αρχίδια του με γράφει και εγώ γράφω εσένα στα δικά μου. Πήγαινε να μιλήσεις αλλού για αγώνες, την ώρα που ΕΓΩ θα διδάσκω την αγάπη σε έντομα, σκουλήκια και άλλα ασπόνδυλα.” Ο μυοπόταμος έφυγε κρατώντας την απάντηση στην ουρά του, δεμένη με μια κόκκινη κορδέλα, φοβούμενος μην πάει και του κλέψουν την πολύτιμη του.

Το Κοράκι του Πόε… Τι όμορφο πράγμα το Κοράκι του Πόε! Μα τα κοράκια που κρώζουν με μάτια βγαλμένα από τα καθαρά τους νύχια, δεν τα αντέχω… Μου βιάζουν την κακή μου όσφρηση. Η ανεύρεση θετικών στοιχείων, μπορεί να γίνει ακόμα και μέσα σε ένα βόθρο, από όντα με αισθήσεις και αισθητήρες καπνού. Η ανικανότητα ανεύρεσης θετικών στοιχείων μέσα στο κουφάρι ενός ανθρώπου που σαπίζει ζωντανός, αποτελεί τη μάστιγα της επόμενης δεκαετίας. Ένας θεόμουρλος γέρος, όταν λατρεύεται από τις ορδές των πιστών, αποτελεί εθνικό κίνδυνο. Το μέγεθος της αλήθειας και της σοφίας που κρύβεται πίσω από τις προφητείες του, αντιστοιχεί σε ένα πιάτο ρηχό και μεσαίου μεγέθους, γεμάτο με παπάρια μέντολες και πατάτες τηγανητές. Τι υπέροχο γεύμα. Βάλε την αγιοσύνη του στα μικροκύματα να ζεσταθεί.

Η τηλεοπτική στύση διεκόπη απότομα καθώς η Μπέλλου έχυσε βιτριόλι στην καλογυαλισμένη φαλάκρα του ταλαντούχου νέου. Ένας γάτος που βρισκόταν στο στούντιο, ξύπνησε από τα ουρλιαχτά και σήκωσε ελαφρά το κεφάλι του, χωρίς να ανοίξει τα μάτια, δείχνοντας έτσι ενδιαφέρον για τον πόνο του άλλου ή απλά ενόχληση. Κατέβασε το κεφάλι, γύρισε πλευρό και επέστρεψε στον ύπνο. Ο παρουσιαστής γύρισε την πλάτη στον αίλουρο… σήμα ηρεμίας.

Πόσες ιδέες έχει μέσα στο κεφάλι του αυτός ο φοιτητής των τεχνών των καλών? Δεν μπορεί να τις βγάλει εύκολα  βέβαια. Έχει μπλοκάρει το σύστημα από την καταναγκαστική εξέλιξη των πάντων προς μιαν αόριστη μαλακία. Ο νεαρός καθώς χτένιζε σκεπτικός το ψαγμένο μούσι του, ένοιωσε την όρεξη του να ανοίγει. Σηκώθηκε παίρνοντας τον εναλλακτικό φορητό υπολογιστή του και πήγε  να φάει βιολογική σαλάτα στο μπαρ με τις σαλάτες.

Το κεφάλι μου από την πίεση που δέχεται, νομίζει πως θα σπάσει. Αυτό αποτελεί απλά μία πλάνη λένε οι επιστήμονες. Ο Χριστός, η Επιστήμη και οι Νέες Εποχές δίνουν μάχη στις κοιλάδες  του μεγάλου Μανιτού και εκείνος γελάει βλέποντας τα κουκούλια τους και βλέπει και το δράκοντα στον ουρανό να βολτάρει… Στρίβει ένα τσιγάρο και το πίνει παρέα με το τσακάλι του σαμάνου, που έχει για συντροφιά τα απογεύματα. Το τσακάλι είναι μια σταλιά, καχεκτικό και σχεδόν τυφλό. Κρίμα είναι θα πεις το άμοιρο. Εκείνο όμως είναι ευτυχισμένο και ευχαριστημένο από τη ζωή του και διαψεύδει τα δραματικά μου σενάρια  ακυρώνοντας ταυτόχρονα τη θλίψη μου.

Γιώργος Μικάλεφ

το κόλο στο facebook

 Η ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗ VOLK …του Θανάση Πάνου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η ζωή θα έλεγε κανένας, ότι είναι διεστραμμένη.

Στην επαρχία τα φυτά ανθίζουν και οι άνθρωποι μαραίνονται. Το χώμα γίνεται λάσπη και η λάσπη τροφή. Σε ένα χωριό γεννήθηκε ένα παιδί, που έπαιζε, ονειρευόταν σαν όλα τα παιδιά, διψούσε σαν όλα τα παιδιά της επαρχίας που πιστεύουν πως υπάρχει κάπου αλλού, κάτι άλλο, ένα μυστικό καλά κρυμμένο. Επαρχία και χωριό σημαίνει στέρηση και ανέχεια.

Το παιδί πήγε στο σχολείο, έμαθε γράμματα »του Θεού σπουδάγματα» κι έπειτα… Στα χωράφια η ζωή είναι δύσκολη, ο βίος επίπονος και για ένα παιδί που ονειρεύεται. Ο αδελφός του, ο μεγάλος είχε φύγει για »έξω». Μετανάστης…για να προκόψει. Να βγάλει λεφτά, να γίνει κάποιος. Να ζήσει σαν άνθρωπος. Τα λεφτά δεν έχουν καμιά σχέση με τον άνθρωπο, με την ουσία του ανθρώπου, αλλά όλοι οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν λεφτά. Μερικοί, οι πιο πολλοί, το θέλουν πιο πολύ. Ο αδελφός και το παιδί είχαν ακούσει από τους γέροντες τα γνωστά παραμύθια για εκείνους τους ζάμπλουτους που, δήθεν είχαν ξεκινήσει με τρύπιο παντελόνι και με τον ιδρώτα του προσώπου τους γινήκανε λεφτάδες.

Το παιδί άκουγε τον αδελφό του που καταλάβαινε πιο πολλά, πως ήθελε -ονειρευόταν- να γίνει πλούσιος. Να γυρίσει κάποτε στο χωριό του με κοστούμια και λουστρίνια και αμάξι <πού να φυσάει> για να τον θαυμάζουν όλοι. Άκουγε το παιδί τον μεγάλο αδελφό, πως θα τον <έκανε βόλτα> με το αμάξι , αυτόν πρώτα από όλους και το παιδί δάκρυσε από τη λύπη που τον έχανε.

 Ο αδελφός γέλασε στον μικρό και του έδωσε ένα πολύτιμο δώρο, που χάραξε το παιδικό μυαλό. Ήταν ένα δαχτυλίδι, ίδιο ακριβώς με αυτό που φορούσε και εκείνος.

 Έφυγε λέγοντας μια τελευταία φράση, << θα περάσω ότι είναι να περάσω, το ίδιο και εσύ και όταν έρθει ο καιρός θα συναντηθούμε στην άκρη του τούνελ>>.

Και το παιδί έβλεπε τον αδελφό του να φεύγει και ήξερε πώς έφευγε για πολύ καιρό. Είχε χωρίσει και με την κοπέλα του –αυτή του επέστρεψε το δαχτυλίδι- το δαχτυλίδι που φορούσε τώρα στο χέρι του ο μικρός.

Το παιδικό μυαλό σκεφτότανε « έφυγε ο αδελφός μου, χώρισε με την κοπέλα του –μου έλεγε ότι δεν θα την άφηνε ποτέ –άφησε τους γονείς μας και εμένα και πήγε « έξω», εκεί που είναι πολύ μακριά. Θα έρθει όμως κάποια μέρα που θα γυρίσει, γιατί με αγαπάει και θα είναι και πλούσιος.

Μα τα χρόνια περνούν…

Στον κεντρικό τοίχο της αίθουσας, ήταν πίνακες ζωγραφικής με σταυρωμένους Κλόουν.

Θύμιζαν πίνακες του μεγάλου εξπρεσιονιστή Λανάροφ. Η παράσταση που κοιτούσε, ήταν μια παραμορφωμένη μορφή με μάτια κουρασμένα που μέσα τους καθρεπτιζόταν η παράσταση ενός θλιμμένου παιδιού. Κοίταξε τα μάτια στο βάθος και η παράσταση του φάνηκε πως ήταν ο ίδιος ο θάνατος.

Έσφιξε μέσα από το σακάκι την ζώνη με το όπλο του και προχώρησε προς την έξοδο.

Αυτή η έκθεση ζωγραφικής των συναδέλφων του Εγκληματολογικού ήταν καταθλιπτική.

 Πήγε στο σπίτι του για να ξεκουραστεί. Ήταν κιόλας τρεις το μεσημέρι. Άνοιξε το ψυγείο και κατέβασε γρήγορα δυο-τρείς γουλιές μπέρμπον. Ήταν το τελευταίο μπουκάλι και έπρεπε να φροντίσει για νέα εφόδια. Τώρα όμως χωρίς ούτε ένα ποτό… ήπιε δυο ηρεμιστικά και ξάπλωσε. Η κατάστασή του επιδεινώνεται. Τα όνειρα του διακόπτονται τώρα από μικρότερα εμβόλιμα όνειρα. Χτύπησε το τηλέφωνο ενώ μέσα στο όνειρο του βρισκόταν στον τελευταίο πίνακα ζωγραφικής της εικαστικής έκθεσης του εγκληματολογικού.

– Εμπρός

– Κύριε επιθεωρητά,  έρχομαι σε πέντε λεπτά να σας πάρω.

– Έχουμε κανένα… ευχάριστο?

– Ένα πτώμα αποσυντεθειμένο, ψαρεμένο στην λίμνη.

– Και το έγραφε το ζώδιο… <βλέπω μια ανήσυχη βραδιά> Λες και δεν το ήξερα.

-Ήταν δυνατό να μην συμβεί κάτι? Οι δημοσιογράφοι το έμαθαν?

– Όχι ακόμα. Έρχομαι να σας πάρω.

Το περιπολικό έτρεχε έξω από την πόλη, προς το μέρος της λίμνης.

– Πήγατε στην έκθεση ζωγραφικής?

– Ναι, ήταν απαίσια… Τι ξέρουμε για το πτώμα?

– Βρέθηκε από έναν ψαρά δεκαοχτάρη, που έπαθε μάλιστα και μια κρίση πανικού.

– Άνδρας?

– Θα δούμε, δεν αναγνωρίζεται το πτώμα. Πάντως έχει πλούτο επάνω του, δαχτυλίδια, διαμάντια και τέτοια.

– Έτσι λοιπόν ξύπνησε το ενδιαφέρον για το εγκληματολογικό…
– Μάλλον κύριε επιθεωρητά. Για να μας δώσουν την υπόθεση δεν θα πρόκειται για το πτώμα κανενός αλήτη, αλλά μάλλον πλουσίου, με ποιος ξέρει τι σκοτεινά κίνητρα για το φόνο από πίσω.

– Μπράβο Τόμας! Βλέπω πως αρχίζεις και συνδυάζεις τις προηγούμενες υποθέσεις μας με το τι μας δίνουν στη Βρομοδουλειά. Χμ! Να ασχοληθούμε με το χειρότερο είδος ανθρώπων, αυτών που τρέφονται από το είδος τους…

Όταν το έβγαλαν στην όχθη το πτώμα ήταν είδη αποσυντεθειμένο. Σκέφτηκε πως όλα τα σώματα είτε καπιταλιστές είτε αριστεροί, είναι ίσα απέναντι στο θάνατο… βρωμάνε το ίδιο. Η μακριά παραμονή του πτώματος στην λίμνη του είχε δώσει την όψη μιας διάφανης βλεννώδους μάζας. Δεν ήταν τόσο η αποσύνθεση όσο εκείνη η σκοτεινή μορφή, που πάγωσε τον επιθεωρητή. Όλες οι γραμμές και όλα αυτά που προεξείχαν στο πρόσωπο και στο κορμί ήταν ροκανισμένα, τριμμένα και φαγωμένα. Το κρανίο έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο που πάνω του φύτρωναν υγρές ανακατεμένες τούφες μαλλιών σαν μπερδεμένα μακριά φύκια…
Είχε αρχίσει λοιπόν η έρευνα. Ο επιθεωρητής είχε δικά του στοιχεία, την βλεννώδη μάζα και τέσσερα δαχτυλίδια, αξίας πέντε εκατομμυρίων από λευκό χρυσό τα τρία, ενώ το τέταρτο ήταν διαφορετικό και μικρής αξίας. Τα λασπωμένα διαμάντια έκαναν τα δάχτυλα , ή μάλλον τις μελανιασμένες σάρκες των δαχτύλων να φαίνονται σαν ένα κακόγουστο ζευγάρωμα της ομορφιάς και της ασχήμιας. Οι άνθρωποι του επιθεωρητή βάλανε σε πλαστικά σακουλάκια τα δαχτυλίδια και άφησαν για τους τύπους του νεκροτομείου τα υπόλοιπα.

-Φέρτε τα στοιχεία στο γραφείο μου.

– Μάλιστα κύριε επιθεωρητά.

– Λοιπόν ! Από πού να αρχίσουμε?

– …έχουμε μόνο τα δαχτυλίδια.

– Από τον ιατροδικαστή ?

– Τίποτα, απολύτως τίποτα! Το πτώμα δεν είναι από την πόλη μας και σίγουρα δεν είναι σεσημασμένος, όπως δείχνουν τα αρχεία μας.

– Τα δαχτυλίδια ποιος τα εξέτασε?

– Εγώ κύριε επιθεωρητά. Είναι μεγάλης αξίας τα τρία ενώ το τέταρτο είναι το περίεργο,

– Δηλαδή ?

– Είναι μικρής αξίας και δεν έχει ούτε καν αισθητική ομοιομορφία με τα άλλα.

– Μάλιστα! Πολύ καλό αυτό. Δαχτυλίδι λοιπόν με συναισθηματική αξία. Εκεί πρέπει να στραφούμε τώρα.

Βγάλανε τα δαχτυλίδια από τα σακουλάκια και τα κοσμήματα χωρίς τις μελανιασμένες σάρκες πάνω στις οποίες τα είχε πρωτοδεί ο επιθεωρητής, τον θαμπώσανε. Ως εκεί όμως… Το χέρι του, ακουμπισμένο επάνω στο γραφείο και δίπλα στα τέσσερα δαχτυλίδια, συγκέντρωσε τα μάτια όλων των αστυνομικών. Στο χέρι του επιθεωρητή ήταν περασμένο ένα δαχτυλίδι ίδιο ακριβώς με το τέταρτο , αυτό του άγνωστου πτώματος.

Ο επιθεωρητής έφυγε τρέχοντας από το γραφείο του και άφησε πίσω του, μέσα στη σιωπή , τους έκπληκτους συναδέλφους του.
Το σπίτι ήταν φρικτά άδειο. Ήπιε από το μπουκάλι μπέρμπον που μόλις είχε αγοράσει και άρχισε να ντύνει με την φαντασία του την βλεννώδη μάζα με σάρκα, αναπαριστώντας το πτώμα πριν την αποσύνθεση. Αισθανόταν κρύο από μέσα του και το δάχτυλο που φορούσε το δαχτυλίδι τον έκαιγε φοβερά.

Είδε το χέρι με τα διαμάντια να κινείται, να βγαίνει από το νερό της λίμνης και μετά ολόκληρη την φιγούρα να αγωνίζεται να σταθεί όρθια μέσα στη λίμνη , προσπαθώντας να πλησιάσει προς την όχθη. Το κρανίο που έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο ήταν στραμμένο προς το μέρος του και μέσα από τα ροκανισμένα και τριμμένα χαρακτηριστικά του, ένοιωθε πως τον φώναζε. Η διαύγεια της εικόνας τον είχε παγώσει. Φοβήθηκε και δεν ήθελε να συνεχίσει.

Ήταν όρθιος και ακίνητος μέσα στη κουζίνα.

Σε μια κατάσταση σύγχυσης, η πραγματικότητα μπερδευόταν όλο και πιο πολύ με το παράλογο, το παρελθόν ενσωματώνονταν στο παρόν και όλα μαζί γίνονταν ένα τρελό κουβάρι που τύλιγε σφικτά και τον κυλούσε στο δρόμο της παράνοιας. Το παιδί, έσφιξε την ζώνη με το Magnum 357 και άνοιξε άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι.

Είχανε περάσει περίπου σαράντα χρόνια και το παιδί , πενηντάρης πια, ήταν ένας πετυχημένος επιθεωρητής του εγκληματολογικού,   ο επιθεωρητής  VOLK.

Το παιδί στο χωριό είδε να πεθαίνουν οι γονείς του, είδε να μην έρχεται ο μεγάλος αδελφός του και είδε να μένει τελείως μόνος. Στα χέρια του είχε μόνο ένα γράμμα του, το μοναδικό που είχε στείλει. Έφυγε από το χωριό του, περιπλανήθηκε σε ξένους τόπους μέσα στον  χρόνο και έφτασε στα πενήντα του, ένας επιθεωρητής ευσυνείδητος, το πρώτο όνομα στο εγκληματολογικό. Ο επιθεωρητής όμως τον αδελφό του δεν μπόρεσε να τον βρει ποτέ. Αισθανόταν πάντα αποτυχημένος και ποτέ δεν τον άγγιζαν τα «μπράβο» των ανωτέρων του, για τις υποθέσεις που ξεκαθάριζε. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην ησυχάσει αν δεν βρει τον αδελφό του. Αυτή η ελπίδα τον κρατούσε πάντα αφοσιωμένο στη δουλειά του με μόνη συντροφιά το Μπερμπον  και τα ηρεμιστικά του.  Το παιδί ήπιε και , παρά την θέλησή του ξαναγύρισε στην αναπαράσταση.    Οι εικόνες ξαναζωντάνευαν και το πτώμα γεννιότανε κομμάτι-κομμάτι, σιγά-σιγά και άρχιζε να αποκτά χαρακτηριστικά. Είχε συγκεντρώσει πια, όλη την προσοχή του στην παράσταση, που την έβλεπε με όλο και πιο μεγάλη ένταση να ζωντανεύει μπροστά του. Σκέφτηκε πως αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο και τρομαχτικό παιχνίδι που του είχε παίξει ποτέ η φαντασία του. Έκλεισε τα μάτια σε μια τελευταία προσπάθεια να τα σταματήσει όλα.

– Αδελφέ μου !  Η ξένη φωνή, του γέμισε το κεφάλι και έντρομος άνοιξε τα μάτια του. Η διαύγεια της εικόνας τον τρόμαξε και πετάχτηκε  όρθιος. Στα δύο βήματα μπροστά του βρισκόταν η εικόνα του αδελφού του που τον κοιτούσε χαρούμενος. Τα μελαγχολικά μάτια όμως, έκαναν την καρδιά του να κλωτσήσει και την σκέψη του να παγώσει.

– Δεν είναι δυνατόν …όχι!

– Δεν θα ήθελα αδελφέ μου να με έβλεπες νεκρό, αλλά … να ξέρεις πως δεν σε ξέχασα ποτέ μου και πάντα ονειρευόμουν τη στιγμή που θα σε ξαναέβρισκα.

– Δεν μπορώ να καταλάβω… το δαχτυλίδι… το πτώμα… εσύ, γιατί τόσο αργά?

– Αργά … σου είχα υποσχεθεί ότι θα γύριζα πλούσιος, ότι θα ήσουν περήφανος για τον αδελφό σου. Είναι τόσο αργά τώρα. Ξέχασε τα όλα σε παρακαλώ. Ήξερα που ήσουν, ποιος ήσουν, μα δεν ήθελα να ντρέπεσαι για μένα. Τώρα λοιπόν αδελφέ μου, άσε με να ηρεμήσω και σταμάτα τις έρευνές σου. Άσε με να πάρω μαζί μου ένα μυστικό που αν το μάθαινες, θα σε σκότωνε.

– Μα τι κακό θα μου έκανες? Έγινες πλούσιος, είπες, χωρίς παρανομίες αλλά παρ’ όλα αυτά κρυβόσουν. Γιατί δεν ήρθες να με βρεις? Πως και δεν σε βρήκα εγώ που ερευνούσα πάντα για σένα?
Ο αδελφός του τον κοιτούσε αλλά τα χαρακτηριστικά του, γίνονταν συνεχώς πιο παιδικά, ώσπου έφτασαν στην ηλικία που ήσαν παιδιά, τότε που έπαιζαν μαζί ξέγνοιαστα. Μπροστά από τον επιθεωρητά στέκονταν τώρα, ο αδελφός του στην ηλικία του παιχνιδιού και της χαράς. Του έγνεψε να κάτσουν κάτω και να παίξουν. Ο επιθεωρητής πλησίασε, έκατσε και άρχισε το παιχνίδι…
Στο γραφείο του επιθεωρητή, οι συνάδελφοί του ήταν ευχαριστημένοι από την επιτυχία τους. Είχαν κλείσει μόνοι τους την υπόθεση και το μόνο που τους έμενε ήταν να τον πάρουν τηλέφωνο.
– Είδε το τέταρτο δαχτυλίδι που ήταν ίδιο με το δικό του και θα παρομοίασε το νεκρό με τον εαυτό του. Πίνει πολύ τώρα τελευταία

… Πρέπει να τον βοηθήσουμε ως συνάδελφοι και ως φίλοι. Ποιος θα πάρει να του πει τα ευχάριστα?

Οι άλλοι συμφώνησαν και ο Τόμας σήκωσε το τηλέφωνο. Το τηλέφωνο χτύπησε και ο επιθεωρητής σαν να βγήκε από λήθαργο, πετάχτηκε όρθιος. Ένοιωσε σαν να χόρεψε κάποιος κλακέτες στο πρόσωπό του. Ο αδελφός του συνέχισε να παίζει ανέμελα και χωρίς να δίνει σημασία στην ανησυχία του. Σήκωσε το τηλέφωνο, ενώ η παράξενη παγωνιά που τον είχε αγκαλιάσει προηγουμένως, ξαναγύρισε.

– Κύριε επιθεωρητά, πως είστε?

– Καλά Τόμας, αισθάνθηκα μια αδιαθεσία γι’ αυτό έφυγα βιαστικά.

– Όλα εντάξει με την υπόθεση, Επικοινωνήσαμε με το Εγκληματολογικό με την πόλη VAASA και ανακαλύψαμε την ταυτότητα του πτώματος της λίμνης. Η υπόθεση είναι πολύ απλή! Χαίρομαι γιατί δεν θα κουραστείτε με αυτή την υπόθεση μιας και είστε αδιάθετος.

– Λοιπόν?

– Το πτώμα ανήκει στην Λουΐζα. Είναι γνωστό τραβεστί…
Τώρα με τα γεράματα όμως παρά τα πολλά πλούτη  που είχε αποκτήσει αισθανόταν μεγάλη μελαγχολία. Μέσα σε αυτό το χρόνο είχε κάνει δυο απόπειρες αυτοκτονίας. Βρέθηκε στο σπίτι της-του- ένα γράμμα που μιλούσε για την αυτοκτονία και τόνιζε ότι είναι ανώφελο να ψάξουν! Ο δεσμός που είχε πέθανε πριν δύο μήνες. Τώρα, γιατί διάλεξε την πόλη μας?   Ποιος ξέρει… ίσως για να μη βρεθεί η ταυτότητα της.

Το τηλέφωνο έπεσε στο δάπεδο και ο επιθεωρητής γύρισε προς τον αδελφό του. Το παιδικό κορμί είχε μείνει σαν άγαλμα, ακίνητο και μέσα από τις σάρκες του άρχισε να ορθώνεται το πτώμα της λίμνης. Ξαναγινόταν και πάλι σιγά-σιγά, κομμάτι-κομμάτι.

Ο επιθεωρητής ένοιωσε να βυθίζεται βαθιά στα τοπία της τρέλας. Η οπτασία, γύρισε την πλάτη και ξαναγύρισε είδε το πρόσωπό του αδελφού του να έχει γίνει γυναικείο. Τα χείλη έντονα βαμμένα, σαρκώδη, τα ζυγωματικά ψηλά και τονισμένα. Οι βλεφαρίδες μεγάλες, τα μαλλιά μακριά και βαμμένα ξανθιά. Τα χέρια ήταν σταυρωμένα μπροστά στο στήθος για να κρύβουν τη γύμνια του. Το πρόσωπο άρχισε να φωτίζεται και ένα γέλιο έσπασε την ησυχία ενώ τα πλούσια, από σιλικόνη στήθια, αναπήδησαν μέσα στα χέρια που τα έκρυβαν. Ο επιθεωρητής ψέλλισε από μέσα του το όνομα του αδελφού του.

– Χα, χα, χα, λέγε με Λουΐζα, δεν αισθάνομαι καλά με το παλιό μου όνομα … Άλλωστε το έχω ξεχάσει από καιρό …Έχεις γίνει ωραίος άνδρας αδελφέ μου! Δεν ξέχασα ποτέ πως είμαστε δεμένοι … σαν δύο όρχεις … χα! χα!

– Όχι, όχι …ο επιθεωρητής ούρλιαξε και έπιασε ασυναίσθητα όπως σε όλους τους κινδύνους το όπλο του.

– Μα τι λες αγαπημένε μου! Δεν θα σε αφήσω ποτέ πια! Χρειάζεσαι συντροφιά, με έχεις ανάγκη περισσότερο από κάθε τι … είσαι τόσο μόνος… Η Λουΐζα γελώντας όλο και πιο δυνατά άνοιξε τα χέρια και πρότεινε τη γυμνή αγκαλιά της.

– Έχεις εκλάβει για ζωή τα υποκατάστατά της, που στοίβαξες μέσα σου και ξέχασες πως τόσο τρέξιμο μάλλον στην θλιβερή απουσία του έρωτα το χρωστάς.

Ο επιθεωρητής ενώ βρισκόταν ένα βήμα από την αγκαλιά, τράβηξε το 357 magnum. Η οπτασία συνέχισε να γελάει υστερικά και αντί να απομακρυνθεί άρχισε να κλείνει σιγά-σιγά την αγκαλιά της, με αυτόν μέσα. Ο επιθεωρητής έβγαλε ένα ουρλιαχτό και το όπλο του άδειασε μόνο του…

Οι σφαίρες πέρασαν μέσα από το πτώμα της λίμνης, εξοστρακίστηκαν πάνω στη σιδερένια κορνίζα του όρθιου ρολογιού και διαπέρασαν το μέτωπο του επιθεωρητή που στα τοπία της τρέλας είχε χαθεί για πάντα.

Θανάσης Πάνου

 

links
Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου
Art-Imeros Thanasis Panou

Για το Βαγγέλη…

Όταν θα θυμάμαι τον Βαγγέλη Γιακουμάκη, θα βλέπω πάντα τα μάτια του, δυο θάλασσες θλίψης, σ’ εκείνη τη φωτογραφία.
Όταν θα θυμάμαι το δολοφονημένο (γράμματα γνωρίζω) παλικάρι από την Κρήτη, θα κλαίω που απ’ όλη τούτη τη ρημαδιασμένη γη δεν υπήρξε ούτε ένα εκατοστό καταφυγίου, ούτε μια ελάχιστη αγκαλιά για τούτο το παιδάκι.
Όταν θα θυμάμαι τον Βαγγέλη, θα αναθεματίζω όλους αυτούς που δεν έχουν την ανθρωπιά να προστατεύσουν τους Βαγγέληδες αυτού του κόσμου αλλά μπορούν μια χαρά να ανατρέφουν με καμάρι τους νταήδες που θα τους εξολοθρεύσουν.
Χρέος μου να θυμάμαι.
Να θυμάμαι και να θυμίζω.

Κ.Κ.