…έτσι μας λέγανε. Έχει πολιτισμό . Έχεις πολλές επιλογές. Έχει θέατρα, μουσικές, απ΄ όλα έχει… μα στην Κέρκυρα μας άρεσε που είχαμε την ησυχία μας. Μας άρεσε που με τα πόδια μπορείς να πας να δεις έναν, δέκα, είκοσι, ανθρώπους… που με δύο ρόδες μπορούσες να πας παντού και με τέσσερις έβγαζες γκόμενα από το πιο μακρινό χωριό. Και μας έφτανε αυτό και ήμασταν ευτυχισμένοι. Αλλά προκύψαν έρωτες… έρωτες που με πήραν μακριά απ’ το νησί μου. Και να που βρέθηκα στις Αθήνες, στα θέατρα και να ο πολιτισμός, να τον μυρίσεις, να τον φας. Βγαίνεις απ’ το σπίτι και προσέχεις μη σου πέσει ο πολιτισμός στην καρκάλα και πάθεις καμιά ζημιά.
Τρίτη βράδυ λοιπόν και η παράσταση αρχίζει στις 8 και κάτι. Μία ώρα στο δρόμο και είμαι εκεί… Το μέγαρο! Ωραίο πράμα… μεγάλο! Συναντάω τη Μυρτώ. Της το ‘χα τάξει εδώ και τρεις βδομάδες. Περιμένουμε και μια φίλη. Ο Φαίδων Γάμμα μπαίνει από την είσοδο. Ωραίος ηθοποιός ο Φαίδωνας. Μεγάλωσε. Το έβλεπες και στο περπάτημα του. Αλλά ωραίος! Ήρθε κι αυτός να δει τους ακροβάτες και τους τσιρκουλάνους. Θυμάμαι ακόμα το παιδικό δίλημμα στο οποίο με είχε βάλει αυτή η ταινία… «ο σεξοκυνηγός «. Θα ήθελα να ήμουν ένας τυφλός βοσκός που όλα τα κορίτσια του χωριού θα γούσταραν να μπουν στην καλύβα μου να με φάνε ή αν θα ήθελα να ήμουν ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος? Αυτή η ταινία ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό εκείνη την ώρα και μου ξύπνησε ευχάριστες παιδικές φαντασιώσεις.
Η παράσταση άρχισε. Καλά ήταν. Θα ήταν καλύτερα βέβαια αν είχαμε βιονικά μάτια ή μπινόκιουλαρς. Η παράσταση τέλειωσε. Πάμε προς την έξοδο. Ξαναείδα τον Φαίδων και κάποια άλλα πρόσωπα «διάσημα». Πιο κάτω η Νόνη Δέλτα κάθεται και κουβεντιάζει με μια φίλη της. Όσο μεγαλώνει ομορφαίνει. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη γυμνή φωτογράφηση του 97. Τι γυναίκα… τα άξιζε τα λεφτά του εκείνο το τεύχος που το κρύβαμε κάτω από το στρώμα σαν θησαυρό. Και να τώρα μπροστά μου η Νόνη. Την κοίταξα και για μια στιγμή με κοίταξε και εκείνη συνεχίζοντας να μιλάει. Άραγε να το ‘δε στα μάτια μου τι μαλακία έχω τραβήξει για πάρτη της?


Τι άνθρωποι κι αυτοί… Ανοίγει η πόρτα μπαίνουν ακόμα δύο νέοι. Ο ένας με μακρύ σακάκι στο χρώμα της ώχρας, μπεζ πουκάμισο, σκούρα γραβάτα. Μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και δεξιά χωρίστρα. Καλοαναθρεμμένο γελαδερό. Ο φίλος του, πιο ώριμος, με μαλλί ολίγον κλαρινάτο και πουκάμισα, γραβάτες και λοιπά… Αμίλητοι κάθονται. Παραγγέλνουν λευκό κρασί, δύο ποτήρια. Αντάλλαξαν τρεις κουβέντες με τρόπο, με υψηλή ευγένεια. Το κρασί ήρθε. Έπιαναν τα ποτήρια με χάρη κουνώντας μελαγχολικά τα δάχτυλα τους. Άθλια σκηνοθεσία. Ο κοτσίδας έκανε νεύμα σε μια ψιλογκοθού με σκούφο άγιου Βασίλη που καθόταν στον πάγκο. Εκείνη τον αγνόησε. Εκείνος προσποιήθηκε ότι δεν έκανε τίποτα, επαναλαμβάνοντας το νεύμα και επεκτείνοντας το προς φτιάξιμο των μαλλιών… Μπαίνει ο Δημήτρης στο μαγαζί με φόρα. Έχει πιει τον κώλο του και δεν το κρύβει. Φορούσε ένα λερωμένο πράσινο φουσκωτό μπουφάν. Θα κυλιόταν στο δρόμο, μόνος ή με παρέα. Έκατσε στο τραπέζι τους. Εκείνοι τρόμαξαν… διακριτικά πάντα. Κοιτούσαν με τρόπο εναλλάξ προς το μπαρ, αλλά κανείς να τους σώσει. Ο Τζίμης τους χαρίζει ένα μεγάλο χαμόγελο, αποκαλύπτοντας μια σάπια οδοντοστοιχία. Ο μακρυμάλλης κάνει να σηκωθεί. Ο Τζίμης τον πιάνει από τον ώμο και τον καθίζει. Στο μπαρ χαμπαριάζουν τώρα τη φάση. Ο Τζίμης καταλαβαίνει πως η παράσταση θα είναι σύντομη. Οι «του μαγαζιού» κάνουν κίνηση. Ο Τζίμης ανεβαίνει στο τραπέζι με ένα σάλτο και τον πετάει έξω. Έπρεπε να αδειάσει θεαματικά. Τα δυο παιδιά την κοπάνησαν κουτρουβαλώντας και όσοι ήταν κοντά τραβήχτηκαν έντρομοι προς τον τοίχο μην τους πάρουν τα σκάγια. Εκείνος ήξερε πως όταν τελείωνε το κατούρημα θα τον σάπιζαν. Ήλπιζε να μην στραγγίξει ποτέ. Γύρναγε γύρω γύρω για κανένα λεπτό σχεδόν και στα τελειώματα γλιστράει μες τη ζάλη του και σαβουριάζεται στις κατουρημένες καρέκλες. Πέσαν όλοι πάνω του και άρχισαν να του μαλακώνουν τα πλαϊνά. Εκείνος στο πάτωμα ξεβράκωτος, μάτωνε, γελούσε, δεν καταλάβαινε πόνο. Προσπαθούσαν με κλωτσιές να βγάλουν έξω το σίχαμα. Ευτυχώς ήταν κοντά στην πόρτα και σε μισό περίπου λεπτό βρισκόταν ανάσκελα στο παγωμένο πλακόστρωτο μισοαναίσθητος. Τα αυτιά του βούιζαν, τα μάτια του βλέπανε κάτι θολά γιορτινά λαμπιόνια στον ουρανό. Ο κόσμος ντυμένος στην πένα προσπερνούσε το ματωμένο κουρέλι, κοιτώντας διακριτικά την πρησμένη ψωλή του. Από μέσα ο Σινάτρα ευχόταν καλά Χριστούγεννα…






