Αρχείο κατηγορίας Κείμενα & Άρθρα κλπ

Η φάρμα με τα likes & ο σκύλος με το σύνδρομο ντάουν-ντάουν… aka like farming…του Γιώργου Μικάλεφ

 Η αισχρή πράξη του να χρησιμοποιείς τη φωτογραφία ενός μικρού παιδιού με καρκίνο στο κρεβάτι  του πόνου, για να με μαζέψεις likes για τη γαμημένη κοινωνική σου σελίδα, λέγοντας παπαροκαριολιές (1like=1$, 1comment=3$, 1share=5$), θα έπρεπε να τιμωρείται επιεικώς, με κατ’ οίκον ξυλοδαρμό από καυλωμένους μπαμπουίνους.

Ακολουθούν και κάποιες άλλες γνωστές τεχνικές του like farming…

Επίκληση στα αντιρατσιστικά συναισθήματα. Ένα μαύρο πανέμορφο παιδάκι σε κοιτάει με τα μάτια λυπημένα επειδή δεν κάνουν like στη φωτογραφία του και στενοχωριέται… Εσύ όμως διαφέρεις και θα το αγαπήσεις!

Επίκληση στα θεία. Ο Ιησούς Χριστός σου χτυπάει την πόρτα. Θα του ανοίξεις? Κάνε like & share για να στείλεις τον κύριο μας να χτυπήσει και άλλες πόρτες απίστων…

Επίκληση στην εθνική ηλιθιότητα. Να περάσουμε τη σελίδα των Τούρκων που έχει 500.000 likes… για παιδιά δημοτικού που ανακάλυψαν πρώιμα τη μαλακία και τρομπάρουν κάνοντας ποδήλατο.

Επίκληση στην αγάπη για τα ζώα. Η φωτογραφία ενός φριχτά κακοποιημένου ζώου ή βίντεο με βασανισμό/δολοφονία και ένα κοινωνικό μήνυμα με προτροπή για κοινοποίηση για να σταματήσουμε το ανθρωπόμορφο κτήνος…

Επίκληση στην εκτονωτική διάθεση (όχι μαλακία)… φωτογραφία μιας κακοποιημένης γυναίκας, βίντεο ξυλοδαρμού Χριστιανού από Μουσουλμάνους, βιασμός γυναίκας χριστιανής από μουσουλμάνους συνεχίζοντας με ξυλοδαρμό & σύνθλιψη κεφαλιού με τσιμεντόλιθο και κοτρόνες και άλλα τέτοια άρρωστα, που θα κάνουν αρκετά έξαλλο έναν άνθρωπο, ώστε να κοινοποιήσει, να βρίσει και να ζητήσει το μαρτυρικό θάνατο των ιθυνόντων. Στη συνέχεια ακολουθεί μια σειρά σχολίων ή κοινοποιήσεων του προσβλητικού & κατάπτυστου περιεχομένου με προτεινόμενες ευφάνταστες τιμωρίες, από άτομα που φανερώνουν τον σαδιστή που κρύβουν μέσα τους.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Κάποιες από τις εκδοχές του likefarming συνδυάζονται με την ελληνοχριστιανική πλύση εγκεφάλου (μιλώντας για τη χώρα μας). Υπάρχουν επίσης σελίδες που προβάλουν τις ομορφιές της Ελλάδας μας και κάθε τόσο ύπουλα & μουλωχτά, κάνουν δεξιά & ακροδεξιά προπαγάνδα, χωρίς όμως τις περισσότερες φορές να δείχνουν ξεκάθαρα ποιον φασίστα υποστηρίζουν (αυτό το κάνουν στην κάλπη μετά οι ξύπνοι και αφυπνισμένοι νεοέλληνες…).

Ξέρω πως οι περισσότεροι από εσάς δεν θα κάνετε like ούτε θα κοινοποιήσετε τη φωτογραφία μου. Ένας όμως στους δέκα από εσάς, με μεγάλη καρδιά, θα το κάνει και ο Κώστας θα σωθεί… 1like=1$ για τη θεραπεία, 1share= ΣΚΑΣΣΣΣΕ!!!

Το άλλο που βρίσκω απαίσιο είναι τα βίντεο τύπου… “ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ”… Άντε και γαμηθείτε… Μικρή παρένθεση εκνευρισμού… για να τελειώσω… πολλές σελίδες από αυτές που έχουν καταφέρει με άθλιους τρόπους, να πάρουν χιλιάδες likes, στη συνέχεια πουλιούνται ή τσοντάρουν άρθρα (άσχετα με το όνομα, το περιεχόμενο της σελίδας και τους λόγους που έκαναν like όσοι έκαναν) σε blogs  με αυτόματο άνοιγμα διαφημιστικών παραθύρων κλπ$$$…

Δεν θέλω να σας κουράσω άλλο. Κάντε like στη σελίδα μας…

1like=θεραπεία για αιμορροΐδες ενός σαλιγκαριού
1share=αναψυκτικά & δρακουλίνια για αρκουδάκια πάντα με κατάθλιψη.

*Γιώργος Μικάλεφ

… 
*πατήστε στο όνομα μου για να κάνετε like
και στη σελίδα με αυτά που φτιάχνω.
1like=100$ για ορφανά
1share=5 μπύρες ευρωπαϊκές 
 

Ο Σταυρός του Καλλιτέχνη

402758_3003344318955_950533596_n

Πρωινό ξύπνημα με καφέ βαρύ γλυκό και ένα πιάτο γεμάτο ζαχαρωτά. Στο τραπέζι 7 καρφιά και ένα σφυρί από γνωστό πολυκατάστημα. Έξω από το παράθυρο δύο ρακούν και ένα μισομεθυσμένο άλογο. Ο καφές φάνταζε πικρός και τα ζαχαρωτά, πολύ γλυκά…  Η τηλεόραση πρόβαλε ζωντανά, ολόκληρη την τελευταία βδομάδα, το τέλος των ανασκαφών της Αμφίπολης. Ήταν η στιγμή που η τελευταία πύλη ανοιγόταν προσεκτικά και ο μέγας Αλέξανδρος, καβάλα σε ένα παπάκι κωλοφτιαγμένο, έβγαινε από τον τάφο γκαζώνοντας και βρίζοντας στα σλάβικα. Η τηλεόραση έκλεισε και ο Αλέξανδρος άφαντος. Μονάχα ένας ξύλινος σταυρός, αγορασμένος από γνωστό πολυκατάστημα, στεκόταν όρθιος στο σαλόνι.

Ο καλλιτέχνης ανέβηκε στη βάση του σταυρού κρατώντας στο αριστερό χέρι ένα σφυρί από γνωστό πολυκατάστημα. Πρώτα κάρφωσε τα πόδια του στη βάση με δυο σκουριασμένα καρφιά. Λάδι και καφές ξεχύθηκαν απ’ τις πληγές. Στη συνέχεια ακούμπησε το δεξί χέρι πάνω σε ένα ακέφαλο καρφί που ήταν είδη μπηγμένο στο δεξί άκρο του σταυρού. Με το αριστερό σφυροκόπησε τον δεξί καρπό, μέχρι εκείνος να χωθεί στο καρφί και να διαπεραστεί απ’ αυτό (συμβολισμός). Αναψυκτικό τύπου κόλα, ξεχύθηκε απ’ την πληγή. Το αριστερό χέρι τώρα, ανίκανο να καρφωθεί μόνο του στο καρφί, αποχώρησε οικιοθελώς από το υπόλοιπο σώμα και πέθανε μερικά λεπτά αργότερα από κατάθλιψη. Και το ημερολόγιο έγραφε 7  7 & 8…

Γιώργος Μικάλεφ

Untitled323

λάικ ιφ γιου λάικ
facebook.com/kolobooks
facebook.com/georgemicalefcreations
 

 GRAFFITI – ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ …του Θανάση Πάνου

Σκληρή η αντίδραση για το Graff. Οι νέοι «βρωμίζουν» τον χώρο με χρώματα , ενώ οι νομοταγείς πολίτες «ξεφορτώνονται» με άνεση , πλαστικά ποτήρια, κουτιά από τσιγάρα, έντυπα, μυριάδες γόπες … Ακόμη και ο τύπος περιγράφει τους writers ως παιδιά «χαμένα». Τους ρώτησαν αν θέλουν να κατοικούν σ’ αυτό που δεν μπορούν να αποδράσουν; Στην αβίωτη απάνθρωπη πόλη; Oi writers είναι ευφάνταστοι νέοι καλλιτέχνες και όχι επιπόλαιοι και αντιδραστικοί όπως τους περιγράφουν ορισμένοι – δυστυχώς και εκπαιδευτικοί. Θα επέλεγαν να πασαλείβουν τα πάντα αντί να δημιουργούν έργα έστω με τύχη εφήμερη. Ο νέος «επιστρατεύει» ποικιλόχρωμα σπρέι και φαντασία, λόγο και στάση ζωής απέναντι στο γκρίζο τοίχο του οποίου ο περίγυρος του τον θέλει γκρίζο «καθαρό» ή τον ανέχεται με τις μύριες όσες αντιαισθητικές διαφημίσεις ή και πολιτικές αφίσες. Δεν είναι τυχαίο ότι τα graffiti έχουν μια θεματολογία ευρεία, όπως , τον έρωτα, την αγάπη, την φιλία, την λατρεία για κάποια ποδοσφαιρική ομάδα, το πάθος, την εκδίκηση ή και την αδιαφορία προς το κατεστημένο , ζητώντας δραστικές αλλαγές. Η εικαστική μορφή τους είναι αποκαλυπτική του συναισθηματικού κόσμου του μαθητή. Λαβωμένες καρδιές , ζώα, πρόσωπα, λουλούδια «απαγορευμένα» , γεωμετρικά σχέδια, περιπαιχτικά σχόλια με σχέδια… Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας –έκφρασης αλά και εκτόνωσης. Είναι κατάθεση σκέψης , φιλοσοφία για τη ζωή αλλά και αποκαλύπτουν αρνητικά πρότυπα και ιδανικά. Είναι φωνές που περιγράφουν τα τοπία της ψυχής του εφήβου. Από την οπτική των κοινωνικών επιστημών είναι ένα χρήσιμο εργαλείο γιατί αντανακλούν το στίγμα της εποχής αλλά και της ψυχής των νέων. Αποκαλύπτουν την αρχέγονη ανάγκη της έστω πρόσκαιρης ιδιοκτησίας ¨ΤΟ ΕΡΓΟ ΜΟΥ!». ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΑ GRAFFITI: ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΟΥ Ή ΑΠΛΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ. (Συζητήσεις- σκέψεις- κείμενα , με τους FROG’ S WALL” )

Θανάσης Πάνου

links
Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου
Art-Imeros Thanasis Panou

Για Τον Μικρό Μου Φίλο… του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
 
Ήταν το μεσημέρι μιας ανοιξιάτικης μέρας που ξεκίνησε με δυνατό πονοκέφαλο και ένα σωρό ανούσιες υποχρεώσεις. Στο τραπέζι της κουζίνας ο μικρός μου φίλος, που δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του, μου εξομολογήθηκε ότι τα παιδιά στο σχολείο τον κοροϊδεύουν. Του βγάλανε και κάποιο όνομα που εκείνη τη στιγμή δεν το θυμόταν ή πιο πιθανό να ντρεπόταν να το αναφέρει. Τον ρώτησα πόσα ήταν αυτά τα παιδιά και μου απάντησε…
 
-Πολλά
-Όταν λες πολλά πόσα? 20?
-Όχι πιο λίγα
-30?
-Όχι πιο λίγοι
-10?
-Πιο κάτω.
-Πέντε?
-Ναι!
 
Προσπάθησα να τον καθησυχάσω λέγοντας του ότι τα παιδιά σε αυτή την ηλικία πολλές φορές μπορεί να είναι σκληρά και δεν καταλαβαίνουν και άλλες τέτοιες μαλακίες που το φοβισμένο μυαλό ενός οχτάχρονου δεν χαμπαριάζει με τέτοια επιστημονικά… Μόλις συνειδητοποίησα ότι αυτά που έλεγα δεν είχαν κανένα νόημα για τον μικρό μου φίλο, τον καθησύχασα πραγματικά λέγοντας του ότι θα πάω στο σχολείο στο δεύτερο διάλλειμα να τακτοποιήσω το θέμα. Τότε ο μικρός ηρέμισε και επιτέλους ξεκίνησε να τρώει ένα μεγάλο κομμάτι πίτσα.
 
Το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να σπάσει και το στομάχι μου ήταν σε μαύρα χάλια. Έφτιαξα μια ζεστή σοκολάτα και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν τα πουλιά απ’ έξω και ο μικρός στον υπολογιστή που έπαιζε ένα παιχνίδι με πρόβατα. Ξάπλωσα ανάσκελα και έκλεισα τα μάτια μου. Δεν την πάλευα με τίποτα. Κατέβασα τη σοκολάτα μου με τρεις ρουφηξιές και άρχισα να σκέφτομαι…
 
Μετά από μισή ώρα κουράστηκα να σκέφτομαι και σταμάτησα…
 
Το πρωί ο μικρός πήγε σχολείο χαρούμενος. Μού είχε εμπιστοσύνη. Πίστευε πως η παρέμβαση μου θα άλλαζε το καθημερινό του μαρτύριο. Δεν έπρεπε να τον απογοητεύσω… Πήρα τηλέφωνο τον Τζίμη.
 
Το κουδούνι χτυπάει. Τα παιδιά ορμάνε στην αυλή χαρούμενα φωνάζοντας. Τα παιχνίδια αμέσως ξεκίνησαν. Κυνηγητό η τρίτη τάξη με τη Δευτέρα, οι πιο μεγάλοι μπάσκετ και άλλοι παίζανε μήλα. Δυο περίεργες φιγούρες εμφανίζονται στο χωμάτινο δρομάκι στο πλάι του Δημοτικού σχολείου. Ο υποφαινόμενος με μια γελοία πλαστική μάσκα σκύλου και ο Τζίμης με μια τρομακτική λαστιχένια μάσκα λυκάνθρωπου. Με την σκυλήσια όσφρηση μου οσμίστηκα τα πέντε αρχίδια που πουλούσαν τσαμπουκά στον μικρό. Τα έδειξα στον Τζίμη με το μυαλό μου. Δεν χρειαζόταν δεύτερη κουβέντα…
 
Πηδήξαμε τα κάγκελα και βρεθήκαμε μέσα στην αυλή. Τα παιδάκια μας κοιτούσαν με απορία. Δεν έπρεπε να χάσουμε χρόνο. Ορμήσαμε τρέχοντας προς τα πέντε αρχίδια που μας κοίταξαν και γέλασαν με τις μάσκες μας.  Ένα μας έδειξε και κάτι πήγε να πει αλλά δεν πρόλαβε… η κλωτσιά που έφαγε στο στομάχι ήταν αρκετή για να το βουλώσει. Ο Τζίμης άρπαξε το πιο αδύνατο από τα πέντε και αφού το γύρισε τρεις φορές στον αέρα το πέταξε στις βατσουνιές. Αυτό γεμάτο αγκάθια έβαλε τα κλάματα και ούρλιαζε προσπαθώντας να ελευθερωθεί από τα βάτα. Την ώρα που χάζευα το μαλακισμένο με τα αγκάθια, έφαγα μια γερή κλωτσιά στα αρχίδια και λύγισα… άρπαξα το μικρό γαμήδι, του κατέβασα τα βρακιά και του έριξα μια γερή γροθιά στο μάτι. Έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε μέχρι να φύγουμε.
 
Μέσα στη μάχη τα  παιδιά γύρω-γύρω ούρλιαζαν, γελούσαν, άλλα κλαίγανε και κάποιοι μικροί ρουφιάνοι τρέξανε στο γραφείο να ζητήσουν βοήθεια. Ο μικρός μου φίλους κοιτούσε διακριτικά από απόσταση με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης. Για σένα μικρέ, είπα από μέσα μου καθώς κυνήγησα το μικρό κάθαρμα που πήγε να ξεφύγει και του έριξα μια τρικλοποδιά. Εκείνο σύρθηκε στην άσφαλτο γδέρνοντας άσχημα τα γόνατα του. Δεν το λυπήθηκα… Την ίδια ώρα ο Τζίμης σώριαζε καταγής τον τελευταίο της συμμορίας μετά από μια άγρια μάχη. Εγώ άρπαξα τον δικό μου γδαρμένο αλήτη, τον σήκωσα ψηλά και τον πέταξα πάνω στο κλαιγόμενο αρχίδι που είχα ρίξει πριν μέσα στα βάτα.
 
Η αποστολή επετεύχθη. Έκανα σήμα στον Τζίμη και αρχίσαμε να τρέχουμε προς τα κάγκελα. Στο δρόμο μας βρέθηκε ο διευθυντής του σχολείου μαζί με τη δασκάλα της έκτης. Ο Τζίμης ο λυκάνθρωπος έβγαλε από τη μέση τον χοντρομαλάκα με μια αεροκλωτσιά και εγώ αντιμετώπισα την νεαρή δασκάλα με μια γροθιά στο όμορφο γαλακτερό πρόσωπο της. Πηδήξαμε τα κάγκελα με ένα αξιοζήλευτο ακροβατικό σάλτο και χαθήκαμε στο δρομάκι και μετά κρυφτήκαμε μέσα στον σκοτεινό υπόνομο.
 
Την ίδια μέρα τα κανάλια βούιξαν. Όχι μόνο του νησιού αλλά και ολόκληρης της χώρας. Όλοι έλεγαν για την παράδοξη, άλογη, αισχρή και θρασύτατη επίθεση σε μαθητές και εκπαιδευτικούς δημοτικού σχολείου από τραμπούκους της δεξιάς.
 
Για μας όμως δεν ήταν έτσι… Εμείς χτυπήσαμε το θεσμό στα αρχίδια. Κάναμε τον μικρό μας φίλο περήφανο. Τώρα πια δεν φοβάται να πάει στο σχολείο, ούτε μένει νηστικός τα μεσημέρια. Τα πέντε άτριχα αλλά μελανιασμένα αρχίδια, παρακολουθούν ακόμα ψυχολόγους, δεν μιλάνε ιδιαίτερα και στα διαλείμματα κάθονται μέσα στην τάξη αμπαρωμένα…
 
Γιώργος Μικάλεφ
 

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Μικάλεφ «Σάπιες ιστορίες» 2013

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Ραντεβού τον Σεπτέμβρη…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μετά από μια ολίγον τι «ψόφια περίοδο» οι εκδόσεις μας και η σελίδα μας θα επιστρέψουν ξανά από Σεπτέμβρη αρκετά ζωντανές, ξανά στη ζωή και τέτοια… Αλλαγές στη ζωή, αλλαγές στους ανθρώπους, αλλαγές στο κόσμο, αλλαγές… Τα σκατά να κυβερνάνε, οι φασίστες τη δουλειά τους, το ποτάμι να κυλάει, η ελιά να κλαδεύεται, ο Άγιος να μας σώσει, πόλεμος να μας λένε ότι καραδοκεί σε κάθε γωνιά, κεφάλια να κόβονται από χριστιανούς, μουσουλμάνος & τον Άι Βασίλη, τα μέσα μαζικής μαλάκυνσης να έχουν  ξεφύγει εντελώς… Και κάπου εδώ έρχομαι εγώ και εσείς να γράψουμε ξανά καμιά αράδα… Τα λέμε λοιπόν σύντομα… Καλά να είμαστε και να μην κοιτάμε μόνο ΤΟ(ν) ΚΟΛΟ μας… Ραντεβού τον Σεπτέμβρη.

 

Γιώργος Μικάλεφ

Βία όπως λέμε άνθρωπος

Αφιερωμένο σε αυτούς που αντέδρασαν «βίαια»
στους ελέγχους στο Νοσοκομείο Κέρκυρας.

Παρά τις καλόπιστες διακηρύξεις του ουμανισμού ο ανθρώπινος βίος φαίνεται να είναι συνυφασμένος με την βία.
Το ανθρώπινο σώμα μοιάζει να συντηρείται και να αναπτύσσεται από τη βία δεδομένου ότι η εργασία και η σωματική άσκηση δεν είναι τίποτα άλλο από ένας  εθελούσιος καθημερινός τραυματισμός στον οποίο εκθέτουμε το μυοσκελετικό μας σύστημα.
Με βία κατάρρευσε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία και η βία, όσο αποκρουστική και αν φαντάζει, ήταν η τελευταία λύση των νομάδων προγόνων μας απέναντι στο πεινασμένο σαρκοβόρο αιλουροειδές.
Ο Αλέξανδρος βίαια απεμπλάκη από το αίνιγμα του γόρδιου δεσμού και ο χριστιανισμός εδραιώθηκε πάνω στα πτώματα του ιερατείου της αρχαίας θρησκείας. Ο Μαρά και ο Ροβεσπιέρος δεν ήταν χορτοφάγοι, το ίδιο μάλλον και οι επαναστατημένοι κινέζοι  χωρικοί της εξέγερσης των μπόξερ. Ο Δ. Σολωμός έγραφε τον εθνικό ύμνο στο απάγκιο τον Επτανήσων ακούγοντας το γλυκό, στα αυτιά του, τραγούδι των κανονιών, στην απέναντι ακτή και η κόψη του σπαθιού η τρομερή δεν φτιάχτηκε για να κόβουμε μπακλαβά και μόνο

Στον σύγχρονο αστικό πολιτισμό η βία εμφανίζεται κάτω από πολλούς μανδύες και είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της κουλτούρας μας. Αρκεί να ανοίξει κανείς την τηλεόραση ή να κάνει μια επίσκεψη σε ένα οποιοδήποτε κινηματογράφο για να διαπιστώσει ότι η κύρια θεματολογία του συντριπτικού ποσοστού των προβαλλόμενων ταινιών σχετίζεται με την βία και το σεξ. Η βία είναι η μαμή της ιστορίας, είχε πει κάποτε ένας γενειοφόρος κύριος και, η πραγματικότητα ακλόνητα επιβεβαιώνει αυτό το απόφθεγμα. Τι θα ήταν άραγε ο άνθρωπος χωρίς την επιλογή αυτής της ύστερης καταφυγής; μήπως αμοιβάδα, ή μήπως γυμνοσάλιαγκας που μπορεί να προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε σχήμα και στην χωρητικότητα του εκάστοτε χώρου που οι συνθήκες των εγκλωβίζουν;

Είναι προτιμότερο να μην συζητηθεί στο παρών κείμενο το εύρος και η εφευρετικότητα  των μορφών βίας που ασκούνται από το κράτος και τους θώκους του οικονομικού και πολιτικού συστήματος προς την πλειοψηφία των πολιτών. Αυτή η βία είναι άλλωστε πλέον αισθητή στους περισσότερους. Αυτό που έχει νόημα να εξεταστεί είναι το γιατί ανοίγει ξαφνικά αυτή η συζήτηση στην παρούσα φάση και ενώπιον μιας γιγάντωσης της βίας από την πλευρά των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους και των οικονομικών του εταίρων που επενδύουν και στηρίζουν την παρούσα πολιτική παραμόρφωση.

Το ελληνικό κράτος και κεφάλαιο συμπεριλαμβανομένου του κάθε παρατρεχάμενου εκδότη και καναλάρχη, απέκτησε ξαφνικά ευαισθησίες και μέμφεται την βία από όπου και αν προέρχεται;
Ή μήπως απλά οι προαναφερθέντες συσχετισμοί και μηχανισμοί διαισθάνονται ότι από στιγμή σε στιγμή , η αχλάδα θα κραδαίνει την ουρά της και η βία θα προκύψει ως η μόνη λογική και φυσιολογική αντίδραση των ανθρώπων που βιάζονται καθημερινά και με χίλιους δύο τρόπους.
Άρα λοιπόν οι εκ των άνω αναθεματισμοί της βίας είναι τουλάχιστον υποκριτικοί και στην ουσία, καλύπτουν πίσω από  ισχνό παραπέτασμα τους μεγαλύτερους φόβους των κραταιών δυνάμεων σχετικά με τις επικείμενες πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις.
Δυστυχώς όμως για αυτούς το νερό που φεύγει από την κήτη του ποταμού δεν αναχαιτίζεται ούτε με αναθεματισμούς, ούτε με πληρωμένες αναλύσεις της κακιάς ώρας, ούτε καν με φράγματα από σκυρόδερμα και σώματα κακό-πληρωμένων ένστολων σε εντεταλμένη υπηρεσία. (γιατί νομίζεται ότι τα κατά ευφημισμών σώματα ασφαλείας-παρέχουν ασφάλεια σε ποιους άραγε- είναι ο ένας και μοναδικός τομέας του δημοσίου που ακόμα γίνονται προσλήψεις ; και θα συνεχίσουν να γίνονται μάλλον, έως ότου να επιτευχθεί η αναλογία ένας αστυνομικός για κάθε τρεις πολίτες.)

Το νερό βρίσκει πέρασμα και η βία αναχαιτίζεται μόνο όταν εκλείψουν οι παράγοντες που την γεννούν. Προς το παρών αυτοί που εκστομίζουν πύρινους λόγους εκ του άμβωνος ενάντια στην βία, σε αντίθεση με τους περισσότερους από εμάς, δεν νιώθουν τίποτα να βιάζει και να εκβιάζει τις ζωές και τις επιλογές τους, εκτός ίσως από την δική μας οδύνη και την σάρκωση της στην βία, την δική τους νέμεση.

 

Παιδί φάντασμα
από την «επικράτεια του μηδενός» 

 

Eχει ο θεός, εμείς δεν έχουμε

Eχει ο θεός, εμείς δεν έχουμε
Μια ιλαρό-τραγική ανθρωπολογική ματιά στην κρίση
Κάποτε λέγαμε ότι η Ελλάδα είναι μια φτωχή χώρα με πλούσιους κατοίκους. Μια συνωμοτική παραδοχή ανάμεσα στους εκάστοτε εκπροσώπους της κεντρικής και τοπικής εξουσίας και το πόπολο που ανά τακτά χρονικά διαστήματα προσέρχονταν στις κάλπες με σκοπό να επικυρώσει αυτή την παραδοχή, με κριτήριο τις όποιες υποσχέσεις μιας ‘παχιάς αγελάδας’, που φαινομενικά η γαλακτοπαραγωγική της ικανότητα ήταν εφάμιλλη του κέρατος της Αμάλθειας.
 Αυτή η πολιτική της υπόσχεσης δεν αφορούσε βέβαια μόνο στις τελετουργικές επιτελέσεις , τις εκλογές δηλαδή, στην χώρα της ‘φατριοκρατίας’, αλλά και σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου.
        Η αλήθεια είναι ότι μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1990 αυτή η άνευ όρων ευνοιοκρατία και η δυνατότητα παροχών που προαπαιτείται για την ύπαρξη μιας τέτοιας μορφής οικονομικής και πολιτικής διαχείρισης, είχε τις ρίζες της στο γεγονός ότι οι φορείς της εξουσίας στην Ελλάδα είχαν πόρους και προνόμια εξασφαλισμένα.
Αυτά διασφαλίζονταν από μια apriori στήριξη, που εκπορεύονταν από την απέναντι όχθη του ατλαντικού, και σκόπευε στην διαφύλαξη των γεωπολιτικών συνόρων της Βορειοατλαντικής συμμαχίας.
        Συνέπεια της έκβασης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα ψυχροπολεμικό status quo, που σε εθνικό επίπεδο απαιτούσε την αποσιώπηση της ιστορίας και την τεχνητή-επίπλαστη ευημερία (εξαγορά-πεσκέσι) απαραίτητη για την επικράτηση μιας ιστορικά αμνησιακής και ανάλγητης κοινωνικής και πολιτικής ραστώνης.
Τα πρόσωπα της εξουσίας ήταν και είναι θαρρείς, σαν να είχαν εγχαραχτεί σε αρχαία μάρμαρα, ή να είχαν φυτευτεί στο ελληνικό χώμα, ως οι ιδανικότεροι τοποτηρητές μιας σιωπηλής  κατοχής αποικιοκρατικού τύπου, που ο έλεγχος ενός λαού είναι αποτελεσματικότερος στον βαθμό που δεν γίνεται καν αντιληπτός.
        Αυτοί λοιπόν οι εγχώριοι εκπρόσωποι και προνομιακοί συνομιλητές των υπερπόντιων προστατών της πολιτικής ζωής της χώρας, ανήκουν σε ένα λαό που έχει ως βάση της κοινωνικής οργάνωσης του την επονομαζόμενη διευρυμένη οικογένεια. Αυτό το γεγονός καθορίζει όλες τις εκφάνσεις του ιδιωτικού, κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού βίου της Ελλάδας, με τέτοιο τρόπο, που ακόμα και το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα της εποχής (ο καπιταλισμός) εφαρμόστηκε εδώ με ένα ιδιαίτερο και χαρακτηριστικά μεσογειακό ταμπεραμέντο. Το κύριο σλόγκαν αυτής της θυμικής προσέγγισης στην διαχείριση του τόπου είναι το «ότι φάμε ότι πιούμε και ότι αρπάξει η τσέπη μας», η δική μας, της οικογενείας μας και των μακροσκοπικών συμμαχιών που συνάπτει αυτή με άλλα οικογενειακά μορφώματα (κουμπαριές, φατρίες).
        Ασφαλώς μην φανταστεί κανείς μιαν αλτρουιστική ή συλλογική διάρθρωση αυτών των σχέσεων. Η δύναμη και η τιμή ενός σογιού αποτελούσε και αποτελεί καθρέφτισμα της προσωπικής μεγαλοσύνης του κάθε πάτερ φαμίλια. Μιλάμε λοιπόν για σχέσεις ιδιοκτησίας και παροχής και όχι για την αφέλεια της αγάπης και της φυσικής συνεργασίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε οικεία πρόσωπα. Μιλάμε για ίντριγκες και διαμάχες, για περιοδική τήξη και πήξη του κοινωνικού ιστού, για επιδεικτική κατανάλωση, πόλωση και τρελές τρικλοποδιές.
         Αυτός είναι και ο βασικός λόγος του ότι οι τοποτηρητές, δεν διαχειρίστηκαν τον πολιτικό και οικονομικό βίο με την Καλβινιστική δυσκοιλιότητα των Ευρωπαίων ετέρων μας, καθώς η βάση της πολιτικής τους στήριξης δεν αντιλαμβάνεται έννοιες όπως το κοινό συμφέρον, παρά μόνο εφόσον η έννοια του κοινού διαχέεται μέσω της οικογενειοκρατίας και της προσωπικής άνευ όρων καταξίωσης.
Το διακύβευμα λοιπόν δεν είναι η προσφορά ή η ενεργή ένταξη σε αφηρημένες και ξένες προς τους ιθαγενείς της Ελλάδας έννοιες, όπως αυτές της κοινωνικής συνοχής και οικονομικής ανάπτυξης, άλλα το πόσα στόματα μπορεί να ταΐσει ο αρχηγός, ο νοικοκύρης, ο πατέρας.
Η αναξιοκρατία, βασικός άξονας σε αυτή την πραγματικότητα, ποτέ δεν μας ενόχλησε, διότι οι οικογενειακές σχέσεις δεν στηρίζονται στην ατομική αξία, αντιθέτως αυτή είναι αυτονόητη και πάει χέρι-χέρι με την τιμή και την δόξα μιας οικογένειας, και φυσικά των παρατρεχάμενων στομάτων που αυτή μπορεί και ταΐζει.
        Ως φυσική συνέπεια των παραπάνω, στο πολιτισμικό και γλωσσικό πεδίο, ατάκες όπως το «μαζί τα φάγαμε», «όλα δικά μας είναι» κλπ συμβαδίζουν με την διακήρυξη του προσωπικού κύρους του εκάστοτε μικρό-φύλαρχου και η βάση του κοινωνικού συμβολαίου συνοψίζεται στην λεκτική επιβεβαίωση «ασφαλώς» με την τελευταία συλλαβή να προφέρεται με όλο το παχυλό βάρος της διαφοράς δυναμικού που εμπεριέχεται σε αυτού του τύπου δοσοληψίες. Έτσι η διαβεβαίωση «δικό μας παιδί είναι» έφτασε να είναι το motto μιας κοινωνικής συνοχής, βασισμένης στον ‘κώδικα των κλεφτών’.
        Το ηθογραφικό σκιαγράφημα αυτών των πρακτικών οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι, το γεωπολιτικό οικόπεδο της Ελλάδας στεγάζει μια κοινωνία που έσφυζε και ακόμα και τώρα ξεχειλίζει από μια από κοινού συμφωνημένη ανειλικρίνεια, (μεταξύ κατεργαραίων βέβαια δεν τίθεται ζήτημα) την εγγενή δουλικότητα που χαρακτηρίζει τις σχέσεις αφέντη και επιστάτη , την αμετροέπεια και έπαρση της ‘φυτευτής’ εκπροσώπησης και την συνολική αντίληψη ότι εφόσον η τράπουλα είναι προσημειωμένη θα κερδίζουμε για πάντα στην τοποθετημένη στο απυρόβλητο μπανανία μας. Έλα όμως που η ιστορία, όπως και ο διάβολος, δεν συμμερίζεται την γνώμη μας, στις τροπές και εκτροπές που ακολουθεί.
         Το σκηνικό άλλαξε ριζικά για την περιοχή μας μετά την πτώση του Σοβιετικού μπλοκ. Το κέντρο του ενδιαφέροντος μετατοπίστηκε σε άλλες γειτονιές και εμείς μείναμε να φυλάμε Θερμοπύλες, που πλέον διαβαίνουν μόνο μετανάστες και πρόσφυγες. Δεν λέω, βέβαια είναι και αυτός ένας ρόλος, όπως και αυτός του έθνους των σερβιτόρων, άλλα δυστυχώς δεν αποδίδει αρκετά για να συντηρηθεί το Pottlatch των προηγούμενων δεκαετιών, που εξαιτίας αυτού, τώρα όχι μόνο δεν υπάρχει δυνατότητα παροχών, αλλά έχουν μαζευτεί και πολλά σπασμένα. Ως συνέπεια του κλεισίματος της στρόφιγγας τα στόματα ανοιγοκλείνουν πεινασμένα και μέρα με την μέρα καθίστανται όλο και πιο οργισμένα.
        Δεν υπάρχει όμως λόγος για ανησυχία, όλα οδεύουν βάση σχεδίου.
Οι κατά ευφημισμό «φίλοι και σύμμαχοι μας» έχουν προβλέψει και για αυτό. Όταν τελειώνουν οι παροχές και τα καλοπιάσματα διαφαίνεται το πραγματικό πρόσωπο του δυνάστη και της σχέσης που διατηρεί με τα αποικιακά υποκείμενα. Οι τοποτηρητές εξαργυρώνουν προληπτικά τις υπηρεσίες τους, με εισιτήρια one way προς την καταξίωση, σε άλλες ηπείρους λιγότερο αναβράζουσες και όσον αφορά τους υπόλοιπους υπάρχει παλιά και δοκιμασμένη συνταγή. Βίαια, εξευτελιστική συνουσία και ξύλο, εκφοβισμοί και εκβιασμοί όλων των ειδών, Χρυσά Αυγά και ενορχηστρωμένη στροφή του θυμού μας στους ακόμα πιο κάτω από μας και πάει λέγοντας. Ας το απολαύσουμε λοιπόν ‘κουμπάροι’ αφού δεν μπορούμε να το αποφύγουμε και έχει ο θεός, εμείς δεν έχουμε.
παιδί φάντασμα

 από την «επικράτεια του μηδενός» 

Η γοητεία ενός τρύπιου γκρίζου κροτάφου… του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Πήγα στη θάλασσα χθες και βούτηξα βαθειά μέσα της για να βγάλω μια σουπιά και πείρα το μελάνι της και άρχισα να πληκτρολογώ… αναμνήσεις των τελευταίων καιρών λέει, που έρχονται ποιο έντονα στο μυαλό και να ζουμπάω τη σουπιά και μελάνι να μη βγαίνει μα να φτύνει αίμα… αίμα και να λερώνει τη διασταύρωση που ερχόμουνα στα κρυφά για να σε πάρω να χαθούμε… αίμα και να βάφει την άσφαλτο εκεί που σκοτώσανε τον Βασίλη… Και ήταν καλός Άνθρωπος ο Βασίλης. Μα εσύ δεν μου μιλάς από καιρό.

Έκλεισα το παράθυρο και τράβηξα την κουρτίνα. Κάτι βρωμούσε έντονα και ήθελα να πιστεύω πως ήταν απ’ έξω. Βγήκα και εγώ για να δω τι γίνεται. Περπάτησα με συντροφιά μου ένα κομμάτι χαρτί που περιέγραφε πόσο άχρηστος & ανεπιθύμητος ήμουν για το προβατοποιείο τους. Κανείς δεν αύξησε τον τόνο της φωνής του, ούτε καν μου μίλησε. Μονάχα μια μάνα που ποτέ δεν άκουσα, ούρλιαζε και έκλαιγε στο τηλέφωνο και εγώ να κοιτάω το παιδί της να το περνάνε νεκρό από μπροστά μου και να βλαστημάω & να βρίζω… Και οι φονιάδες ήταν αυτοί εκεί μέσα. Και ο εχθρός ήταν εκεί μέσα κι αυτός… Εμείς φύγαμε το βράδυ τρέχοντας μες τη βροχή. Το παιδί πέθανε εκεί μέσα.

Η μυρωδιά της σάρκας που σαπίζει είναι ανυπόφορη και δεν συνηθίζεται με τίποτα. Αλλά δεν γαμιέται. Καινούρια μέρα και δεν ανοίγω το παράθυρο. Μόνο την πόρτα και βγαίνω έξω και κλείνω γρήγορα πίσω μου μην μπει η βρώμα μέσα. Σε βρίσκω και περπατάμε μαζί παραλιακά. Ο εχθρός μας πλησιάζει και μας λέει καλημέρα. Είναι ένας ευπαρουσίαστος νεαρός ρουφιάνος που τον βαφτίσαν προϊστάμενο. Είναι ο ίδιος καριόλης που παρίστανε τον ταγματασφαλίτη. Ό ίδιος ξεφτιλισμένος που έδινε ανθρώπους στον φονιά για 48 αργύρια. Και ο νεαρός ξεφτιλίζει την κυρία που έχει πατήσει τα 50 και προσπαθεί να κρατήσει το σπίτι της όρθιο. Και ο όμορφος νεαρός της βλαστημάει και την βρίζει χυδαία για κάτι ανούσιο για μένα & για σένα. Και εσύ  αναρωτιέσαι ακόμα ποιος είναι ο εχθρός? Είναι αυτός που με μια τουβλιά στο κεφάλι αιμορραγεί τώρα στην άσφαλτο και λερώνει το ακριβό του σακάκι…

Γυρίζω στο σπίτι λαχανιασμένος. Είναι αργά το βράδυ πια και εσύ διακόπτεις τον ύπνο σου για να με ρωτήσεις αν βλέπω. Σου λέω πως εσύ βλέπεις και πως κάποιοι την βόλεψαν και κάποιοι άλλοι σακατευόταν από τα χαμαλίκια ή σκοτώνονταν για ένα γαμημένο μεροκάματο και ήταν παιδιά ρε πούστηδες και είχανε μανάδες να ουρλιάζουν και να κλαίνε και να μην το πιστεύουν και να βλέπουν το παιδί τους σκοτωμένο και να το πιστεύουν και να τρελαίνονται και να τρελαίνομαι και εγώ μαζί τους… Αντιδρώ υπερβολικά? Άνθρωπος είμαι ρε…

Χτυπάει η πόρτα… ανοίγω. Ήταν ο Κίτσος. Μου λέει “μαλάκα τι έκανες? Τι βρώμα είναι αυτή? Σαπίλα σκέτη!” Του λέω πως κάτι ψόφησε κάπου εδώ απ’ έξω και δεν μπορούμε να βρούμε το κουφάρι. Αναρωτήθηκα για μια στιγμή αν άρχισα να σαπίζω αλλά δεν νομίζω μωρέ. Θα το έβλεπα. “Να φτιάξω δυο φραπέδες πριν φύγουμε?” Δεν γαμιέται. Θα το φάνε τα σκουλήκια το κουφάρι να χορτάσουνε.

Γυρίζω το βράδυ ελαφρά πιωμένος. Παρκάρω άτσαλα το τρένο στο πλάι του σπιτιού και καταουράω τον φοίνικα. Ακόμα βρωμούσε σαπίλα κάπου εκεί έξω. Μπαίνω σπίτι και κλείνω την τηλεόραση. Βγαίνει ένα ανδρείκελο και λέει ότι η γοητεία των γκρίζων κροτάφων σε συνδυασμό με την επαγγελματική επιτυχία προσφέρουν σε μια γυναίκα με αυτογνωσία την ώριμη ασφάλεια ζωής που της πρέπει. Γελάω και ανοίγω το τηλέφωνο για να αντικρίσω μία σφαίρα να διαπερνά έναν γκρίζο κρόταφο και το ψοφίμι της αυλής να γελάει υστερικά. Η ομορφιά όλου του κόσμου ξεχύθηκε μαζί με ουρικό οξύ μέσα από αυτή την τρύπα και η γιαγιά μου παντρεύτηκε τον καλύτερο μου φίλο. Έπεσα για ύπνο αλλά δεν τα κατάφερα και σηκώθηκα. Τα ρακούν στον κήπο κάνανε πολύ φασαρία.

Ξυπνάω το τηλέφωνο νωρίς το πρωί και του βάζω υπενθύμιση. Τετάρτη 21 Αυγούστου έχω έκθεση ζωγραφικής στην Κερκυραϊκή Πινακοθήκη. Θα ‘χει και κρασί της θειας μου απ’ το χωριό και θα φτιάξει και κωλοκυθοκεφτέδες η μάνα μου. Έχω και καινούρια έργα να δείτε από κοντά. Σας περιμένω μετά τις 8μ.μ.

Γιώργος Μικάλεφ

Το Αυτοπυρπολημένο Μυαλό Δύο Σκύλων & Τρεισήμισι Κιλά Αγάπης …του Γιώργου Μικάλεφ

Image

Καιρό είχα να γράψω… Τώρα που χορτάσαμε παγωτό, καφέ και θάνατο, είναι ο καιρός καλός για εξωτερική αναζήτηση και καταγραφή…

Ο δρόμος φαινόταν ατέλειωτος και πράγματι ήταν… ο καθένας διαλέγει τον δρόμο του και ο δικός μας θαρρείς δεν θα τέλειωνε ούτε εκείνο το βράδυ.  Ένοιωσα να πνίγομαι και σου ζήτησα να σταματήσεις. Κατέβηκα από τ’ αμάξι ζαλισμένος. Έπεσα στα γόνατα. Βγήκες να με βοηθήσεις, να δεις τι μου συμβαίνει μα σαν με αντίκρισες σε πλημύρισε ο τρόμος   σαν κατάλαβες πως δεν ήμουν εγώ αυτός που κοιτούσες… Εγώ ήμουν χαμένος κάπου μακριά και τα μάτια μου είχαν κλείσει…

Όταν τα άνοιξα δεν ήξερα που βρισκόμουν. Η μυρωδιά της αρρώστιας έμπαινε μέσα στα πνευμόνια μου… Ένα σπασμένο κομμάτι καθρέφτη στο πάτωμα βουτηγμένο στο αίμα, μου έδωσε να καταλάβω πως ήμουν σε κακά χάλια. Το φως κίτρινο και άρρωστο σαν το δέρμα μου εκείνο το βράδυ. Μια πόρτα στο βάθος και θόρυβοι… σημεία ζωής σκέφτηκα και είπα να τρέξω και την άνοιξα για να βρεθώ μαζί με τους ζωντανούς, μα με το θέαμα που αντίκρισα πεθύμησα ξανά τους σάπιους και τους σπασμένους… Αντίκρισα ένα μάτσο ανδρείκελα με βαθιά ντεκολτέ, τόσο ερωτευμένα με την ομορφιά τους, τραβάγανε μαλακία μπροστά σε έναν τεράστιο σπασμένο καθρέφτη στον τοίχο, την ώρα που οι μανάδες τους ξεπούλαγαν ισόβια τις ζαρωμένες σάρκες τους με δημοσιουπαλληλικά όνειρα. Δεν άντεξα… ξέρασα πάνω στους εφιάλτες τους και μπήκα στο τρένο…

Πάρκαρα το τρένο στο γκαράζ και μπήκα σπίτι. Έφτιαξα καφέ να ξενερώσω. Τα χέρια μου χτυπημένα και το κουταλάκι μου έφυγε δυο φορές από τα χέρια και η Παναγία μου έφυγε τρεις φορές από το στόμα…

 Έκατσα στον καναπέ μετά από καιρό και άνοιξα την τηλεόραση. Είχα ξεχάσει πόσο άνετος ήταν. Κρύωνα και σκεπάστηκα με μια κουβέρτα. Το κεφάλι μου το ένοιωθα τόσο άσχημα χτυπημένο που δεν άντεξα και έβαλα ειδήσεις. Ακρωτηριασμοί, πατρίδες, δώρο ένα πλυντήριο, σεισμός, θάνατοι, φόβος θανάτου, φόβος φτώχειας, φόβος τρομοκρατίας, φόβος, έλεγχος, φαντασμαγορικά σώου με τραγούδι και χορό και μπόλικη δόση χούντας. Άντε γαμηθείτε… πείρα δυο χάπια και έπεσα για ύπνο…

Ξύπνησα και είδα το πρόσωπο σου να λάμπει. Καθόμασταν σε μια στάση λεωφορείου. Έλαμπες. Η παράσταση είχε τελειώσει και χαζεύαμε το κωλόμπαρο απέναντι με τα δωμάτια από πάνω που κανείς δεν θα νοίκιαζε. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στην πολυκατοικία και τα καλώδια απ’ τις κεραίες που τρυπούσαν τα πλευρά της. Σε κοίταξα ξανά… ήρθε το λεωφορείο να μας πάρει στο σπίτι…. Σ’ αγαπώ…

Το τηλέφωνο χτυπάει… Μόλις είχα καταφέρει να κοιμηθώ. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει όπως κάθε φορά που χτυπάει τέτοια ώρα το τηλέφωνο… Το σήκωσα… η φωνή σου στο ακουστικό… είμαστε βλέπεις καταδικασμένοι να σηκωνόμαστε, μαχαιρωμένοι κάθε φορά από αυτοαποκαλούμενους ανθρώπους και οι καρδιές μας να χτυπάνε ακόμα και όταν θα κολυμπάμε στα βαθιά, με μυαλά αυτοπυρπολημένα, να ατενίζουμε στο χάος τους και να ζητάμε λύτρωση… Σε φιλώ… Καλή σου νύχτα…

 

Γιώργος Μικάλεφ

Love, Peace & το Μπλε Μαγιόξυλο ενός Ισπανοτσολιά …του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Σαββάτο βράδυ και η προσπάθεια ανεύρεσης καλής ταινίας απεδείχθη άκαρπη. Έξω από το παράθυρο τα τέρατα του δρόμου κοιμόταν απειλητικά και εμπόδιζαν κάθε έξοδο από την κοινωνία. Καταλήξαμε στο “Into The Wild” που τόσα πολλά είχαμε ακούσει. Δεν πρέπει να καταφέραμε να τη δούμε ως τη μέση. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι είχε στο μυαλό του ο Χριστόφορος McCandless όσο ζούσε, αλλά η ταινία παραήταν κάπως… περίεργη. Τι να πούμε και εμείς που μεγαλώσαμε βυζαίνοντας σκίουρος και τρώγοντας κομματάκια άθλιας σοκολάτας, στις φτωχογειτονιές της Ευρασίας…

 …

Φάγαμε τα σουβλάκια, κατέβηκα απ’ το λεωφορείο και πείρα ένα τρένο. Μπήκα στην πολυκατοικία, ανέβηκα με τον ανελκυστήρα και περπάτησα τις σκάλες. Χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξες την πόρτα. Μου είπες πως μ’ αγαπάς και ο σκύλος σου με φώναξε στο μπαλκόνι. Έντρομος μου έδειξε δέκα Ισπανοτσολιάδες να αράζουν πάνω σε ένα κομμάτι πλεξιγκλάς, δίπλα στο τσιπουράδικο του άγιου Χριστόφορου του Κυνοκέφαλου. Προσπάθησα να ηρεμίσω τον γάτο, χαϊδεύοντας του το κεφάλι και μπαίνοντας πάλι μέσα σε φίλησα στο στόμα και σου είπα πως σε αγαπώ και εγώ… μα εσύ δεν με πίστεψες.

 …

Κατέβηκα απ’ το τραμ και αγόρασα μια πίτα με γύρο, πατάτες και σάλτσα και καθώς το λάδι έσταζε και γυάλιζε το πλαστικό των παπουτσιών μου, άρχισα να φιλοσοφώ τη ζωή…

 …

Εμείς δεν γίναμε ποτέ Ισπανοτσολιάδες και τα δικά μας τα κουφάρια, τα έκαιγε η ιερά εξέταση την ώρα που εσείς βρίζατε κάποιον άγνωστο υπουργό δικαιοσύνης, πίνοντας ντόπιες μπύρες σε κάποια συναγωγή… εμείς βρίζαμε τον ίδιο τον Θεό και πηδιόμασταν σαν τα ζώα για να ερωτευθούμε σαν άνθρωποι, όπως μου είπε πρόσφατα μια φίλη… κάπου το είδε γραμμένο… και στο παράθυρο από κάτω έγραφε… “ΑΓΑΠΗ ΡΕ ΜΟΥΝΙΑ”. Το είδα καθώς προσπάθησα να σηκωθώ μονάχος, αιμορραγώντας σε μια σκοτεινή μεριά της πλατείας, διαπιστώνοντας πως δεν μπορούσα πια να σηκωθώ, πέφτοντας ξανά κάτω μέσα στα δικά μου αίματα και φωνάζοντας βοήθεια χωρίς να μου έχει απομείνει φωνή, αφού την ξόδεψα όλη για να γελάσω με ένα ζευγάρι παραμορφωμένα χέρια…

 …

 Πώς να σε πάρω μετά στα σοβαρά αγαπητό κουτσαβάκι που θες να μαρκάρεις την περιοχή σου? Πετάω τα χαρτιά μου και πάω πάσο, αφού πρώτα μπλοφάρω μέχρι να γαμηθώ ξανά στα γέλια για τη σιγουριά σου. Έχεις περάσει πολλά… είμαι σίγουρος… Έχεις γυρίσει και τον κόσμο, στα ρηχά πάντα κολυμπώντας και έχεις ζήσει σε μέρη μακρινά, μακριά απ’ τους δικούς σου που πάντα θα σε αγαπούν για το ανήσυχο πνεύμα σου και εσύ θα σηκώνεις τα λεφτά από την τράπεζα και θα σκέφτεσαι αν θα τους σηκώσεις το γαμημένο τηλέφωνο, τυφλωμένος από το όραμα σου για έναν καλύτερο κόσμο, πνίγεσαι ανάμεσα στα υγρά μπούτια κάποιας πρώην σου…

 …

Βλέπεις άνθρωπε, που ποτέ δεν θα γίνεις φίλος μου, εμένα οι φίλοι μου μπαίνουν στα μαγαζιά, που εσύ θα πας για να (ε)πηδήξεις και ξερνάνε με κραυγές πάνω στα πανάκριβα σου ρούχα και γεμίζουν με ξερατά και όνειρα τα καλοχτενισμένα μαλλιά της γκόμενας σου. Φεύγοντας φοράνε τρία σακάκια μαζί (το ένα ήταν δικό σου) και γράφουν στα αρχίδια τους κάθε φασίστα πορτιέρη. Εμένα οι φίλοι καρφώνουν το μαχαίρι στην παλάμη τους και ύστερα χέζουν επάνω στην καλαισθησία σου και τον εγωκεντρισμό σου. Και όταν ο πατέρας σου αρχίζει να παινεύεται για το γιο του, καθώς παραγγέλνει σουβλάκια, για να μας δείξει πόσο πετυχημένος είσαι, εμείς παραγγέλνουμε κοντοσούβλι και τον γράφουμε στ’ αρχίδια μας. Πως θες να κάνουμε παρέα λοιπόν?

 …

“Θάνατος σε αυτούς που δολοφονούν την αγάπη

…και σκατά στους φασίστες”

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Γιώργος Μικάλεφ