Η ξαδέλφη και η θάλασσα – Ιστορίες του Υάκινθου Ζαβολαίμη #02


Πρώτο μπάνιο για φέτος. Δεν μου αρέσει η θάλασσα… Βασικά δεν μου αρέσει ο δρόμος μέχρι τη θάλασσα, η ζέστη έξω από τη θάλασσα, μα κυρίως… οι άνθρωποι στη θάλασσα. Ήρθε όμως η ξαδέρφη μου η Ερασμία για Σαββατοκύριακο στο νησί και μου τα ‘πρηξε να την πάρω στη θάλασσα όπως τότε… Την συμπαθούσα την Ερασμία από μικρή. Πρώτη μου ξαδέρφη από το σόι της μάνας μου και πολύ ξύπνιο παιδί. Της έριχνα πέντε χρόνια. Τώρα, εκείνη σαράντα, εγώ σαράντα πέντε και πηγαίναμε στη θάλασσα όπως και τότε που ήμασταν μικράκια. Δυο βήματα μεν αλλά μέχρι να φτάσουμε είχα χάσει τρία κιλά ιδρώτα.


Για καλή μας τύχη δεν είχε πολύ κόσμο. Περάσαμε δυο τρεις οικογένειες. Τα μούλικα τους ουρλιάζανε λες και τα σφάζανε. Κάποιοι παίζανε ρακέτες. Ένας μπάρμπας με την κυρά του και το ραδιοφωνάκι στο αφτί να παίζει κλαρίνα. Ο Χριστός και η Παναγία… Εμείς πήγαμε και αράξαμε στην άκρη της παραλίας δίπλα σε κάτι βράχια. Στρώσαμε όμορφα τις ψάθες μας, έχωσα την ομπρέλα στην άμμο και αράξαμε. Είχε πέσει βουβαμάρα για λίγο. Είχα έξι χρόνια να τη δω. Από την κηδεία της Χριστίνας. Χτύπησε το τηλέφωνο την Παρασκευή και μου είπε “Ξάδερφε ετοιμάσου, αύριο έρχομαι.” Αναγνώρισα αμέσως εκείνη την κοριτσίστικη φωνή που δεν μπορούσε να την αλλάξει ο χρόνος. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από τα Καλοκαίρια εκείνα των παιδικών μας χρόνων. Με είχε πιάσει μια νοσταλγία. Περνάνε τα χρόνια. Εγώ ένιωθα ήδη γέρος αλλά εκείνη δεν άλλαξε καθόλου…

Η Ερασμία γύρισε μπρούμυτα. Τότε παρατήρησα ότι το μαύρο μαγιουδάκι που φορούσε, κάλυπτε ελάχιστα τον αψεγάδιαστο της κώλο. Έπειτα έλυσε το σουτιέν της για να μην της κάνει γραμμή όπως μου είπε. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από αυτά τα θεσπέσια, μαυρισμένα κωλομέρια. Δεν ξέρω αν φταίει που είχα καιρό να γαμήσω… ένιωθα την πούτσα μου να σαλεύει μέσα στο μαγιό. Μου ζήτησε να την αλείψω με αντηλιακό. Ανάθεμα με, πώς να πω όχι… Άρχισα να της αλείφω την πλάτη. Έκανα στην άκρη τις καστανές της μπούκλες και καθώς την άλειφα, διαπίστωσα πως είχα καυλώσει άσχημα. Προσπαθούσα να το κρύψω με μια ανορθόδοξη στάση σώματος. Τότε μου ζήτησε να της βάλω και πιο χαμηλά… “Χριστέ δείξε έλεος!” είπα από μέσα μου. Της έβαλα αντηλιακό στα κωλομέρια και άρχισα να τα αλείφω μαλακά-μαλακά. “Στα πόδια εννοούσα βρε” είπε γελώντας “αλλά αφού έβαλες που έβαλες, άλειψε τον καλά. Κρίμα να καεί…” Είχα γίνει κατακόκκινος και τότε γύρισε το κεφάλι προς τα εμένα και μου λέει με νάζι “Καλέ πως έγινες έτσι; Με ντρέπεσαι; Την ξαδερφούλα σου; Τη μικρή σου την ξαδερφούλα…” Και τότε κοίταξε και πιο κάτω και είδε τις καύλες μου… “Άπαπα καημενούλη… Με την ξαδέρφη σου βρε τέτοια πράματα;; Θα σε κάψει ο Θεούλης! Άντε, πήγαινε να πέσεις στη θάλασσα μπας και σου πέσει.” Πήγα και ευτυχώς ο κόσμος ήταν μακριά μας και κανείς δεν μπόρεσε να δει το “αντίσκηνο” μου. Μονάχα η Ερασμία που χαζογελούσε πίσω μου.


Βούτηξα αμέσως και άρχισα να κολυμπάω. Πήγα μέχρι τα βαθιά, κολύμπησα λίγο και μετά γύρισα στα ρηχά και άραξα σαν τη γριά κοιτώντας το πέλαγος. Εκείνη την ώρα βούτηξε μέσα και η Ερασμία. Έκανε μακροβούτι και ύστερα γύρισε προς τα μένα έχοντας τα μάτια και τη μύτη έξω απ’ το νερό. Έφτασε στα πόδια μου και έβγαλε τα χέρια της έξω κάνοντας πως είναι δαγκάνες από καβούρι “κλακ, κλακ, κλακ” και άρχισε να μου τσιμπάει τις γάμπες. Αρχίσαμε να γελάμε. Ήξερε πως γαργαλιέμαι. “Θυμάσαι;” μου λέει “Εγώ ήμουν πάντα το καβούρι και εσύ έκανες τον καρχαρία! Δεν πιστεύω κύριε καρχαρία να είστε ακόμα καυλωμένος;;;” είπε γελώντας. “Άντε μωρέ, δεν ντρέπεσαι να με πειράζεις γέρο άνθρωπο…” Ήρθε δίπλα μου. “Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν ξανάφτιαξες τη ζωή σου μετά την Χριστίνα…”


Πάνω στην κουβέντα διαπίστωσα πως είχε κατεβάσει το πάνω μέρος του μαγιό της και τα βυζάκια της τα έβλεπε ο ήλιος… και όχι μόνο ο ήλιος αλλά και ο ανώμαλος ξάδελφος της. Το κατάλαβε και γέλασε κοιτώντας με πονηρά. Άπλωσε το χέρι της προσποιούμενη πάλι το καβούρι… “Για να δω…” Τον γράπωσε. “Εγώ φταίω που μου τα πέταξες όλα έξω;;;” “Ω, καημενούλη…” Έχωσε το χέρι μέσα από το μαγιό μου και χάιδεψε στην αρχή το κεφάλι τρυφερά και μετά άρχισε να μου τον παίζει κοιτώντας αδιάφορα τη θάλασσα. Εγώ τη χάζευα και μου τρέχανε τα σάλια… μεταφορικά αλλά κυρίως κυριολεκτικά. “Κοίτα μπροστά θα καρφωθούμε! Πες μου μονάχα όταν τελειώνεις.” Κοίταξα μπροστά το πέλαγος. Για πρώτη φορά έμοιαζε τόσο όμορφο. Άδειασε το μυαλό μου από κάθε σκέψη. Μονάχα η Ερασμία ήταν μέσα στο κεφάλι μου, γύρω μου, παντού. Έκλεισα τα μάτια. Πάνω-κάτω το χέρι και καθώς η ένταση ανέβαινε κόντευα να χύσω. Της το ψιθύρισα και γύρισε και με κοίταξε στα μάτια καθώς τον έσφιγγε περισσότερο και πάνω-κάτω χάθηκα στα καστανά της μάτια, στο παιχνιδιάρικο χαμόγελο, το πρόσωπο της πλησίασε στο δικό μου, τα χείλη της ίσα που άγγιξαν τα δικά μου και το σπέρμα μου εκτοξεύτηκε από την ψωλή μου για να ταΐσει τα ψαράκια του γιαλού. “Έχουμε γίνει θέαμα” μου είπε και πράγματι κάποιοι μας κοίταζαν, κάποιοι φεύγανε με τα μούλικα τους βλαστημώντας… αλλά στα αρχίδια μας. Η ζωή ήταν ωραία, η Ερασμία σκέτη καύλα και τα ψαράκια χορτασμένα.

συνεχίζεται…

Υάκινθος Ζαβολαίμης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.