Αρχείο κατηγορίας Πεζά

Σαπουνόπε(τ)ρα

-Πες μου! Με απάτησες και κοιμήθηκες με αυτή τη γυναίκα?

-Ναι, το ομολογώ! Κοιμήθηκα με αυτή τη γυναίκα!

-Αχ, δεν το πιστεύω ότι κοιμήθηκες με αυτή τη γυναίκα!

-Κι όμως, είναι αλήθεια, κοιμήθηκα με αυτή τη γυναίκα!

-Πως μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό και να κοιμηθείς με άλλη γυναίκα?

-Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε και κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα.

-Ώστε παραδέχεσαι ότι ήταν λάθος σου που κοιμήθηκες με άλλη γυναίκα?

-Όχι, δε σ’ αγαπώ, για αυτό κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα!

-Και μου το λες έτσι κατάμουτρα ότι κοιμήθηκες με άλλη γυναίκα?

-Εμ, αφού κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα.

-Ο πόνος μου είναι αφόρητος όμως, επειδή κοιμήθηκες με άλλη γυναίκα.

-Δοκίμασε κι εσύ να κοιμηθείς με άλλη γυναίκα.

-Όχι, δεν μπορώ να αντέξω τον πόνο και να κοιμηθώ με άλλη γυναίκα. Αλλά θα δέσω μια πέτρα στο λαιμό μου και θα βουτήξω στη θάλασσα.

-Εγώ επιμένω να ξανασκεφτείς το ενδεχόμενο να κοιμηθείς με άλλη γυναίκα. Δε χρειάζεται να φτάσεις στα άκρα.

-Όχι, δεν θα κοιμηθώ με καμία γυναίκα. Ο μόνος εραστής μου θα είναι ο βυθός της θάλασσας. Θα δέσω ένα βράχο στον λαιμό μου και θα πάω να τον ανταμώσω.

-Ο αφρός το νεκροκρέβατό μου, το οποίο θα σέρνουν εφτά σκυθρωπές γοργόνες, που θα βγάζουν μπουρμπουλήθρες από τ’ αφτιά. Και το πιο άσχημο και κακόμοιρο βότσαλο

θα είναι ο αιώνιος τάφος μου. Αντίο Αδάμ….

-Να σου πω, αν οι γοργόνες έχουν μικρά βυζιά δεν έρχομαι στην κηδεία, ξηγημένα πράγματα….

-Άι στο διάολο Αδάμ…

-Ρε Εύα γαμώ, περίμενε, δεν απάντησες στην ερώτησ…

Πλάτς!!!

Ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης αντήχησε σε όλο τον κήπο: Οοοοοοουφ!!

Μυστήριο πράγμα οι γυναίκες. Κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο τραγική η κατάσταση. Η σχέση μας έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Μάλλον ήρθε η ώρα να χωρίσουμε.

Πρέπει να σκεφτώ όμως για να της το φέρω όσο πιο απότομα γίνεται… Τέλοσπαντων, άντε να δούμε πώς θα αυτοκτονήσει και αύριο… Βρε λες να της πω ότι

είμαστε αθάνατοι? Δε γαμιέται, άστηνε να παιδεύεται, πλάκα έχει.

Θοδωρής

*διαβαστε ακόμα τα «ποιήματα» και τα «κείμενα» του Θοδωρή καθώς και τις ιστορίες:

«ο χορός των αρλεκίνων» & «ο δέσμιος του σκότους»

*δημοσιεύτηκε στο κολοτεύχος #7

O ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ ΤΟΥΛΗΣ ΜΕ ΤΟ ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΜΟΛΥΒΙ

Ήταν ίσως μια από τις πιο κρύες νύχτες του χειμώνα στο βόρειο Κάρντιφ. Το παλάτι της Ελισάβετ Μακ Πούτσου, γυναίκα του γνωστού και πλούσιου λόρδου της Τασκένδης Σερ Μακ Πούτσο της μεγάλης οικογένειας Μακ Πούτσιδων, έμοιαζε απόκοσμο και τρομαχτικό… Από τότε που πέθανε ο Σερ Μακ Πούτσος ο 2ος,η βίλα έμοιαζε με νεκροταφείο. Ο μόνος άνθρωπος που είχε μείνει να βοηθάει την πλούσια χήρα, ήταν ένας ξερακιανός και μακρυγένης Τούλης. Ένας άντρας φιλόδοξος, μνησίκακος και τρελά ερωτευμένος με την δις Μακ Πούτσου. Από το πρωί εκείνης της σκοτεινής και μουντής μέρας, η πλούσια χήρα είχε την εντύπωση ότι κάποιος την παρακολουθεί… Με την αισθησιακή και ξινή φωνή της φώναξε «Τούύύύύύύληηηηηηη!!!!!» Πέρασαν 2 δευτερόλεπτα και ο Τούλης έσκασε μύτη. «Τι θα θέλατε κυρία?» είπε και ρουθούνισε καθώς η μακρουλή, μυτερή και τριχωτή μύτη του ανεβοκατέβαινε… «Είναι 10και2, που είναι το τσάι??? Άργησες 2 ολόκληρα λεπτά!!!» αποκρίθηκε εκείνη. «Τσάι θες μωρή?Ελα ρούφα την τουλίπα μου!!!». Η πλούσια, αθώα, Μακ Πούτσου καθώς δεν γνώριζε τι σημαίνουν αυτά που είπε ο Τούλης, επανέλαβε «Το τσάι μου γρήγορα!» μόνο όταν αυτός έβγαλε το μεγάλο μηχανικό και μυτερό μολύβι, κατάλαβε τις προθέσεις του… «Τι είναι αυτό το δολοφονικό και αιχμηρό όπλο που έβγαλες από την τσέπη του σμόκιν σου??» είπε η πλούσια χήρα. «θες να λύσεις σταυρόλεξο, Τούλη?». «Ναι, θα λύσω σταυρόλεξο στο βαθύ λαρύγγι σου!!» είπε ο Τούλης νευριασμένος. «Είδες? Όλα τα καταλαβαίνω… είμαι πολύ έξυπνη… Άμα θες βοήθεια φώναξέ με!!!» είπε. «Ναι θέλω βοήθεια… Λοιπόν, τρελή, κωλόγρια, με πολλά λεφτά που θέλει κάποιος να την βιάσει και να την καθαρίσει… Με 10 γράμματα» είπε αυτός και γυάλιζε το μάτι του. «Κάτσε να σκεφτώ…εεε……10 γράμματα……… Έχει τουρμποκίνητη άμαξα με 10 άλογα όπως εγώ???» ρώτησε η δις Μακ Πούτσου. «Ναι!» απάντησε ο Τούλης… «Έχει αισθησιακή και ξινή φωνή σαν εμένα??» ξαναρώτησε… «Ναι μωρή!!!» ξανά απάντησε εκείνος… «Είναι και χήρα?». «Ναι γαμω την πουτάνα σου!!!».είπε εξοργισμένος ο Τούλης. «Έχει πάει με 100.000 διαφορετικούς άντρες???».«Ναι… Εγώ όμως είμαι έξω από αυτούς.» είπε ο Τούλης. Μετά από πολύ σκέψη αποκρίθηκε η πλούσια Μακ Πούτσου «Αααα!!!Δεν ξέρω για ποια λες!!Δύσκολα μου βάζεις!!!».Τότε, εξοργισμένος ο Τούλης πατώντας μία φορά το μηχανικό μολύβι ΗΒ, της το κάρφωσε στο δεξί της μάτι ξεριζώνοντας το και κόβοντας τα νεύρα του με τα δόντια του… «Ποια να είναι… ποια να είναι…» συνέχισε να αναρωτιέται εκείνη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Τούλης της κάρφωσε το μηχανικό μολύβι στο αφτί με αποτέλεσμα 8 κιλά κολλώδες πύον να πεταχτεί στο καινούριο σμόκιν του Τούλη. «Νομίζω ότι ξέρω ποια είναι… Μίλα μου όμως από το αριστερό αυτί γιατί δεν ακούω καλά…» αποκρίθηκε εκείνη… Λυσσασμένος ο Τούλης φώναξε «Εσύ είσαι!!!!!!!» ενώ κάρφωνε το μολύβι στο δεξί μαστό της με αποτέλεσμα πιτσιλιές γάλατος να εκσφενδονιστούν πάνω στο ήδη γεμάτο πύον σμόκιν του Τούλη… Τότε ο Τούλης της καρφώνει και το δεύτερο μολύβι στην κοιλιά με αποτέλεσμα να της ξεριζώσει τα εντόσθια και να χυθούν στο πάτωμα… Μια λίμνη αίματος δημιουργήθηκε γύρω από το ανοιγμένο και πλέον νεκρό σώμα της Μακ Πούτσου… «Γαμώτο! Πρέπει να το πάω στο καθαριστήριο τώρα!!!!» είπε ο Τούλης και την αυνάνισε με το μηχανικό του μολύβι… Τρείς μήνες μετά… αφού το χιόνι έλιωσε… η τραβεστί γειτόνισσα πήγε να κεράσει την γριά μηλόπιτα… Βρήκε την γριά νεκρή… Μια κάρτα απεριόριστων πλυσιμάτων του καθαριστηρίου της γειτονιάς με το όνομα Τούλης, μια ταυτότητα και ένα πιστοποιητικό γεννήσεως του Τούλη και στο μαγνητόφωνο του δωματίου ακουγόταν το εθνικό λαϊκό άσμα «Την σκότωσα γιατί την αγαπούσα»… Η Αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να διαλευκάνει την υπόθεση………

By Afro

διαβάστε και «την όλο βλάβες Λολίτα»

*δημοσιεύτηκε στο τεύχος #4 που μπορείται να κατεβάσετε από εδώ

“ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΟΥΡΑΝΟΣ”

Παραπατώ. Σκοτάδι. Φεγγάρι χαμένο στον πάτο του μπουκαλιού του κύριου Δ. Μιζέρια. Τι έχω να χάσω. Τα πάντα έμοιαζαν ξένα απόψε. Μα πιο πολύ αιμορραγούσε η αγάπη. Η αγάπη. Χα! Ο κύριος Δ γέλασε μέσα στη μέθη του. Όλα ψέματα απ’το πρώτο χαμόγελο στο τελευταίο δάκρυ για την πιο γλυκιά ανάμνηση που γεννά φρικτές μνήμες. Οι περαστικοί πνιγμένοι στη λήθη περιγελούσαν τον κύριο Δ. Ένα κύριο που διάλεξε να γίνει ουρανός. Μάταιος κόπος, καθώς όλοι του έκοβαν τα φτερά. Πόσο θλιβερό ένας ζωντανός άνθρωπος στον κόσμο των νεκρών. Θλιβερό και ελπιδοφόρο συνάμα. Θα καταφέρει να αναστήσει κάποιον ή θα πεθάνει κι αυτός; Κάποιος δήθεν εύσπλαχνος στην υποτιθέμενη προσπάθειά του να βοηθήσει, τον παροτρύνει να του εξιστορήσει τα γεγονότα με τη σειρά. Ένα δάκρυ σιωπηρά κύλησε απ’το μάτι του Δ.-του πρώην κυρίου-. Ένα τόσο παρανοϊκό γέλιο που καταντούσε ασθενικό. Σειρά; Ψιθύρισε. Δεν υπάρχει σειρά, δεν υπάρχει λογική, δεν υπάρχει αγάπη. Μεθυσμένα λόγια, αλλά τόσο αληθινά. Τυφλοί ακροβάτες είστε όλοι, του λέει ο Δ., που ισορροπείτε σε τεντωμένο σκοινί πάνω από κύματα τσιμέντου, και το κοινό σας… Χα. Το κοινό σας προκειμένου να σκοτώσει την ανία του παρακαλάει να πέσετε… Το κοινό σας γαμιέται μέσα σε μια τουαλέτα ενός κλαμπ, έχοντας ρουφήξει γραμμάρια κοκαΐνης. Είσαι χαρούμενος, λοιπόν; Ποιος είναι η πουτάνα, σίγουρα όχι η γυναίκα που πουλά το κορμί της για να ζήσει. Εσύ είσαι. Συμβιβασμένε. Πήγαινε να κοιμηθείς. Αύριο το πρωί δουλεύεις. Χτυπάς κάρτα. Όχι δεν είμαι τρελός. Απλά έχω ξυπνήσει. Δεν ξέρεις τι λες άνθρωπε μου, είπε διστακτικά με τρεμάμενη φωνή ο συνομιλητής. Μάταιος κόπος είπε ο Δ.

Ξημέρωσε. Δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Ένιωθε ένοχος. Κανείς δεν παίρνει την ευθύνη των πράξεων του, κι έτσι την επωμίζεται όλη αυτός. Κοίταξε απ’το παράθυρό του τον ουρανό που ήταν πυκνοκατοικημένος από σύννεφα νευριασμένα έτοιμα να ξεσπάσουν σε ένα ανοιξιάτικο μπουρίνι. Πήρε ένα βιβλίο απ΄την βιβλιοθήκη. Ήταν σκονισμένο. Όχι από απλή σκόνη αλλά από μνήμες. Το φύσηξε. Μάταιος κόπος. Βραδυκίνητες αναμνήσεις πεισματάρες δεν έλεγαν να φύγουν απ’το μυαλό του, απ’το βιβλίο. Το άφησε στην άκρη. Ήταν φοβισμένος. Γυρνάει και μου λέει ότι ο κόσμος είναι ψέμα. Το κοίταξα σιωπηλός και περίλυπος. Δε μπορούσα να του αλλάξω γνώμη. Αυτό το ήξερα, κι έτσι δεν προσπάθησα. Πήρε ένα άλλο βιβλίο, το οποίο βρισκόταν μόνο του, σχεδόν ταλαιπωρημένο πάνω σε ένα ράφι. Τσαλακωμένο. Πρέπει να ήταν του Κάφκα. Δε θυμάμαι πλέον, έχει περάσει καιρός. Αυτό το βιβλίο μου λέει είμαι εγώ. Δεν καταλάβαινα. Το πήρε και διάβαζε ως τη νύχτα. Αργότερα κατεβήκαμε απ’το σπίτι του, και κάναμε μια βόλτα στην πόλη. Όχι σε όλες τις περιοχές. Μόνο στις κακόφημες. Ο κόσμος φοβάται. Φοβάται τον τοξικομανή, τον ξένο, τον άρρωστο. Είναι ομοφοβικοί οι άνθρωποι μου λέει. Φοβούνται μόνο όσους είναι ίδιοι με αυτούς, γι’αυτό τους αποφεύγουν. Γι’αυτό αποφεύγουν τους εαυτούς τους. Με καληνύχτισε και έφυγε με ταχύ βηματισμό. Θα γίνω, μουρμούριζε, ναι θα γίνω.

Το επόμενο πρωί πήγα στο διαμέρισμά του. Δεν τον βρήκα εκεί. Έκανα τον γύρω τις πόλης. Τον βρήκα στο πιο απρόσμενο μέρος. Σε ένα καφέ που μαζεύονταν πλούσιοι κύριοι, και ακριβοντυμένες κατίνες οι οποίες κοιτούσαν μόνο ψηλά. Ποτέ αριστερά ή δεξιά. Ίσως τις εμπόδιζαν οι παρωπίδες. Ξάφνου είδα τον Δ. Με προσκάλεσε. Ήταν πάντα φιλικός μαζί μου. Ακόμα αναρωτιέμαι το γιατί. Ήταν ντυμένος με το ίδιο σακάκι εδώ και ένα μήνα. Η ανάσα του μύριζε ουίσκι. Όνειρα, μου είπε. Είμαι παλιάτσος. Είμαι ένας κλόουν που διασκεδάζει τους νεκρούς. Μα με ανοιχτά μάτια, μονολογούσε δυνατά. Παραληρούσε. Όλα τα βλέμματα είχαν καρφωθεί πάνω του. Οι κύριοι ενοχλημένοι κάλυπταν την βρωμιά τους καλώντας την αστυνομία να έρθει να συλλάβει τον διαφορετικό. Τι ήταν; Ένα αυτόνομο πιόνι στη σκακιέρα. Οι κυρίες έκλειναν την μύτη τους για να αποφύγουν τη δυσοσμία του Δ. Φοράτε μάσκες οξυγόνου για να αναπνεύσετε, φώναζε ο Δ. με μακρόσυρτη λεπτή φωνή, σχεδόν σαν τσιρίδα. Μάσκες οξυγόνου όμως στις νεκροκεφαλές σας. Θα γίνω. Γίνε και συ. Σίγουρα το σκέφτηκες. Σίγουρα. Αγάπησε το μαύρο, αγάπησε το ξένο, αλλά πρώτα αγάπησε εσένα το λευκό, το λευκό του νεκρού και άσε τα φωτεινά χρώματα για αύριο, για πάντα. Όσο για μένα διαλέγω το γκρι. Πότε μαύρο, πότε άσπρο. Γίνε και συ. Εγώ θα γίνω ουρανός. Πάντα ήθελα. Γίνε και συ. Όχι ουρανός. Γίνε αστέρι, γίνε χάος, γίνε μηδέν, γίνε τα πάντα. Στο χέρι σου είναι. Από δω και μπρος θα ‘μαι πάντα από πάνω σας. Θα σας ξυπνάω και θα σας κοιμίζω, είπε κάπως βραχνά και ξεψύχησε. Ευτυχώς, βροντοφώναξαν όλοι οι θαμώνες. Πάει ο τρελός. Εγώ όμως το ήξερα ότι έγινε. Όχι απλά έγινε, αλλά έγινε ουρανός. Μου το είχε πει. Δε μπορεί να έλεγε ψέματα.

Τώρα εσύ αναγνώστη, μην θρηνήσεις για τον Δ. τον τρελό, τον τσαρλατάνο, αλλά αν και λίγο απλά τον ένοιωσες και αγάπησες, Γίνε και συ, Γίνε ότι ονειρεύεσαι.

Σπύρος

διαβάστε και άλλη μια ιστορία του Σπύρου εδώ

*δημοσιεύτηκε στο έκτο τεύχος του περιοδικού Το Κόλο

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΡΛΕΚΙΝΩΝ

Θυμάμαι να είχα κοιμηθεί… είμαι σίγουρος… σε κάποια φάση, σαν να ξύπνισα από μια βαθιά νάρκη, βρέθηκα όρθιος να περιφέρομαι στο κατασκότεινο δωμάτιό μου…τι σκατά…τι κάνω εγώ τώρα εδώ;…τι υποτίθεται ότι κάνω;;; και τότε εμφανίστηκαν, άσπρα σημάδια αρχικά, μετά άρχισαν να παίρνουν σχήμα, μετά σώμα…τώρα χορεύουν γύρω μου… σκοτεινές φιγούρες στριφογυρίζουν γύρω μου και τραγουδούν ρυθμούς που μάθανε στην κόλαση…αρλεκίνοι…νόμισα ότι είναι ψεύτικοι, ηλίθια δημιουργήματα της άρρωστης φαντασίας μου…πλησιάζω έναν και ακουμπώ την παλάμη μου στην άσπρη μάσκα του, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να εξαφανιστεί…Κι όμως, δεν φεύγουν! Το χέρι μου αγγίζει μια γλιστερή, παγωμένη επιφάνεια…γελάει! Γελάνε όλοι τους! Δεν μπορεί! Δεν μπορεί να είναι αληθινοί! Τσιρίζω σαν κοριτσάκι…Τώρα ξαναπιάνουν το χορό και το τραγούδι τους και με τραβάνε μαζί τους. Με παρασέρνουν στο ξέφρενο καρναβάλι…γύρω γύρω…παράξενο, το δωμάτιό μου δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλο…μου προσφέρουν μια μάσκα και τη φοράω…φέρτε μου κι ένα καπέλο…να γίνω αρλεκίνος σωστός…

Ωραία, τώρα καλύτερα… Γνωστοί πλέον οι ρυθμοί…ξέρω μέχρι και τα λόγια…Πώς γίνεται αυτό δεν ξέρω… Τώρα μόνο να τραγουδώ ξέρω και να στριφογυρίζω…γύρω γύρω…ελάτε όλοι στο χορό γαμώ τη λογική σας…γύρω γύρω…

Και το σκοτάδι κατάπιε το τρελό κοπάδι των χορευτών δίνοντας το σκήπτρο στο φως και την περιορισμένη ανθρώπινη λογική που λίγα βλέπει, λίγα πιστεύει και πάρα πολλά αγνοεί… Ρώτα όποιον θες, θα σου πει ότι η ιστορία αυτή είναι ψεύτικη…Και πώς το ξέρει? Εγώ λέω ότι είναι αληθινή… Όμως εγώ έχω δει και ξέρω… Και μη νομίσεις ούτε στιγμή ότι η ιστορία αυτή είναι ψεύτικη…Δεν θες να δεις τι υπάρχει κάτω από τη μάσκα… Συνέχισε αν θες να μην πιστεύεις, μέχρι το βράδυ που θα τους ακούσεις να σε καλούν κι εσένα στο χορό τους…

Come on, little boy

move your fucking ass

come join the harlequins

in our crazy dance!

(οι αρλεκίνοι δεν ξέρουν ελληνικά!!!)

Θοδωρής

*από το πέμπτο τεύχος του περιοδικού ΤΟ ΚΟΛΟ

Ο «ΣΑΤΥΡΟΣ» ΚΑΙ Η «ΑΦΡΟΔΙΤΗ»

Η «Αφροδίτη» λατρεύει τον πούτσο μου. Όποτε βρισκόμαστε δεν χάνει ευκαιρία και μου το αποδεικνύει όπως μόνο αυτή ξέρει. Ήμουνα σάτυρος και πριν τη γνωρίσω αλλά αφότου τη γνώρισα έγινα και νάρκισσος. Όταν βρισκόμαστε αρέσκομαι να της πειράζω συνέχεια το μουνάκι,  παιχνιδιάρικα στην αρχή για να την καυλώσω κι έπειτα να της δείχνω τι ζημιά έκανε! Δηλαδή της επιδεικνύω το καυλωμένο πέος μου σαν γνήσιος νάρκισσος και σάτυρος και την προκαλώ να απολαύσει την ομορφιά του.  Έτσι αρχίζει η ιεροτελεστία μας.

Στην αρχή, ενώ κάθεται και το θαυμάζει, μου λέει να το κρύψω και να ντυθώ. Κάνει τη δύσκολή αλλά ξέρω πως δε μου χαλάει χατίρι. Εγώ της λέω εντάξει, αρκεί πρώτα να το χαϊδέψει λίγο. Τότε έρχεται κοντά κι αρχίζει να με χαϊδεύει απ’ τα αρχίδια μέχρι πάνω δίνοντας μου αυτά τα καυτά φιλάκια που προδίδουν ασυγκράτητο πάθος και πολύ μεγάλη καύλα. Τότε με βάζει να καθίσω άνετα στον καναπέ κι επικεντρώνει όλο το ενδιαφέρον της στον πούτσο μου που ήδη κοντεύει να εκραγεί από καύλα. Αρχίζει λοιπόν να τον γεύεται φιλώντας πρώτα το πουτσοκέφαλο. Εγώ νοιώθω το γλυκύτατο και καυτό φιλί της με αυτή την μαλακή γλώσσα να σαλιώνει με πόθο τον πούτσο μου, κατεβαίνοντας σιγά-σιγά προς τα αρχίδια, όπου μένει κι εκεί λίγο για να μην τα αφήσει παραπονεμένα. Έπειτα  χρησιμοποιώντας μόνο τη γλώσσα και τα χείλη, ανεβαίνει αργά και βασανιστικά προς το πουτσοκέφαλο ενώ κάνει κι εκεί μια στάση. Τώρα είναι ώρα να τον βάλει ολόκληρο στο στόμα της κάνοντας με να πεθαίνω από καύλα. Σιγά-σιγά…όλο! Αρχίζει λοιπόν ρυθμικά αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας και τα δόντια της που το βρίσκω τρομερά ερεθιστικό. Έχει αποκτήσει εξαιρετική τεχνική κι έτσι δεν φοβάμαι μην τυχών και μου τον δαγκώσει κι έτσι νοιώθω όλο το υπέροχο στόμα της στο καυλί μου. Όταν κοντεύω να χύσω το καταλαβαίνει κι έτσι επιταχύνει το ρυθμό ρουφώντας τώρα πιο σφιχτά. Είναι υπέροχα και η ηδονή μου μοιάζει ατελείωτη καθώς φεύγει η πρώτη δόση από σπέρμα στο στόμα της. Έπειτα το βγάζει από το στόμα της έτσι ώστε η υπόλοιπη δόση από σπέρμα να την πετύχει γύρω στο όμορφο πρόσωπο της και να φαντάζει σαν θεά του σεξ με τα χύσια  μου να στάζουν από το στόμα της. Νομίζω πως θα λιποθυμήσω από την ηδονή! Μου λέει να κάτσω εκεί ακίνητος ενώ πάει να πλυθεί και να φέρει χαρτί να καθαρίσει κι εμένα από τα υπόλοιπα χύσια γύρω από το πέος και την κοιλιά μου.

Τώρα είναι η σειρά μου να της δείξω πόσο την ευχαριστώ προσφέροντας της μια παρόμοια ηδονή με αυτή που με έκανε να νοιώσω. Την ξαπλώνω στον καναπέ κι αρχίζω να τη φιλάω παντού. Ξεκινάω από τα χείλη που μου πρόσφεραν όλη αυτή την ηδονή και συνεχίζω στον τρυφερό λαιμό της όπου στέκομαι για λίγο. Κατεβαίνοντας προς τα κάτω, σειρά έχουν τα βυζάκια που είναι τρομερά απολαυστικά. Μπορώ να κάθομαι εκεί με τις ώρες! Συνεχίζω όμως και στην κοιλίτσα που κάνει σπασμούς από τα φιλιά μου. Προχωρώντας προς τα κάτω, περνάω δίπλα από το μουνάκι της φιλώντας την στα μπούτια για να την εξιτάρω περισσότερο και μετά, κατευθύνομαι στην καρδιά της ηδονής της. Τη κλειτορίδα! Εκεί κάνω μεγάλο παιχνίδι. Το μουνάκι της είναι τόσο μούσκεμα, τόσο ζεστό και τόσο γλυκό μαζί, που το απολαμβάνω όσο τίποτε άλλο. Αρχίζω λοιπόν να παίζω με τη γλώσσα μου τα μουνόχειλα της, τη κλειτορίδα, διεισδύοντας  και λίγο στον κόλπο της,  για να γευτώ όλα τα υγρά του οργασμού της, που είναι τόσο νόστιμα…!!!  Έτσι  όπως έχει ανοίξει το μουνάκι της γεύομαι όλη την ομορφιά που μου προσφέρει. Το τρώω κανονικά προσέχοντας μόνο να μην τη φτάσω σε κορύφωση, επιβραδύνοντας τους ρυθμούς ή φυλώντας την για λίγο κάπου άλλού,  και μετά ξανά εκεί. Αυτό το κάνω μέχρι να μου πει πως θέλει αμέσως τον πούτσο μου μέσα της και δεν αντέχει άλλο.

Τότε αρχίζω τη διείσδυση. Καθώς εισχωρώ μέσα της  νοιώθω το θεσπέσιο  μουνάκι της να πλημμυρίζει με καυτά υγρά τον πούτσο μου. Αρχίζω αργά, επιταχύνοντας στην πορεία και μετά ξανά αργά έχοντας σηκώσει τα πόδια της έτσι ώστε να στηρίζονται  από τους ωμούς μου για να έχω έτσι τον απόλυτο έλεγχο. Θέλω να της προσφέρω πάντα την απόλυτη ηδονή και ξέρω πως, όσο κι αν το απολαμβάνει έτσι, αυτή δεν είναι η στάση η οποία έρχεται σε οργασμό.

Αφήνω λοιπόν τη θέση του επιβήτορα για να πάρω τη θέση του πασά, καθώς ξαπλώνω και τη  βάζω  να ιππεύσει πάνω στον πούτσο μου σαν αμαζόνα. Φτάνω τέρμα μέσα της σε αυτή τη στάση κι αυτό την τρελαίνει. Αρχίζει λοιπόν να ιππεύει πάνω στον πούτσο μου. Στην αρχή ρυθμικά και μετά πιο γρήγορα, ώσπου σύντομα χάνει κάθε έλεγχο των κινήσεων της. Σφίγγεται πάνω μου φωνάζοντας από ηδονή με άρρυθμες αλλά δυνατές κινήσεις, κάνοντας τον πούτσο μου να καρφώνεται στο τέρμα του κόλπου της. Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από μια γυναίκα να φτάνει σε οργασμό κάνοντας αυτές τις σπασμωδικές κινήσεις οι οποίες προδίδουν υποταγή αλλά και απόλυτη ελευθερία μαζί. Η ύστατη στιγμή της ηδονής!

Την αφήνω να ηρεμίσει λίγο έχοντας ακόμα τον καυλωμένο πούτσο μου μέσα της . Μετά την γυρνάω στα τέσσερα, που είναι και η αγαπημένη μου στάση, και συνεχίζω να παίρνω το μουνάκι της καθώς τα κωλομέρια της χτυπούν στην κοιλιά μου. Πλαφ πλάφ πλάφ… Α, έχει τέλεια  κωλάρα και με καυλώνει τόσο πολύ ώστε να χύνω πάντα σε αυτή τη στάση! Την κρατάω από τους γοφούς και την πιέζω με δύναμη στο σκληρό μου πέος. Όταν νοιώθω πως θα εκραγώ, βγάζω γρήγορα τον πούτσο μου και χύνω όλη αυτή τη συσσωρευμένη καύλα μου, στα κωλομέρια και την πλάτη της! Έπειτα ηρεμούμε λίγο ενώ ετοιμαζόμαστε για τον επόμενο γύρο. Μετά επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά και ξανά…

Υ.Γ. Ενώ έγραφα αυτό το κείμενο, έκανα ένα διάλειμμα να τον παίξω και μετά συνέχησα.

Μοιχάλης Μοίχος

από το βιβλίο Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

“Η γατούλα”

(Άλλη μια ιστορία με καύλες, αλκοόλ και χασίς)

Εχθές ήρθε μια φίλη μου σπίτι που γουστάρω πολύ την παρέα της…

Είχε έρθει για να δει κάτι στο ίντερνετ επειδή δεν έχει Η/Υ και να τα πούμε.

Εγώ ήμουνα μόνο με μια βερμούδα και τίποτα από κάτω. Αυτή φορούσε μια πολύ καλοκαιρινή μπλούζα με ραντάκι και τζιν παντελόνι ενώ  στο λαιμό της φορούσε ένα μακρύ κολιέ με γαλάζια κοχύλια που ήταν περασμένο διπλή φορά κι έτσι όπως κρεμότανε στο μπούστο της και της χάιδευε τα βυζάκια, τόνιζε τη γυναικεία φύση της και προκαλούσε τις ορμές μου τόσο που η βερμούδα μου άρχισε φουσκώνει από τον ασυγκράτητο και αχόρταγο πούτσο μου  που είχε, όπως φαίνεται, άγριες διαθέσεις. Οι γονείς μου ήταν μέσα, τις άνοιξε η μάνα μου. Εγώ έπαιζα κιθάρα με πολύ βρώμα στον ενισχυτή και πολύ δυνατά ενώ είχα ξεκουρδίσει σε “ρε” για να ακούγεται ακόμα πιο βαρύς ο ήχος μου κι έτσι δεν την άκουσα που ήρθε. Όταν μπήκε λοιπόν στο δωμάτιο συνέχιζα να παίζω τα χαρντκοράδικα ριφάκια μου κι αυτή με παρατηρούσε. Μετά άφησα την κιθάρα για να ασχοληθώ μαζί της. Μπήκαμε λοιπόν στο ίντερνετ και την άφησα για λίγο να κάνει τη δουλειά της ενώ της έβαζα τραγούδια για να δουλέψει πιο ευχάριστα. Πότε—πότε της αποσπούσα την προσοχή για να της διαβάσω κάποιο ποίημα της Κατερίνας Γώγου ή του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και μετά έβαζα παλιά κομμάτια από Σιδηρόπουλο, Λάκη Παπαδόπουλου και Αριστείδη Μυταρά (γιος του ζωγράφου αλλά πολύ καλός μουσικός). Σε άσχετες στιγμές της έδινα κάνα φιλάκι στο λαιμό ή τα χείλη της για να την εξιτάρω και να της αποσπάσω την προσοχή. Το ξέρω πως την καύλωνα αλλά μου έκανε πως αντιστέκεται κι αυτό γιατί υποτίθεται πως κάτι συμβαίνει με κάποιον άλλο και… ξέρεις τώρα, μαλακίες. Έχω όμως τον τρόπο μου. Κάποια στιγμή μπαίνει η μάνα μου μέσα και μου φέρνει το τηλέφωνο. Ήταν ένας φίλος μου. Η Εβελίνα  κρατούσε ένα κουτάκι σόδα—παγωμένο ενώ εγώ έπινα κλασικά τις μπίρες μου. Ενώ μιλούσα, για να με πειράξει, ακούμπαγε το παγωμένο κουτάκι σόδα στην κοιλιά μου κι εγώ τσίτωνα. Ακούγοντας τη φωνή μου να αλλάζει διακυμάνσεις, ο φίλος μου, με ρωτάει: «τι έχουμε… γατούλα, γατούλα;». Ναι, του απαντάω και θέλει παιχνιδάκια… Μετά από λίγο κλείσαμε να με αφήσει με την γατούλα μου.

Εγώ λοιπόν που είχα φρεσκοξυρισμένα αρχίδια και κοντοκουρεμένο το πάνω μέρος του πούτσου μου, θέλησα να της το δείξω να μου πει αν της αρέσει έτσι. «όχι, όχι, δεν θέλω να το δω» μου λέει και γυρνάει από την άλλη μεριά. Στην ιδέα και μόνο, το μαρκούτσι μου είχε αρχίσει να καυλώνει πάλι. Μόλις λοιπόν γυρνάει να με ξανακοιτάξει εγώ κάνω να της το δείξω πάλι. «Κοίτα» της λέω, «δεν θέλω να σου δείξω τον πούτσο μου, το ξύρισμα μόνο να δεις, να μου πεις αν σου αρέσει» Κι έτσι κατεβάζω τη βερμούδα και της το δείχνω ενώ το γυρνάω από όλες τις μεριές για να καταλάβει πόσο το έχω ξυρίσει. Της αρέσει αλλά μου λέει πως στο πάνω μέρος θέλει περισσότερη τρίχα γιατί τονίζει την αρρενωπότητα μου.

Έχω καταστρώσει σχέδιο, αν και ξέρω πως με τους γονείς μου μέσα δύσκολα θα γίνει κάτι παραπάνω. Μπορούμε όμως να το διασκεδάσουμε μέχρι εκεί που μας παίρνει ή και λίγο παραπάνω… ότι κάτσει. Μετά βλέποντας την κιθάρα, της λέω «έλα να σε βγάλω μια φωτογραφία με την κιθάρα. Είναι μια morris που μοιάζει με κάποιο παλιό μοντέλο της Gibson και έχει το χρώμα του ξύλου—είναι πολύ όμορφη κιθάρα. Χρησιμοποιούμε το κινητό της για τη φωτογραφία γιατί δεν είναι εύκαιρη φωτογραφική μηχανή. Την τραβάω κάνα δύο φώτο με την κιθάρα και μετά της λέω να με τραβήξει αυτή, αλλά γυμνό με την κιθάρα. Πετάω λοιπόν τη βερμούδα μου και φοράω την κιθάρα στον ώμο. Ποζάρω έτσι με την κιθάρα να κρέμεται και στο τελείωμα της να περισσεύει ο ταυραντωμένος  και πάντα ορεξάτος πούτσος μου. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι αισθησιακή αυτή η εικόνα, αλλά μόλις την είδα, μου φάνηκε κάφρικη… Εγώ με άγριο ύφος, με τα γένια μου και τα μαλλιά κάτω, γυμνός, την κιθάρα και τον πούτσο μου να περισσεύει από κάτω, σα να λέω «όποια κι αν είσαι, τώρα “τη γάμησες!!!”»

Συνεχίσαμε να βγάζουμε φωτογραφίες. Μετά την προκάλεσα να βγάλει μόνο τον πούτσο μου για να δω πως φαίνεται έτσι ξυρισμένος στο φακό. Κανονικά σε στύση όπως πάντα, ποζάρω επιδεικτικά καμαρώνοντας για αυτό μου το μεγαλείο. Εκείνη δεν κρατιέται και μου κάνει επίθεση χουφτώνοντας μου τα αρχίδια και φιλώντας με καυλιάρικα στο στόμα. Γαμώτο, αν λείπανε οι γονείς μου θα την είχα γαμήσει, αλλά δεν μπορεί  να γίνει κάτι τέτοιο με τους γονείς μου μέσα. Δεν έχει σημασία, καλά περνάμε κι έτσι. Μετά άρχισα να χοροπηδάω εδώ κι εκεί και να φωνάζω:

«Είμαι σάτυρος και χορεύω γύρω σου με τα τραγίσια πόδια μου και την ψωλή μου πάντα καυλωμένη—σε προσκαλώ! Έλα στο χορό μου κι εσύ, και δεν θα χάσεις! Έλα! Έλα! Έλα!…».

Κι εκείνη να μου λέει πως έχω ξεφύγει αλλά να γουστάρει τρελά, κι εγώ να συνεχίζω να χοροπηδάω και να κάνω κατακόρυφους, σβούρες και ακροβατικά—να μη θέλω να ντυθώ με τίποτα! Την αγκάλιαζα, την φίλαγα κι ακουμπούσα το πέος μου πάνω της. Μου αρέσει πολύ να την τρελαίνω έτσι…

Τέλος πάντων, έπρεπε να φύγουμε κάποια στιγμή αφού, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες.

Εγώ είχα να πάω σε ένα φίλο για να βγούμε κι αυτή σπίτι της για ύπνο γιατί μου είχε έρθει πιωμένη από ούζα στην Πειραϊκή όπου είχε πάει με την παρέα της. Με πέταξε μέχρι το σπίτι του φίλου μου, με καληνύχτισε και μου υποσχέθηκε να μου στείλει τις φωτογραφίες που τραβήξαμε μέσω  e-mail.

Φτάνοντας στον φίλο μου με περίμενε ένα μεγάλο τσιγάρο με χασίς πρώτης ποιότητας. Το πίνουμε και ξεκινάμε να πάμε στο μαγαζί που δούλευε η κοπέλα του όπου εγώ συνεχίζω με μπίρες κι αυτός με ουίσκι. Ήμουνα κομμάτια—μεθυσμένος, γλυκά μαστουρωμένος και με κάτι απίστευτες καύλες. Τα είπαμε. Η κοπέλα του είναι από την Αγγλία και τον τελευταίο καιρό δεν τα πηγαίνανε και τόσο καλά. Τα είπαμε και με την κοπέλα του. Είναι και οι δυο εκκεντρικοί (όπως όλοι μας άλλωστε…) και γαμώ τα άτομα. Ήπια τις μπίρες μου και αποχώρισα, λιώμα για το σπίτι, σέρνοντας το σώμα μου μετά βίας ως την πιάτσα ταξί. Έφτασα σπίτι, έβαλα να δω μια τσόντα και μετά πέθανα στον ύπνο γυμνός όπως ήμουνα στο καναποκρέβατο με το χέρι μου να αγγίζει  το πιο ευαίσθητο σημείο του σώματος μου.

Οι γονείς μου θα φεύγανε το πρωί κι εγώ έπρεπε να προετοιμαστώ για την επόμενη μέρα που θα είχα το σπίτι ελεύθερο.  Δε θα μου τη γλίτωνε…

Μοιχάλης Μοίχος

*Από το βιβλίο «Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου»

Cannibal Corpse

Δεν θυμάμαι τι ώρα γύρισα σπίτι και σίγουρα δεν ήτανε νωρίς. Ξύπνησα όμως αρκετά νωρίς το πρωί, με κάτι φριχτούς πόνους στον αυχένα και τις ωμοπλάτες. Νύσταζα ακόμη και το κεφάλι μου γυρνούσε από τα ποτά που είχαν προηγηθεί, αλλά μου φαινότανε αδύνατο να συνεχίσω τον ύπνο μου. Τα αυτιά μου είχαν αυτό το τρομερό βουητό που συνηθίζουν να έχουν κάθε φορά που γυρνάω από συναυλία και ιδιαίτερα το αριστερό αυτί που, κάποια φορά, θέλοντας να δω τι αποτελέσματα θα έχει, είχα κολλήσει  το κεφάλι μου πάνω σε ένα ηχείο που ήταν για να καλύπτει ηχητικά έναν συναυλιακό χώρο. Είχε πειραχτεί το τύμπανο του αριστερού μου αυτιού και τα αποτελέσματα αυτού, τα ένιωθα μετά από κάθε συναυλία. Ένα φριχτό βουητό που αν δεν είχα και το δεξί αυτί για να ακούω, δεν θα άκουγα τίποτα παρά μονάχα αυτό το βουητό. Υπέροχα δηλαδή. Όλα επέμεναν να μου θυμίζουν την προηγούμενη νύχτα. Τι είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα; Τόλμησα να παραβρεθώ στην συναυλία των Cannibal Corpse!

Είχα πάει από νωρίς στο σπίτι ενός φίλου να προετοιμαστούμε για τη συναυλία. Ακούγαμε μουσική και πίναμε μπύρες συνοδευόμενες με σφινάκια τσίπουρο και τηγανιτά μανιτάρια(!?!). Είχαμε φτιάξει ήδη κεφάλι όταν έφτασε η ώρα να φύγουμε. Η συναυλία θα ξεκίναγε 8, αλλά γνωρίζοντας καλά τις ελληνικές  διοργανώσεις, ξέραμε πως θα καθυστερήσει. Όταν φτάσαμε έξω από το Αν ήταν 8:30 και όλος ο κόσμος περίμενε απ’ έξω. Ήταν μαζεμένοι όλοι οι κάφροι της Αθήνας αλλά ήταν και κάτι γκομενάκια που δεν περίμενα να δω εκεί. Οι ηλικίες ήταν από 20 ως 40, καλό αυτό. Πήγαμε δίπλα στο σουβλατζίδικο να πάρουμε μπύρα περιμένοντας να ανοίξουν οι πόρτες. Εκεί ήταν και ένας άλλος φίλος που είχε έρθει για την συναυλία και σχολίασε χαρακτηριστικά πως ήμασταν «φέσι». Μια χαρά ήμασταν, απλά προετοιμασμένοι για την συναυλία. Σε λίγο ανοίγουν οι πόρτες και αρχίζει να μπαίνει μέσα ο κόσμος. Θα παίζανε στην αρχή οι Unkraft και οι Disavowed για να προετοιμάσουν το έδαφος στους κανίβαλους. Μπαίνοντας, η πρώτη μπάντα είχε αρχίσει ήδη να παίζει. Κλασικά, γαμημένες ελληνικές διοργανώσεις. Το ιδιαίτερο που είχε αυτή η μπάντα ήταν πως είχε τον ντράμερ  να κάθεται μπροστά αντί για πίσω. Χταπόδι ο ντράμερ τους και ο ήχος τους έμοιαζε με τον ήχο των Cannibal corpse, αλλά δεν ήτανε τόσο καλοί όσο οι Cannibal. Δεν γνώριζα τις μπάντες που παίζανε στην αρχή κι έτσι δεν ήξερα σε ποια από τις δυο μπάντες ποιο όνομα ανήκει. Ο κόσμος φαινότανε να έχει άγριες διαθέσεις και μπροστά στην σκηνή είχε αρχίσει ήδη ένα ανελέητο headbanking και ο χορός του θανάτου που θα έπρεπε να το σκεφτείς διπλά αν θελήσεις να μπείς κι εσύ. Είπαμε να κρατήσουμε ενέργεια για μετά κι έτσι πήγαμε να τους απολαύσουμε από το μπαρ συνεχίζοντας να πίνουμε την άθλια ληγμένη μπύρα που σερβίρανε, μη έχοντας εναλλακτική επιλογή. Η δεύτερη μπάντα που βγήκε (Unkraft ή Disavowed;) ήταν καλύτερη και ο ήχος τους πιο punk death core. Στρώνανε το χαλί προετοιμάζοντας το έδαφος για τους Cannibal Corpse. Πολύ καλοί! Μόνο που κι αυτοί είχανε τον ντράμερ μπροστά. Έτσι παρατήρησα πως πίσω υπήρχε μια σκεπασμένη ντραμς. Πίσω περιμένανε τα ντραμς των κανίβαλων υπομονετικά μέχρι να αρχίσουν να δέχονται τα θανατηφόρα χτυπήματα της μπάντας όπου ανήκανε. Cannibal Corpse!!!

Κάποια στιγμή βλέπω ένα όμορφο και μικρό κοριτσάκι να έχει έρθει στο μπαρ για μπύρα! Με εντυπωσιάζει το γεγονός αυτό κι έτσι της λέω πως είναι πολύ μικρή και όμορφη για να παραβρίσκεται σε μια τέτοια κάφρικη συναυλία. Αυτή μου απαντάει πως δεν είναι μικρή και πως είναι 26 χρονών. «Ωραία, και γουστάρεις τους Cannibal Corpse, έτσι;» «Ναι!» μου απαντάει και φεύγω να πάω μπροστά να χτυπηθώ λίγο. Κλασικός μαλάκας μεταλάς, τι περιμένεις τώρα.

Το άλλο το απίστευτο, είναι που ήρθε ένα ερωτευμένο ζευγαράκι να παρακολουθήσει τη συναυλία. Δεν φαινόντουσαν καν για μεταλάδες και τους είπα πως με εντυπωσιάζουν. Τους ρώτησα, «πώς κι έτσι;» και μου απάντησαν πως η κοπέλα του είναι μουσικός! Αυτό είναι, οι μουσικοί ξέρουν να εκτιμούνε το καλό. Μετά έρχεται ένας τύπος λιωμένος στον ιδρώτα από τον χορό του θανάτου και το ανελέητο  headbanking να ζητήσει μπύρα. Ήταν εύσωμος, ψηλός και γεμάτος tattoo. Είχε ξυρισμένο κεφάλι και φάτσα υπερφυσικού μπέμπη. «Με το εισιτήριο δεν παίρνεις μπύρα;» «όχι, η μπύρα έχει 3 ευρώ.» «όχι ρε φίλε τι θα κάνω τώρα…;» είπε απελπισμένος. «Μη σε νοιάζει τίποτα ρε, θα κανονίσω εγώ!» του λέω που δεν με ένοιαζε να τον κεράσω μια μπύρα. Γυρνώντας το κεφάλι μου στο μπαρ,  βλέπω να έχει ετοιμάσει ήδη ένα ποτήρι μπύρα η barwoman και να ετοιμάζει ένα δεύτερο που προφανώς κάποιοι είχανε παραγγείλει. Δεν το σκέφτομαι καθόλου, δεν ρωτάω καν και παίρνω το ποτήρι και του το δίνω. Τον συγκίνησα φαίνεται τον γορίλα και με πιάνει με τα τεράστια χέρια του και μου δίνει ένα φιλί ευγνωμοσύνης στα γένια μου! Αλληλεγγύη, είναι καλά παιδιά αυτοί οι μεταλάδες. Ούτε ευχαριστώ, ούτε μαλακίες. Το ευχαριστώ το έδειξε με την κίνηση του. Παίρνει το ποτήρι και χώνεται ξανά στο πλήθος να συνεχίσει το headbanking. Το θέμα είναι πως κανείς δεν μου ζήτησε λεφτά γι’ αυτό το ποτήρι. Ήταν να το πάρει, και το πήρε.

Με τα πολλά, άρχισαν να ακούγονται οι δοκιμές των οργάνων και οι ρυθμίσεις από τους τεχνικούς των Cannibal Corpse. Ακούγοντας τον ήχο της κιθάρας, σε προϊδέαζε για το τι θα ακολουθούσε. Θανατηφόρος! Έπειτα οι ρυθμίσεις των τύμπανων που τα ξεκουρδίζανε ίσα που να πάλλονται και να έχουν έναν ήχο, σαν κλωτσιά στο στομάχι. Το πλήθος άρχισε να καλεί την μπάντα φωνάζοντας δυνατά Ca-nni-bal Ca-nni-bal… και η ατμόσφαιρα ήταν έτοιμη να εκραγεί. Οι Cannibal Corpse ετοιμαζόντουσαν να τινάξουν στον αέρα τον χώρο με εμάς να πεταγόμαστε εδώ κι εκεί. Όλα μυρίζανε μπαρούτι και η κόλαση άρχισε να βράζει κάτω από τα πόδια μας. Και τότε, βγήκανε. Δεν θυμάμαι αν χαιρέτισαν πρώτα ή αρχίσανε να παίζουνε κατευθείαν, αυτό που θυμάμαι, είναι πως μας τίναξαν όλους στον αέρα και χτυπιόμασταν κάτω σαν χταπόδια. Ένα κύμα απίστευτης ενέργειας!

Αρχίσαμε όλοι να κάνουμε το πιο ανελέητο headbanking που μπορούσαμε και να γυρνάμε εδώ κι εκεί σαν τρελοί. Κάποια στιγμή, χάνω την ισορροπία μου και πάω να πέσω. Αυτό ήταν, λέω, θα με ποδοπατήσουν και δεν θα βγώ με τίποτα ζωντανός από δω μέσα. Μόλις με είδαν, με έπιασαν αμέσως οι διπλανοί μου και με βοήθησαν να σηκωθώ. Να ‘ναι καλά τα παιδιά, με έσωσαν από βέβαιο θάνατο. Και μετά, μη έχοντας βάλει μυαλό, ξαναχώθηκα στο χαμό και από το headbanking νόμισα πως θα μου ξεκολλήσει το κεφάλι. Οι Cannibal έπαιζαν αφηνιασμένα και όλο το Αν βρισκόταν σε μια συνεχή έκρηξη από τους θανατηφόρους ρυθμούς τους.

Ο τραγουδιστής των Cannibal, εξαιρετικός. Γνήσια κάφρικη φωνή με βάρος και βάθος υπονόμου που έφτυνε την βρωμερή ψυχή του στα μούτρα μας. Ακούραστος, αφού όποτε άφηνε το μικρόφωνο δεν σταμάταγε το headbanking ούτε για δευτερόλεπτο. Η υπόλοιπη μπάντα, καταπληκτική! Θανατηφόροι μουσικοί, πολύ δεμένοι μεταξύ τους, που προκαλούσαν οστικό κύμα καταστρέφοντας τα πάντα στον δρόμο τους με την ένταση και την τεχνική που παίζανε. Κι όμως, τεχνική, απίστευτη βρώμικη τεχνική! Απίστευτα τύμπανα, απίστευτες κιθάρες, απίστευτο μπάσο, έκαναν το Αν να δονείται τόσο πολύ, που έλεγες πως σύντομα θα καταρρεύσει και δεν θα βγεί ζωντανός κανείς από κει μέσα. Αν όχι η πιο εκρηκτική, από τις πιο εκρηκτικές συναυλίες που έχω βρεθεί.

Όταν σταμάτησαν τους κανιβαλισμούς τους, νιώθαμε όλοι κατάκοποι με πόνους στο σβέρκο από το headbanking, γρατσουνιές και μελανιές παντού από τον χορό του θανάτου και τον ιδρώτα να στάζει στο λεηλατημένο πάτωμα του κακόμοιρου του Αν. Εξοντωμένοι όπως ήμασταν κινήσαμε για τον δρόμο της επιστροφής, μη έχοντας άλλο κουράγιο για συνέχεια σε κάνα μπαρ για ποτό. Σταματήσαμε το πρώτο ταξί που βρέθηκε στον δρόμο μας και πήγαμε σπίτι έχοντας την ικανοποίηση πως ζήσαμε μια από τις καλύτερες συναυλίες του είδους. Αυτό ήταν! Έτσι, για να έχουμε να λέμε κάτι στα εγγόνια αν προλάβουμε να γεράσουμε και δεν αφήσουμε τα κόκαλα μας σε κάποια άλλη συναυλία.

Υ.Γ. πονάει απίστευτα ο αυχένας μου… πως θα πάω αύριο στη δουλειά…;

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο του, Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

Το λεξιλόγιο του καλού αποθηκάριου.

Έχει ως εξής:

Αντάμπαρα: το αντάμπαρα είναι η πρώτη λέξη που πρέπει να μάθεις, μετά το τουρουτουτούρου βέβαια. Το αντάμπαρα το χρησιμοποιούμε όταν μια κατάσταση έχει καλώς. Για παράδειγμα όταν ρωτάμε: την έβγαλες την παραγγελία; Απαντάμε με αυτή τη λέξη.

Τουρουτουτούρου: το τουρουτουτούρου το χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να πούμε πως κάτι είναι σε εξέλιξη. π.χ. “να δέσω αυτό το κιβώτιο;” η απάντηση είναι τουρουτουτούρου. Το τουρουτουτούρου ήταν και η πρώτη λέξη που βγήκε και πάει με όλα.

Ουασάλαπα: αυτή η λέξη ακολουθεί τις δυο προηγούμενες και είναι το συμπέρασμα των δυο πρώτων. π.χ. αντάμπαρα+τουρουτουτούρου=ουασάλαμπα. Δηλαδή όλα έχουν γίνει όπως πρέπει.
Τραβουντέι: αυτή η λέξη χρησιμοποιείται όταν κάτι συμβαίνει. π.χ. τι έχεις ρε? Τραβουντέι! Ο συνομιλητής καταλαβαίνει πως κάτι έχεις.

Γκαγκανιέλα: αυτή η λέξη είναι συμπερασματική και κι ενδεικτική παράλληλα. Δηλαδή παίρνω χαμπάρι τι γίνεται.

Αμπέμπα μπεάκουε: χρησιμοποιείται ως ονομαστική λέξη για κάποιο πρόσωπο.

Γιουπρουκρούτνι: δείχνει μια κατάσταση… περίεργη.

Αλ Μαχμούτ γουασάλαπα: αυτή η λέξη είναι για πολύ προχωρημένους και δεν θα καταλάβεις.

Γουασάλαπα πάπαλα!: η κατάληξη και το τέλος μια κατάστασης.

Μπάκα—μπάκα: αυτή η λέξη προσδιορίζει πως όλα εξελίσσονται καλώς.

Αβαβά!: αυτή η λέξη δείχνει μια κατάσταση. Λέμε η κατάσταση είναι αβαβά!

Κουρκουτέλια!: αυτή η λέξη σημαίνει πως όλα είναι ανακατεμένα και μπερδεμένα.

Πιπιρικιτίκι: λέξη πειραχτική με αίσθηση χιούμορ κι επίσης δύσκολη για νέους χρήστες να την κατανοήσουν.

Ούμα πάρα ούμα: ε, μη θέλεις να τα ξέρεις και όλα… αυτό δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνει. Ας κρατήσουμε και κάτι για μας να συνεννοούμαστε χωρίς να καταλαβαίνουν οι επιτήδειοι

Ασάταρα—τάταρα: αυτή η λέξη σημαίνει το αυτονόητο. Ότι όλα είναι φώς φανάρι.

Σούξου μούξου τουρουρού: κουραφέξαλα! Αυτό δεν σημαίνει τίποτα!

Πλίτσι—πλίτσι: θα στάξεις!!!

Τσίντσιρι: σκατά στα μούτρα σας βρομώπουστες, μαλάκες ανυποψίαστοι.

Αφού λοιπόν μάθεις να χρησιμοποιείς αυτές τις λέξεις στο καθημερινό σου λεξιλόγιο, είσαι έτοιμος να πιάσεις δουλειά ως χαμάλης σε μια αποθήκη χωρίς μησθό και ΙΚΑ, αλλά με πολλούς ΡΟΥΦΙΑΝΟΥΣ!
Εμπρός λοιπόν άξιε νέε!

Μοιχάλης Μοίχος

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2006

*από το βιβλίο  Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

Ύμνος Εις Μέγα Πούτσο

 

satyr.jpg

Ο Πούτσος μου είναι αξιοθέατο! Θα βάλω ζωγράφους να Τον ζωγραφίσουν, φωτογράφους να Τον φωτογραφίσουν και ποιητές λυρικούς, μελωδικά με στίχους λατρείας να Τον εκθειάσουν!

Θα Τον εκθέσω σε μουσεία, γκαλερί και εικαστικές εκθέσεις, να πληρώνουν είσοδο για να Τον δουν και να Τον θαυμάσουν από κοντά, τουρίστες και λοιποί φίλοι του κάλους και του εκλεκτού.

Θα γίνει αντικείμενο μελέτης από τους ειδικούς και θα κερδίσει την Αθανασία που του πρέπει.

Για την διάδοση της γνώσης του κάλους, θα διδάσκεται στα σχολεία και θα είναι απαραίτητο μάθημα για όλες τις ειδικότητες στα πανεπιστήμια. Η ημέρα της πρώτης Του εκσπερμάτωσης, θα κηρυχθεί επίσημη αργία παγκοσμίως. Οι νέοι που θα θέλουν να λάβουν λίγο από το μεγαλείο Του, θα μαζεύονται στις πλατείες και θα αυνανίζονται φιλοσοφώντας προς τιμήν του.

Θα γίνει σύμβολο λατρείας και γονιμότητας και θα τιμάται από χιλιάδες πιστούς ανά τον κόσμο. Θα καθιερωθεί ημέρα λατρείας η ημερομηνία της γέννησης Του, και θα στηθεί στον τόπο όπου έζησε και μεγαλούργησε, ένας μεγαλοπρεπής ναός, όπου θα φέρει αγαλμάτινο ομοίωμα Του σε πραγματικές διαστάσεις(!) εντός του ναού. Επίσης, γύρω Του θα υπάρχουν και διάφορα άλλα ομοιώματα Του, σε διάφορες φάσεις (στητός, πεσμένος, ντεμί, προφίλ, αμφάνς κ.α.) Το εξωτερικό σχήμα του ναού θα έχει το σχήμα Του—σε τεράστιες όμως διαστάσεις για να χωράνε όλοι οι πιστοί.

Τα Αιδοία που θα Τον έχουν γευτεί, θα τιμώνται και θα δοξάζονται σε ειδικές τελετές ως ευλογημένα απ’ Αυτόν. Θα αγιοποιηθούν και θα συνουσιάζονται με κάθε πιστό για να μεταδώσουν λίγη από την ευλογία Του. Στο εσωτερικό του ναού θα υπάρχουν αγαλμάτινα ομοιώματα των Αιδοίων αυτών και θα είναι στημένα περιμετρικά γύρω από το ομοίωμα Αυτού. Το ομοίωμα Αυτού θα βρίσκεται στο κέντρο του ναού.

Εκεί θα μαζεύονται οι πιστοί και θα κάνουν τις τελετές δοξασίας. Έπειτα θα συνουσιάζονται όλοι μαζί ενώ θα ψάλουν λόγια τιμητικά που—ο Μέγας Πούτσος—τους αξίωσε να απολαύσουν αυτή την μεγάλη παρτούζα και σήμερα. Κατά τη διάρκεια της ομαδικής συνουσίας, θα εκστασιάζονται με κρασί, μπύρα και χασίς πρώτης ποιότητας. Μετά την τελετή λατρείας, θα αποχωρούν από τον ναό ευλαβικά, ενώ στο πέρασμα τους δεν θα αφήνουν τίποτα όρθιο και αγάμητο  από την έκσταση και την ευλογία που έχουν πάρει από τον Μέγα αυτό αναρχικό, φιλήδονο, ποιητικά πλασμένο, θεϊκό Πούτσο.

Θα αποκτήσει αποστόλους που θα γυρνάν τον κόσμο και θα διδάσκουν το έργο Του. Θα γίνει θρησκεία και οι πιστοί θα Τον τιμούν με έναν αυνανισμό κάθε μέρα ή ένα γαμήσι.

Αμαρτωλοί θα θεωρούνται εκείνοι που μένουν ανέραστοι και αυτοί που αρνούνται, κόντρα στη φύση τους, τον αυνανισμό. Η τιμωρία τους θα είναι αυτό που οι ίδιοι επιλέξανε, δηλαδή να παραμείνουν ανέραστοι μακριά από κάθε ηδονή της ζωής. Όσοι μετανοούν, ο Μεγάλος Πούτσος θα τους συγχωρεί και θα τους δέχεται στο Βασίλειο της “ΜΕΓΑΛΗΣ ΗΔΟΝΗΣ”!

Και οι δοξολογίες αυτές θα γίνονται εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο  Μπουρδολογίες ενός σάτυρου

Μια φορά κι έναν καιρό…

Μια φορά κι έναν καιρό σε κάποιον άλλο κόσμο, που καμία σχέση δεν έχει με τον δικό μας συνέβησαν τα εξής:

Ήταν νωρίς το πρωί όταν ο Νίκος σηκώθηκε να πάει στη δουλειά του. Δεν μπορούσε να λείψει γιατί θα την έχανε αν δεν παρουσιαζόταν. Τα δάνεια κόντευαν να τον πνίξουν, η πρώην γυναίκα του ζητούσε ολοένα και πιο μεγάλη διατροφή. Οδηγούσε αμέριμνος. Πέρασε με το αυτοκίνητο του μπροστά απ’την πλατεία.” Παλιά υπήρχαν δέντρα εδώ, τώρα φύτρωσαν κάμερες” λέει στον εαυτό του. “Δεν πειράζει που τα έκοψαν όλα πάντως, τουλάχιστον μπορώ να βρω πάρκινγκ.”

Φτάνει με κάποια λεπτά καθυστέρηση στη δουλειά του. “Ο διευθυντής ζήτησε να σε δει” του είπε βιαστικά η γραμματέας καθώς έτρεχε για να πάει για ψώνια στο νέο μεγάλο εμπορικό κατάστημα που άνοιξε στην περιοχή. Ο Νίκος ένιωθε πνιγμένος.” Τι να θέλει τώρα?” σκεφτόταν από μέσα του.

Μπαίνει στο γραφείο. Ο διευθυντής όταν τον βλέπει κουμπώνει το παντελόνι του, δένει τη ζώνη του και διώχνει τις γυμνές υπαλλήλους του. “Καλώς τον” λέει με ευδιάκριτη ειρωνεία. “Γιατί άργησες? Ξέρεις καλά ότι τα θύματα (όπως συνήθιζε να λέει τους καταναλωτές των προϊόντων του) ολοένα και αυξάνονται. Το ίδιο και οι απαιτήσεις μου από σένα. Το τσιπάκι σου έδειξε ότι δεν εργάζεσαι αρκετά για να πλουτίσω περισσότερο, και ότι δεν ακολούθησες κατά γράμμα τις εντολές που σου έδωσα για το πώς να ζεις. ΑΠΟΛΥΕΣΑΙ.”

Ο Νίκος γύρισε σπίτι. Άνοιξε την τηλεόραση. Ήταν απαραίτητη για κάθε σπίτι. Ακόμη και τα παιδιά στο σχολείο καλλιεργούσαν το πνεύμα τους μέσω αυτής. Είδε κάποιους μεσσίες, οι οποίοι έταζαν πράγματα στον κόσμο αλλά ποτέ δεν τηρούσαν τις υποσχέσεις τους. Δεν καταλάβαινε ποτέ όμως πως εκλέγονταν πάντα αυτοί. Ο μεσσίας ενός κόμματος μίλαγε για την πάταξη της τρομοκρατίας. Οι τρομοκράτες έσπασαν πάλι μία τζαμαρία ενός πολυεθνικού καταστήματος και έγραψαν συνθήματα στον τοίχο. Καταστρέφουν τον κόσμο υποστήριξε ο μεσσίας.

Κυριακή πρωί. Ο Νίκος σηκώθηκε για να πάει στην εκκλησία να παρακαλέσει τον Θεό να τον σώσει και να αναστήσει τη καημένη τη μητέρα του που πέθανε πέρσι. Πηγαίνει στην εκκλησία προσεύχεται και φιλάει κάποιες ζωγραφιές σε ξύλο. Πιθανώς πίστευε ότι θα τον βοηθήσουν να συνεχίσει τη ζωή του. Μόλις φεύγει απ’το ιερό για εκείνον μέρος κατά λάθος χτυπάει το κεφάλι του σε κάποια εικόνα και του φεύγει το τσιπάκι. Ένιωσε για λίγα δευτερόλεπτα να ξεθολώνει το μυαλό του και να βλέπει καθαρά ότι ζει σε μία απάτη. Συνειδητοποιεί όμως ότι οι παρευρισκόμενοι στην εκκλησία τον είδαν σαν παρείσακτη απειλή. Αυτός άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει απ’το οργισμένο πλήθος . Δύο στενά πιο κάτω τον άρπαξε ένα χέρι. Ήταν τρομοκράτης. Δεν τον φοβόταν όμως. Σιγά-σιγά μαζεύτηκε όλη η ομάδα τρομοκρατών και του εξήγησε τα σχέδιά της. Αυτός δέχτηκε να τους βοηθήσει.

Αργά το βράδυ πηγαίνει με τους συντρόφους τους στη βουλή. Από αυτό το κτήριο δίνονταν εντολές στα τσιπάκια. Αφού μπήκαν αθόρυβα μέσα κατέβασαν τον διακόπτη που τα έθετε σε λειτουργία.

Μέσα σε μία ώρα είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία ένας μανιασμένος όχλος. Οι μεσσίες που κυβερνούσαν επιστράτευσαν κάποιους παράξενους τρομοκράτες. Τους αποκαλούσαν αστυνόμους. Δεν ήταν σαν εμάς. Φορούσαν κράνος και όχι κουκούλα και ήταν οπλισμένοι με θανατηφόρα όπλα και όχι πέτρες και ξύλα όπως εμείς. Όταν τους επιτέθηκαν πολλοί οπισθοχώρησαν και άλλοι έπεσαν νεκροί. Αυτός με κάποια άλλα στελέχη πήγαν στη βουλή. Εκεί είχαν μείνει λίγοι απ’τους αστυνόμους. Αφού τους σκότωσαν γρήγορα μπήκαν μέσα. Έπαθαν έκπληξη όταν είδαν όλους τους μεσσίες να φρουρούνται από μεγάλο αριθμό αστυνόμων. Ο Νίκος είχε πάρει τα μέτρα του. Δεν το είχε πει στους δικούς του. Ήταν ζωσμένος με εκρηκτικά. Ξέφυγε απ’τους αστυνόμους και άρχισε να κυνηγάει κάποιον απ’τους μεσσίες που μόλις τον είδε άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Έφτασαν σε ένα μικρό δωμάτιο. Όταν αντίκρισε το πρόσωπό του είδε ότι ήταν ο μεσσίας του αριστερού κόμματος. Άκουγε πυροβολισμούς. Οι σύντροφοί του σίγουρα είχαν πέσει. Ο μεσσίας του πρόσφερε μια θέση στην εξουσία και μεγάλο αριθμό χρημάτων. Αυτός το σκέφτηκε λίγο. Απάντησε” Ούτε ένας από σας δεν πρέπει να μείνει ζωντανός”. Και ακούγεται μια έκρηξη απ΄το κτήριο της βουλής. Κανείς δεν πρέπει να έμεινε ζωντανός.

Την αυγή το σύστημα είχε πέσει. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Κάποιοι έπρεπε να θυσιαστούν. Οι τρομοκράτες. Εκείνο το πρωί όλα τα λεφτά μαζεύτηκαν στην πλατεία και τα έκαψαν για να ζεσταθούν οι φτωχοί. Τα αστυνομικά τμήματα γκρεμίστηκαν και έγιναν παιδικές χαρές. Παντού φυτεύτηκαν δέντρα. Οι τράπεζες έγιναν ιδρύματα και οι εκκλησίες σχολεία. Όλες οι τηλεοράσεις καταστράφηκαν. Η βουλή τέλος έγινε χώρος για να γίνονται συναυλίες και εκδηλώσεις. Πλέον δεν κυβερνούσε κανείς. Όλοι ήταν τώρα ευτυχισμένοι.

Στους τοίχους γράφτηκε: ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ ΟΛΟΙ-ΟΛΟΙ.

Σπύρος