Αρχείο κατηγορίας Κείμενα & Άρθρα κλπ

ΠΑΠΑΡΙΑ, ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΔΙΔΥΜΕΣ …του Θανάση Πάνου

«Πλησιάστε Κυρίες και Κύριοι,
Η επανάσταση σημαίνει πλέον ηχηρά ,
δίδυμες καμπάνες τα παπάρια
θα αυγατίσουν τον χώρο σας»

Παπάρια, παπάρια!
Εργάτες , προς όλες τις κατευθύνσεις, κινητοποιηθείτε με τα παπάρια σας! Ενεργοποιήστε τα! Δουλέψτε με τους παπαρόλιθους!
Όταν στα αμφισβητούν , μη το ξεχνάς ποτέ, αποκτάς μια άλλη ανέραστη σάρκα. Παραχώνεσαι στο ανούσιο των ρόλων, περιελίσσεσαι με κλειστά πόδια στον κυκλικό σου χώρο , που εγκλωβίζει την κάθε επανάσταση. Εκει, τα συμπιέζει πονηρά της ηθικής ο καρυοθραύστης και τα άμοιρα κυνηγημένα, τρέχουν πάντα ιδρωμένα , μπάλες δερμάτινες που τις κλωτσούν τα γυαλισμένα τα λουστρίνια
Τα παπάρια , , τα πάντα καταγράφουν , τα πάντα ενθυμούνται.
Αρκεί , μη τα ξεχνάς.
Ακόμη και το πιο μικρό , ο ερασιτέχνης ίσως, ταλαντεύεται πέρα – δώθε , βρίσκοντας στήριγμα εναλλακτικό μία στα δύο σκέλια και μια στο πόδι που με κίνηση λικνιστή , εξημερώνει και ξεπετάει την αγωνία της αναπαραγωγής σου…
Η δυναμική του παπαριού εκπέμπει σήματα, καλέσματα, συστρέφοντας κι αστράφτοντας μπροστά στον εργοδότη.
Πάλλεται και σπέρνει προς κάθε κατεύθυνση παιδιά αχόρταγα με όρθιο το κεφάλι. Σπάει το κενό που υπάρχει στον κοινωνικό περίγυρο, το μείον και το πλέον , τους κούφιους τόπους που κατοικεί η ανιαρή καθημερινότητα.
Νοερά, στην κάθε πύλη εισόδου για μια επανάσταση, φύλακες ακούραστοι είναι, μια απαγορευμένη συναγωγή ελπίδας για την στέψη της απελευθέρωσης από το κάθε ευνουχισμένο τοπίο. Αυτά και μόνο αυτά, συνδέουν , ανάμεσα στα δύο το 3, που είναι η κεφαλή, η εμφυσηθείσα του πόθου και του εργάτη το σφυρί.

Θανάσης Πάνου

links

Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου

Art-Imeros Thanasis Panou

 

Σκόρπιες Σκέψεις #3415 …του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΗ ηλιθιότητα αναδύεται μέσα από τα καταπράσινα νερά του ποταμιού σαν την Αφροδίτη της Χαριλάου Τρικούπη. Άνθρωποι ευαίσθητοι, με νέο αίμα, φρέσκο, που βράζει… καλλιτεχνικής φύσης άνθρωποι και άλλοι υπέροχοι… εκφέρουν γνώμες που πέφτουν με παφλασμό σε λεκάνη εναλλακτικής τουαλέτας. Επαναλαμβάνομαι όταν επαναλαμβάνονται συνεχώς ιδέες σάπιες και επικίνδυνες για τα ζωντανά μου. Φωτιά… Τι βάλσαμο για την ψυχή αυτή η φωτιά που καίει τον τύπο και την έκφραση. Μονάχα ο καπνός αυτού του εμπρησμού δεν μου αρέσει. Έχετε μυρίσει σκατά να καίγονται?

Η δημοκρατία επιτρέπει στην κοινωνία να αυτοκτονήσει ομαδικά. Το δικαιούται. Βέβαια παρασύρει και εμάς(?) μαζί της στον θάνατο αλλά δεν μας πειράζει γιατί είμαστε δημοκράτες. Ας αποφασίσει ο γαμημένος ο  λαός. Οι (π)ορδές των αφυπνισμένων. Αν δε βλέπεις το ρεαλιστικό αδιέξοδο του οργανωμένου πράγματος, πρότεινε μου μια λύση.  Οι πιο ωραίες  λύσεις, τις περισσότερες φορές δεν λειτουργούν ούτε για δέκα άτομα που σκοτώνονται γύρω από ένα τραπέζι, για λέξεις άψυχες. Σύντροφοι, συναγωνιστές, αδελφοί και αδελφές, μονάχα ένα λεπρό  αρμαντίλλο  θα σώσει την κοινωνία. Πλανιέμαι από πλάνη οικτρή. “Η επανάσταση γίνεται από εκείνους που τη ζωή τους δεν τη βάζουν στην κορυφή της ύπαρξης… είτε από τρέλα είτε από αγάπη” έγραψε κάποτε το θωρακισμένο ζωντανό.

“Άσε με να πιω τη μπύρα μου στον ήλιο  χωρίς τύψεις” είπε το αρμαντίλλο στο μυοπόταμο… “κοίτα τον ήλιο. Δες τον καλά. Στα αρχίδια του με γράφει και εγώ γράφω εσένα στα δικά μου. Πήγαινε να μιλήσεις αλλού για αγώνες, την ώρα που ΕΓΩ θα διδάσκω την αγάπη σε έντομα, σκουλήκια και άλλα ασπόνδυλα.” Ο μυοπόταμος έφυγε κρατώντας την απάντηση στην ουρά του, δεμένη με μια κόκκινη κορδέλα, φοβούμενος μην πάει και του κλέψουν την πολύτιμη του.

Το Κοράκι του Πόε… Τι όμορφο πράγμα το Κοράκι του Πόε! Μα τα κοράκια που κρώζουν με μάτια βγαλμένα από τα καθαρά τους νύχια, δεν τα αντέχω… Μου βιάζουν την κακή μου όσφρηση. Η ανεύρεση θετικών στοιχείων, μπορεί να γίνει ακόμα και μέσα σε ένα βόθρο, από όντα με αισθήσεις και αισθητήρες καπνού. Η ανικανότητα ανεύρεσης θετικών στοιχείων μέσα στο κουφάρι ενός ανθρώπου που σαπίζει ζωντανός, αποτελεί τη μάστιγα της επόμενης δεκαετίας. Ένας θεόμουρλος γέρος, όταν λατρεύεται από τις ορδές των πιστών, αποτελεί εθνικό κίνδυνο. Το μέγεθος της αλήθειας και της σοφίας που κρύβεται πίσω από τις προφητείες του, αντιστοιχεί σε ένα πιάτο ρηχό και μεσαίου μεγέθους, γεμάτο με παπάρια μέντολες και πατάτες τηγανητές. Τι υπέροχο γεύμα. Βάλε την αγιοσύνη του στα μικροκύματα να ζεσταθεί.

Η τηλεοπτική στύση διεκόπη απότομα καθώς η Μπέλλου έχυσε βιτριόλι στην καλογυαλισμένη φαλάκρα του ταλαντούχου νέου. Ένας γάτος που βρισκόταν στο στούντιο, ξύπνησε από τα ουρλιαχτά και σήκωσε ελαφρά το κεφάλι του, χωρίς να ανοίξει τα μάτια, δείχνοντας έτσι ενδιαφέρον για τον πόνο του άλλου ή απλά ενόχληση. Κατέβασε το κεφάλι, γύρισε πλευρό και επέστρεψε στον ύπνο. Ο παρουσιαστής γύρισε την πλάτη στον αίλουρο… σήμα ηρεμίας.

Πόσες ιδέες έχει μέσα στο κεφάλι του αυτός ο φοιτητής των τεχνών των καλών? Δεν μπορεί να τις βγάλει εύκολα  βέβαια. Έχει μπλοκάρει το σύστημα από την καταναγκαστική εξέλιξη των πάντων προς μιαν αόριστη μαλακία. Ο νεαρός καθώς χτένιζε σκεπτικός το ψαγμένο μούσι του, ένοιωσε την όρεξη του να ανοίγει. Σηκώθηκε παίρνοντας τον εναλλακτικό φορητό υπολογιστή του και πήγε  να φάει βιολογική σαλάτα στο μπαρ με τις σαλάτες.

Το κεφάλι μου από την πίεση που δέχεται, νομίζει πως θα σπάσει. Αυτό αποτελεί απλά μία πλάνη λένε οι επιστήμονες. Ο Χριστός, η Επιστήμη και οι Νέες Εποχές δίνουν μάχη στις κοιλάδες  του μεγάλου Μανιτού και εκείνος γελάει βλέποντας τα κουκούλια τους και βλέπει και το δράκοντα στον ουρανό να βολτάρει… Στρίβει ένα τσιγάρο και το πίνει παρέα με το τσακάλι του σαμάνου, που έχει για συντροφιά τα απογεύματα. Το τσακάλι είναι μια σταλιά, καχεκτικό και σχεδόν τυφλό. Κρίμα είναι θα πεις το άμοιρο. Εκείνο όμως είναι ευτυχισμένο και ευχαριστημένο από τη ζωή του και διαψεύδει τα δραματικά μου σενάρια  ακυρώνοντας ταυτόχρονα τη θλίψη μου.

Γιώργος Μικάλεφ

το κόλο στο facebook

 Η ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗ VOLK …του Θανάση Πάνου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η ζωή θα έλεγε κανένας, ότι είναι διεστραμμένη.

Στην επαρχία τα φυτά ανθίζουν και οι άνθρωποι μαραίνονται. Το χώμα γίνεται λάσπη και η λάσπη τροφή. Σε ένα χωριό γεννήθηκε ένα παιδί, που έπαιζε, ονειρευόταν σαν όλα τα παιδιά, διψούσε σαν όλα τα παιδιά της επαρχίας που πιστεύουν πως υπάρχει κάπου αλλού, κάτι άλλο, ένα μυστικό καλά κρυμμένο. Επαρχία και χωριό σημαίνει στέρηση και ανέχεια.

Το παιδί πήγε στο σχολείο, έμαθε γράμματα »του Θεού σπουδάγματα» κι έπειτα… Στα χωράφια η ζωή είναι δύσκολη, ο βίος επίπονος και για ένα παιδί που ονειρεύεται. Ο αδελφός του, ο μεγάλος είχε φύγει για »έξω». Μετανάστης…για να προκόψει. Να βγάλει λεφτά, να γίνει κάποιος. Να ζήσει σαν άνθρωπος. Τα λεφτά δεν έχουν καμιά σχέση με τον άνθρωπο, με την ουσία του ανθρώπου, αλλά όλοι οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν λεφτά. Μερικοί, οι πιο πολλοί, το θέλουν πιο πολύ. Ο αδελφός και το παιδί είχαν ακούσει από τους γέροντες τα γνωστά παραμύθια για εκείνους τους ζάμπλουτους που, δήθεν είχαν ξεκινήσει με τρύπιο παντελόνι και με τον ιδρώτα του προσώπου τους γινήκανε λεφτάδες.

Το παιδί άκουγε τον αδελφό του που καταλάβαινε πιο πολλά, πως ήθελε -ονειρευόταν- να γίνει πλούσιος. Να γυρίσει κάποτε στο χωριό του με κοστούμια και λουστρίνια και αμάξι <πού να φυσάει> για να τον θαυμάζουν όλοι. Άκουγε το παιδί τον μεγάλο αδελφό, πως θα τον <έκανε βόλτα> με το αμάξι , αυτόν πρώτα από όλους και το παιδί δάκρυσε από τη λύπη που τον έχανε.

 Ο αδελφός γέλασε στον μικρό και του έδωσε ένα πολύτιμο δώρο, που χάραξε το παιδικό μυαλό. Ήταν ένα δαχτυλίδι, ίδιο ακριβώς με αυτό που φορούσε και εκείνος.

 Έφυγε λέγοντας μια τελευταία φράση, << θα περάσω ότι είναι να περάσω, το ίδιο και εσύ και όταν έρθει ο καιρός θα συναντηθούμε στην άκρη του τούνελ>>.

Και το παιδί έβλεπε τον αδελφό του να φεύγει και ήξερε πώς έφευγε για πολύ καιρό. Είχε χωρίσει και με την κοπέλα του –αυτή του επέστρεψε το δαχτυλίδι- το δαχτυλίδι που φορούσε τώρα στο χέρι του ο μικρός.

Το παιδικό μυαλό σκεφτότανε « έφυγε ο αδελφός μου, χώρισε με την κοπέλα του –μου έλεγε ότι δεν θα την άφηνε ποτέ –άφησε τους γονείς μας και εμένα και πήγε « έξω», εκεί που είναι πολύ μακριά. Θα έρθει όμως κάποια μέρα που θα γυρίσει, γιατί με αγαπάει και θα είναι και πλούσιος.

Μα τα χρόνια περνούν…

Στον κεντρικό τοίχο της αίθουσας, ήταν πίνακες ζωγραφικής με σταυρωμένους Κλόουν.

Θύμιζαν πίνακες του μεγάλου εξπρεσιονιστή Λανάροφ. Η παράσταση που κοιτούσε, ήταν μια παραμορφωμένη μορφή με μάτια κουρασμένα που μέσα τους καθρεπτιζόταν η παράσταση ενός θλιμμένου παιδιού. Κοίταξε τα μάτια στο βάθος και η παράσταση του φάνηκε πως ήταν ο ίδιος ο θάνατος.

Έσφιξε μέσα από το σακάκι την ζώνη με το όπλο του και προχώρησε προς την έξοδο.

Αυτή η έκθεση ζωγραφικής των συναδέλφων του Εγκληματολογικού ήταν καταθλιπτική.

 Πήγε στο σπίτι του για να ξεκουραστεί. Ήταν κιόλας τρεις το μεσημέρι. Άνοιξε το ψυγείο και κατέβασε γρήγορα δυο-τρείς γουλιές μπέρμπον. Ήταν το τελευταίο μπουκάλι και έπρεπε να φροντίσει για νέα εφόδια. Τώρα όμως χωρίς ούτε ένα ποτό… ήπιε δυο ηρεμιστικά και ξάπλωσε. Η κατάστασή του επιδεινώνεται. Τα όνειρα του διακόπτονται τώρα από μικρότερα εμβόλιμα όνειρα. Χτύπησε το τηλέφωνο ενώ μέσα στο όνειρο του βρισκόταν στον τελευταίο πίνακα ζωγραφικής της εικαστικής έκθεσης του εγκληματολογικού.

– Εμπρός

– Κύριε επιθεωρητά,  έρχομαι σε πέντε λεπτά να σας πάρω.

– Έχουμε κανένα… ευχάριστο?

– Ένα πτώμα αποσυντεθειμένο, ψαρεμένο στην λίμνη.

– Και το έγραφε το ζώδιο… <βλέπω μια ανήσυχη βραδιά> Λες και δεν το ήξερα.

-Ήταν δυνατό να μην συμβεί κάτι? Οι δημοσιογράφοι το έμαθαν?

– Όχι ακόμα. Έρχομαι να σας πάρω.

Το περιπολικό έτρεχε έξω από την πόλη, προς το μέρος της λίμνης.

– Πήγατε στην έκθεση ζωγραφικής?

– Ναι, ήταν απαίσια… Τι ξέρουμε για το πτώμα?

– Βρέθηκε από έναν ψαρά δεκαοχτάρη, που έπαθε μάλιστα και μια κρίση πανικού.

– Άνδρας?

– Θα δούμε, δεν αναγνωρίζεται το πτώμα. Πάντως έχει πλούτο επάνω του, δαχτυλίδια, διαμάντια και τέτοια.

– Έτσι λοιπόν ξύπνησε το ενδιαφέρον για το εγκληματολογικό…
– Μάλλον κύριε επιθεωρητά. Για να μας δώσουν την υπόθεση δεν θα πρόκειται για το πτώμα κανενός αλήτη, αλλά μάλλον πλουσίου, με ποιος ξέρει τι σκοτεινά κίνητρα για το φόνο από πίσω.

– Μπράβο Τόμας! Βλέπω πως αρχίζεις και συνδυάζεις τις προηγούμενες υποθέσεις μας με το τι μας δίνουν στη Βρομοδουλειά. Χμ! Να ασχοληθούμε με το χειρότερο είδος ανθρώπων, αυτών που τρέφονται από το είδος τους…

Όταν το έβγαλαν στην όχθη το πτώμα ήταν είδη αποσυντεθειμένο. Σκέφτηκε πως όλα τα σώματα είτε καπιταλιστές είτε αριστεροί, είναι ίσα απέναντι στο θάνατο… βρωμάνε το ίδιο. Η μακριά παραμονή του πτώματος στην λίμνη του είχε δώσει την όψη μιας διάφανης βλεννώδους μάζας. Δεν ήταν τόσο η αποσύνθεση όσο εκείνη η σκοτεινή μορφή, που πάγωσε τον επιθεωρητή. Όλες οι γραμμές και όλα αυτά που προεξείχαν στο πρόσωπο και στο κορμί ήταν ροκανισμένα, τριμμένα και φαγωμένα. Το κρανίο έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο που πάνω του φύτρωναν υγρές ανακατεμένες τούφες μαλλιών σαν μπερδεμένα μακριά φύκια…
Είχε αρχίσει λοιπόν η έρευνα. Ο επιθεωρητής είχε δικά του στοιχεία, την βλεννώδη μάζα και τέσσερα δαχτυλίδια, αξίας πέντε εκατομμυρίων από λευκό χρυσό τα τρία, ενώ το τέταρτο ήταν διαφορετικό και μικρής αξίας. Τα λασπωμένα διαμάντια έκαναν τα δάχτυλα , ή μάλλον τις μελανιασμένες σάρκες των δαχτύλων να φαίνονται σαν ένα κακόγουστο ζευγάρωμα της ομορφιάς και της ασχήμιας. Οι άνθρωποι του επιθεωρητή βάλανε σε πλαστικά σακουλάκια τα δαχτυλίδια και άφησαν για τους τύπους του νεκροτομείου τα υπόλοιπα.

-Φέρτε τα στοιχεία στο γραφείο μου.

– Μάλιστα κύριε επιθεωρητά.

– Λοιπόν ! Από πού να αρχίσουμε?

– …έχουμε μόνο τα δαχτυλίδια.

– Από τον ιατροδικαστή ?

– Τίποτα, απολύτως τίποτα! Το πτώμα δεν είναι από την πόλη μας και σίγουρα δεν είναι σεσημασμένος, όπως δείχνουν τα αρχεία μας.

– Τα δαχτυλίδια ποιος τα εξέτασε?

– Εγώ κύριε επιθεωρητά. Είναι μεγάλης αξίας τα τρία ενώ το τέταρτο είναι το περίεργο,

– Δηλαδή ?

– Είναι μικρής αξίας και δεν έχει ούτε καν αισθητική ομοιομορφία με τα άλλα.

– Μάλιστα! Πολύ καλό αυτό. Δαχτυλίδι λοιπόν με συναισθηματική αξία. Εκεί πρέπει να στραφούμε τώρα.

Βγάλανε τα δαχτυλίδια από τα σακουλάκια και τα κοσμήματα χωρίς τις μελανιασμένες σάρκες πάνω στις οποίες τα είχε πρωτοδεί ο επιθεωρητής, τον θαμπώσανε. Ως εκεί όμως… Το χέρι του, ακουμπισμένο επάνω στο γραφείο και δίπλα στα τέσσερα δαχτυλίδια, συγκέντρωσε τα μάτια όλων των αστυνομικών. Στο χέρι του επιθεωρητή ήταν περασμένο ένα δαχτυλίδι ίδιο ακριβώς με το τέταρτο , αυτό του άγνωστου πτώματος.

Ο επιθεωρητής έφυγε τρέχοντας από το γραφείο του και άφησε πίσω του, μέσα στη σιωπή , τους έκπληκτους συναδέλφους του.
Το σπίτι ήταν φρικτά άδειο. Ήπιε από το μπουκάλι μπέρμπον που μόλις είχε αγοράσει και άρχισε να ντύνει με την φαντασία του την βλεννώδη μάζα με σάρκα, αναπαριστώντας το πτώμα πριν την αποσύνθεση. Αισθανόταν κρύο από μέσα του και το δάχτυλο που φορούσε το δαχτυλίδι τον έκαιγε φοβερά.

Είδε το χέρι με τα διαμάντια να κινείται, να βγαίνει από το νερό της λίμνης και μετά ολόκληρη την φιγούρα να αγωνίζεται να σταθεί όρθια μέσα στη λίμνη , προσπαθώντας να πλησιάσει προς την όχθη. Το κρανίο που έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο ήταν στραμμένο προς το μέρος του και μέσα από τα ροκανισμένα και τριμμένα χαρακτηριστικά του, ένοιωθε πως τον φώναζε. Η διαύγεια της εικόνας τον είχε παγώσει. Φοβήθηκε και δεν ήθελε να συνεχίσει.

Ήταν όρθιος και ακίνητος μέσα στη κουζίνα.

Σε μια κατάσταση σύγχυσης, η πραγματικότητα μπερδευόταν όλο και πιο πολύ με το παράλογο, το παρελθόν ενσωματώνονταν στο παρόν και όλα μαζί γίνονταν ένα τρελό κουβάρι που τύλιγε σφικτά και τον κυλούσε στο δρόμο της παράνοιας. Το παιδί, έσφιξε την ζώνη με το Magnum 357 και άνοιξε άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι.

Είχανε περάσει περίπου σαράντα χρόνια και το παιδί , πενηντάρης πια, ήταν ένας πετυχημένος επιθεωρητής του εγκληματολογικού,   ο επιθεωρητής  VOLK.

Το παιδί στο χωριό είδε να πεθαίνουν οι γονείς του, είδε να μην έρχεται ο μεγάλος αδελφός του και είδε να μένει τελείως μόνος. Στα χέρια του είχε μόνο ένα γράμμα του, το μοναδικό που είχε στείλει. Έφυγε από το χωριό του, περιπλανήθηκε σε ξένους τόπους μέσα στον  χρόνο και έφτασε στα πενήντα του, ένας επιθεωρητής ευσυνείδητος, το πρώτο όνομα στο εγκληματολογικό. Ο επιθεωρητής όμως τον αδελφό του δεν μπόρεσε να τον βρει ποτέ. Αισθανόταν πάντα αποτυχημένος και ποτέ δεν τον άγγιζαν τα «μπράβο» των ανωτέρων του, για τις υποθέσεις που ξεκαθάριζε. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην ησυχάσει αν δεν βρει τον αδελφό του. Αυτή η ελπίδα τον κρατούσε πάντα αφοσιωμένο στη δουλειά του με μόνη συντροφιά το Μπερμπον  και τα ηρεμιστικά του.  Το παιδί ήπιε και , παρά την θέλησή του ξαναγύρισε στην αναπαράσταση.    Οι εικόνες ξαναζωντάνευαν και το πτώμα γεννιότανε κομμάτι-κομμάτι, σιγά-σιγά και άρχιζε να αποκτά χαρακτηριστικά. Είχε συγκεντρώσει πια, όλη την προσοχή του στην παράσταση, που την έβλεπε με όλο και πιο μεγάλη ένταση να ζωντανεύει μπροστά του. Σκέφτηκε πως αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο και τρομαχτικό παιχνίδι που του είχε παίξει ποτέ η φαντασία του. Έκλεισε τα μάτια σε μια τελευταία προσπάθεια να τα σταματήσει όλα.

– Αδελφέ μου !  Η ξένη φωνή, του γέμισε το κεφάλι και έντρομος άνοιξε τα μάτια του. Η διαύγεια της εικόνας τον τρόμαξε και πετάχτηκε  όρθιος. Στα δύο βήματα μπροστά του βρισκόταν η εικόνα του αδελφού του που τον κοιτούσε χαρούμενος. Τα μελαγχολικά μάτια όμως, έκαναν την καρδιά του να κλωτσήσει και την σκέψη του να παγώσει.

– Δεν είναι δυνατόν …όχι!

– Δεν θα ήθελα αδελφέ μου να με έβλεπες νεκρό, αλλά … να ξέρεις πως δεν σε ξέχασα ποτέ μου και πάντα ονειρευόμουν τη στιγμή που θα σε ξαναέβρισκα.

– Δεν μπορώ να καταλάβω… το δαχτυλίδι… το πτώμα… εσύ, γιατί τόσο αργά?

– Αργά … σου είχα υποσχεθεί ότι θα γύριζα πλούσιος, ότι θα ήσουν περήφανος για τον αδελφό σου. Είναι τόσο αργά τώρα. Ξέχασε τα όλα σε παρακαλώ. Ήξερα που ήσουν, ποιος ήσουν, μα δεν ήθελα να ντρέπεσαι για μένα. Τώρα λοιπόν αδελφέ μου, άσε με να ηρεμήσω και σταμάτα τις έρευνές σου. Άσε με να πάρω μαζί μου ένα μυστικό που αν το μάθαινες, θα σε σκότωνε.

– Μα τι κακό θα μου έκανες? Έγινες πλούσιος, είπες, χωρίς παρανομίες αλλά παρ’ όλα αυτά κρυβόσουν. Γιατί δεν ήρθες να με βρεις? Πως και δεν σε βρήκα εγώ που ερευνούσα πάντα για σένα?
Ο αδελφός του τον κοιτούσε αλλά τα χαρακτηριστικά του, γίνονταν συνεχώς πιο παιδικά, ώσπου έφτασαν στην ηλικία που ήσαν παιδιά, τότε που έπαιζαν μαζί ξέγνοιαστα. Μπροστά από τον επιθεωρητά στέκονταν τώρα, ο αδελφός του στην ηλικία του παιχνιδιού και της χαράς. Του έγνεψε να κάτσουν κάτω και να παίξουν. Ο επιθεωρητής πλησίασε, έκατσε και άρχισε το παιχνίδι…
Στο γραφείο του επιθεωρητή, οι συνάδελφοί του ήταν ευχαριστημένοι από την επιτυχία τους. Είχαν κλείσει μόνοι τους την υπόθεση και το μόνο που τους έμενε ήταν να τον πάρουν τηλέφωνο.
– Είδε το τέταρτο δαχτυλίδι που ήταν ίδιο με το δικό του και θα παρομοίασε το νεκρό με τον εαυτό του. Πίνει πολύ τώρα τελευταία

… Πρέπει να τον βοηθήσουμε ως συνάδελφοι και ως φίλοι. Ποιος θα πάρει να του πει τα ευχάριστα?

Οι άλλοι συμφώνησαν και ο Τόμας σήκωσε το τηλέφωνο. Το τηλέφωνο χτύπησε και ο επιθεωρητής σαν να βγήκε από λήθαργο, πετάχτηκε όρθιος. Ένοιωσε σαν να χόρεψε κάποιος κλακέτες στο πρόσωπό του. Ο αδελφός του συνέχισε να παίζει ανέμελα και χωρίς να δίνει σημασία στην ανησυχία του. Σήκωσε το τηλέφωνο, ενώ η παράξενη παγωνιά που τον είχε αγκαλιάσει προηγουμένως, ξαναγύρισε.

– Κύριε επιθεωρητά, πως είστε?

– Καλά Τόμας, αισθάνθηκα μια αδιαθεσία γι’ αυτό έφυγα βιαστικά.

– Όλα εντάξει με την υπόθεση, Επικοινωνήσαμε με το Εγκληματολογικό με την πόλη VAASA και ανακαλύψαμε την ταυτότητα του πτώματος της λίμνης. Η υπόθεση είναι πολύ απλή! Χαίρομαι γιατί δεν θα κουραστείτε με αυτή την υπόθεση μιας και είστε αδιάθετος.

– Λοιπόν?

– Το πτώμα ανήκει στην Λουΐζα. Είναι γνωστό τραβεστί…
Τώρα με τα γεράματα όμως παρά τα πολλά πλούτη  που είχε αποκτήσει αισθανόταν μεγάλη μελαγχολία. Μέσα σε αυτό το χρόνο είχε κάνει δυο απόπειρες αυτοκτονίας. Βρέθηκε στο σπίτι της-του- ένα γράμμα που μιλούσε για την αυτοκτονία και τόνιζε ότι είναι ανώφελο να ψάξουν! Ο δεσμός που είχε πέθανε πριν δύο μήνες. Τώρα, γιατί διάλεξε την πόλη μας?   Ποιος ξέρει… ίσως για να μη βρεθεί η ταυτότητα της.

Το τηλέφωνο έπεσε στο δάπεδο και ο επιθεωρητής γύρισε προς τον αδελφό του. Το παιδικό κορμί είχε μείνει σαν άγαλμα, ακίνητο και μέσα από τις σάρκες του άρχισε να ορθώνεται το πτώμα της λίμνης. Ξαναγινόταν και πάλι σιγά-σιγά, κομμάτι-κομμάτι.

Ο επιθεωρητής ένοιωσε να βυθίζεται βαθιά στα τοπία της τρέλας. Η οπτασία, γύρισε την πλάτη και ξαναγύρισε είδε το πρόσωπό του αδελφού του να έχει γίνει γυναικείο. Τα χείλη έντονα βαμμένα, σαρκώδη, τα ζυγωματικά ψηλά και τονισμένα. Οι βλεφαρίδες μεγάλες, τα μαλλιά μακριά και βαμμένα ξανθιά. Τα χέρια ήταν σταυρωμένα μπροστά στο στήθος για να κρύβουν τη γύμνια του. Το πρόσωπο άρχισε να φωτίζεται και ένα γέλιο έσπασε την ησυχία ενώ τα πλούσια, από σιλικόνη στήθια, αναπήδησαν μέσα στα χέρια που τα έκρυβαν. Ο επιθεωρητής ψέλλισε από μέσα του το όνομα του αδελφού του.

– Χα, χα, χα, λέγε με Λουΐζα, δεν αισθάνομαι καλά με το παλιό μου όνομα … Άλλωστε το έχω ξεχάσει από καιρό …Έχεις γίνει ωραίος άνδρας αδελφέ μου! Δεν ξέχασα ποτέ πως είμαστε δεμένοι … σαν δύο όρχεις … χα! χα!

– Όχι, όχι …ο επιθεωρητής ούρλιαξε και έπιασε ασυναίσθητα όπως σε όλους τους κινδύνους το όπλο του.

– Μα τι λες αγαπημένε μου! Δεν θα σε αφήσω ποτέ πια! Χρειάζεσαι συντροφιά, με έχεις ανάγκη περισσότερο από κάθε τι … είσαι τόσο μόνος… Η Λουΐζα γελώντας όλο και πιο δυνατά άνοιξε τα χέρια και πρότεινε τη γυμνή αγκαλιά της.

– Έχεις εκλάβει για ζωή τα υποκατάστατά της, που στοίβαξες μέσα σου και ξέχασες πως τόσο τρέξιμο μάλλον στην θλιβερή απουσία του έρωτα το χρωστάς.

Ο επιθεωρητής ενώ βρισκόταν ένα βήμα από την αγκαλιά, τράβηξε το 357 magnum. Η οπτασία συνέχισε να γελάει υστερικά και αντί να απομακρυνθεί άρχισε να κλείνει σιγά-σιγά την αγκαλιά της, με αυτόν μέσα. Ο επιθεωρητής έβγαλε ένα ουρλιαχτό και το όπλο του άδειασε μόνο του…

Οι σφαίρες πέρασαν μέσα από το πτώμα της λίμνης, εξοστρακίστηκαν πάνω στη σιδερένια κορνίζα του όρθιου ρολογιού και διαπέρασαν το μέτωπο του επιθεωρητή που στα τοπία της τρέλας είχε χαθεί για πάντα.

Θανάσης Πάνου

 

links
Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου
Art-Imeros Thanasis Panou

Για το Βαγγέλη…

Όταν θα θυμάμαι τον Βαγγέλη Γιακουμάκη, θα βλέπω πάντα τα μάτια του, δυο θάλασσες θλίψης, σ’ εκείνη τη φωτογραφία.
Όταν θα θυμάμαι το δολοφονημένο (γράμματα γνωρίζω) παλικάρι από την Κρήτη, θα κλαίω που απ’ όλη τούτη τη ρημαδιασμένη γη δεν υπήρξε ούτε ένα εκατοστό καταφυγίου, ούτε μια ελάχιστη αγκαλιά για τούτο το παιδάκι.
Όταν θα θυμάμαι τον Βαγγέλη, θα αναθεματίζω όλους αυτούς που δεν έχουν την ανθρωπιά να προστατεύσουν τους Βαγγέληδες αυτού του κόσμου αλλά μπορούν μια χαρά να ανατρέφουν με καμάρι τους νταήδες που θα τους εξολοθρεύσουν.
Χρέος μου να θυμάμαι.
Να θυμάμαι και να θυμίζω.

Κ.Κ.

 

Ηλίθιες Σκέψεις & ένα προεκλογικό όνειρο του γάτου μου… του Γιώργου Μικάλεφ

Ας ξεκινήσω με τις σκέψεις…

Η προεκλογική περίοδος είναι πάντα μια καλή ευκαιρία για τη μελέτη της ανθρώπινης ηλιθιότητας, τόσο από την μεριά των ψηφοφόρων όσο και απ’ τη μεριά των υποψηφίων. Οι πολιτικές συζητήσεις γίνονται σχεδόν παντού, ακόμα και σε μη προβλεπόμενα μέρη. Έτσι έχεις τη δυνατότητα να ακούσεις τον πολιτικά & ψυχικά αγνώμονα, να εκφράζει τις πολιτικές του απόψεις με σθένος, μένος ή ό,τι άλλο διαθέτει η ομιλούσα σούφρα του.

Στη ριζωμένη ηλιθιότητα του μέσου ψηφοφόρου, πιστεύουν ακράδαντα τόσο οι υποψήφιοι (κατέχοντας αποδείξεις δεκαετιών)  όσο και οι συνεργαζόμενες διαφημιστικές εταιρίες, οι οποίες μας βομβαρδίζουν με γελοιωδέστατα τηλεοπτικά σποτάκια τύπου «Νικόλα το βλέπω ότι θες κάτι να φτιαχτείς» & «έλα μικρέ να σου δείξω το τρενάκι μου»… Για να μην μιλήσω για περασμένα μεγαλεία καλαίσθητης ηλιθιότητας, από το χώρο της χουντοδεξιάς έως τον πλανήτη του σοσιαλυγμού (υπάρχει και «υπαρκτή» σελίδα).

Συνεχίζω με το χθεσινό όνειρο του γάτου Μόργκαν…

«Είχα βγει να πάω στο μέρος και ξαφνικά ο δρόμος ανοίγει στα δύο και ένα εμετικό ποτάμι ανθρώπινης διάρροιας αρχίζει να κυλάει μέσα στη χαράδρα που δημιουργήθηκε. Ένας ξανθός γεροδεμένος απόστολος, με το πρόσωπο γεμάτο τελείες, στεκόταν στην απέναντι όχθη και άρμεγε τη σαύρα του στο ποτάμι, καθώς μια σιτεμένη λαϊκή τραγουδίστρια τον έλουζε με γαρδένιες. Κάτι καμένο μύρισε και βλέπω πίσω από τον απόστολο να περνάει ένα μεγάλο ξύλινο τρένο. Ένας γυαλισμένος κωλομάγουλος το έσερνε με ατσαλόσυρμα και πάνω στο τρενάκι τέσσερα μικρά παιδιά να κλαίνε, τυλιγμένα μέσα στην έξυπνη σήτα. Αποφάσισα να γυρίσω πίσω… έτρεξα στο παράθυρο του πατέρα μου και με τρόμο είδα ένα γυμνό ακέφαλο εξάμβλωμα να τραγουδάει «αυτός που περιμένω, αυτός, αυτός» και να χορεύει. Στη θέση του κεφαλιού βρισκόταν μια μπάλα ποδοσφαίρου και στο φρεσκοξυρισμένο στήθος του υπήρχαν μονάχα λίγες τρίχες που σχημάτιζαν τη λέξη «Τσάρλης». Κάθε τόσο έβγαζε από τις τσέπες του χούφτες χάπια και τα έχωνε στον… ξύπνησα ιδρωμένος. Έφτιαξα ζεστό γάλα και άνοιξα μια κονσέρβα με φιλετάκια γαλοπούλας. Έκατσα στην πολυθρόνα μου και άνοιξα την τηλεόραση. Όλοι οι εφιάλτες μου, άρχισαν να παρελαύνουν ο ένας μετά τον άλλο μπροστά στα μάτια μου που άρχισαν να βγάζουν φλόγες. Κόντεψαν να καούν… ένιωσα να πνίγομαι… τριχόμπαλες έχουν πει οι γιατροί… δεν πρέπει να ταράζομαι… έβηξα, προσπάθησα να τις ξεράσω… ανέβηκαν στο στόμα μου… τις κατάπια και έπεσα πάλι για ύπνο.» 

Όταν ο Μόργκαν μου είπε το όνειρο του, έψαξα στον ονειροκρίτη. Ανησύχησα για την ψυχική υγεία των κατοίκων αυτής της χώρας. Να φταίνε οι αιμομιξίες, τα ψεκάσματα,  η φωνή της Αθήνας, η Λίφο, ο κουρέας της Σεβίλης, οι πρωταγωνιστές στο θέατρο σκιών, η πρωινή μαλακία? Ξεφύλλισα τον ονειροκρίτη χωρίς να ψάχνω κάτι συγκεκριμένο. Τα μάτια μου καρφώθηκαν σε μία λέξη…

Αλλαγή: Αν δείτε αλλαγή πρωθυπουργού, σημαίνει πως το επιθυμείτε και θα το επιτύχετε. Αν δείτε αλλαγή συστήματος, σημαίνει πως κουραστήκατε από τις συνηθισμένες καταστάσεις και θέλετε να αλλάξετε ζωή, πράγμα που δεν θα το καταφέρετε μόνος, ούτε με παρέα. Αν δείτε πως αλλάζετε βρακί,  σημαίνει μικρά βήματα στην νοητική αποκατάσταση δύο ή παραπάνω Ελλήνων, όχι όμως καθοριστικές.

Έκλεισα τον ονειροκρίτη γιατί θεώρησα ότι έγραφε μαλακίες. Σκέφτηκα το ενδεχόμενο πραξικοπήματος και δεν γέλασα καθόλου… Είναι εποχή περίεργη και το κράτος γεμάτο δεξιόστροφα σκατά… Πήρα τον γάτο αγκαλιά. Εκείνος μου έτριψε τη μουσούδα του στο πρόσωπο και μου είπε: Αυτός ο Θοδωράκης πολύ τρόμπας μου φαίνεται…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Γιώργος Μικάλεφ

Το Κόλο στο φουμπού

Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στο Άρτιον στα πλαίσια της συνεργασίας μας

Για το χθεσινό μακελειό & για την Παναγία …του Γιώργου Μικάλεφ

σκέψεις σκόρπιες & ό,τι να ‘ναι για τα χθεσινά αιματοβαμμένα γεγονότα στη Γαλλία… για τις αδικοχαμένες ζωές αυτών των ανθρώπων… για ένα γιατί και δύο πως…

Και εκεί που όλα είναι ήσυχα και ωραία μετά τις γιορτές, με Παναγίες και Χριστούς, δώσε τους ένα μακέλεμα να την ακούσουν γερά. Και έτσι και έγινε. Άνθρωποι της τέχνης και όχι μόνο, δολοφονήθηκαν και η ελευθερία της έκφρασης, βιάστηκε άσχημα για ακόμα μία φορά. Ένα μουσουλμανικό χτύπημα σε στυλ ιερού πολέμου ήταν αρκετά βαρύ για την πολιτισμένη Γαλλία και για όλο τον κόσμο. Ο σκοπός επετεύχθη. Τα θύματα, τραγικοί μάρτυρες στον αέναο πόλεμο εκείνων που κινούν τα νήματα & εκείνων που πατάνε τη σκανδάλη στο όνομα του θεού, του χρήματος, της πατρίδας και του Άγιου Σπυρίδωνα…

Στην Ελλάδα ο φόβος για τους ανθρωποφάγους μουσουλμάνους έγινε ακόμα πιο έντονος. Οι φασίστες της γελοιωδέστατης, χουντικής μας κυβέρνησης, βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν κηρύγματα σε γάτες  προσχολικής ηλικίας και ευνουχισμένους πιθήκους. Πολλοί έδειξαν δικαιολογημένα το φόβο τους για άλλο ένα επερχόμενο κυνήγι μαγισσών. Οι νοικοκυραίοι με αίσθημα δικαίου και ιστορική ανοχή στη σάτιρα, υπερασπίζονται και κατακρίνουν και θέλουν διαδικτυακό μουσουλμανικό αίμα… Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που θα ζητούσαν  τα κεφάλια των σκιτσογράφων αν αντίκριζαν τα σκίτσα αυτά κρεμασμένα στα περίπτερα, την ώρα που θα αγόραζαν τσιγάρα και ασπιρίνες…

Όσο απεχθάνομαι τους φανατικούς Μουσουλμάνους, άλλο τόσο σιχαίνομαι τους φανατικούς Χριστιανούς & Εβραίους… Ο φονταμενταλισμός είναι απ’ τους καρκίνους της ανθρωπότητας. Η ανάγκη για πίστη στο «Μετά» γέννησε τις θρησκείες και αυτές γιγαντώθηκαν και θέλουν να ξεκολιάσουν την πλάση. Από το πέταμα των Χριστιανών στα λιοντάρια, στα σαδιστικά μαρτύρια της ιεράς εξέτασης και στους ιερούς πολέμους… Και αυτά πηδώντας αρκετά επεισόδια. Να μην ξεχνάμε και το «παγκόσμιο παρακράτος» (αν μπορώ να το αποκαλέσω έτσι) που ζέχνει… Με 5 ζόμπια* μπορεί να ξεκινήσει μια επανάσταση μέσα σε λίγες ώρες… Με 10 ζόμπια παγκόσμιο κυνήγι μαγισσών και με 20 ζόμπια παγκόσμιο πόλεμο. Τα νήματα μπορούν να κινηθούν όποτε το γουστάρουν. Κάναδυο γεγονότα απείρου κάλους αρκούν για να ταράξουν σχεδόν κάθε φιλήσυχο πολίτη. Πάνω απ’ όλα η παρουσίαση του θέματος και όλα τα άλλα στη σειρά τους και μετά στην ιστορία… Η εμπορευματοποίηση της συνομωσιολογίας δεν μπορεί αναιρέσει όσα γίνονται μπροστά από τις πλάτες μας. Σήμερα ο φόβος για κάθε μουσουλμάνο μετανάστη που θέλει να μας σφάξει, αύριο ο φόβος για τον Ε.Τ. τον σοδομιστή εξωγήινο.

*ζόμπι: λοβοτομημένος άνθρωπος (ρομπότ) υπό πλήρη έλεγχο.

Καμιά φορά ψάχνω και βρίσκω σκηνές φρίκης να δω που βρίσκεται ο άνθρωπος. Βλέπω αποκεφαλισμούς, ομαδικές εκτελέσεις, λιντσαρίσματα και βασανιστήρια φριχτά. Κτήνη να ξυλοκοπούν έναν άνθρωπο, να βάζουν φωτιά στο κεφάλι του και μετά να τον λιώνουν. Φωτογραφίες θυμάτων καμένων, βιασμένων, ακρωτηριασμένων και δεν συμμαζεύεται… Δεν προκαλούν ευχαρίστηση ούτε στα μάτια μου, ούτε στην άρρωστη παιδική ψυχή μου. Προκαλούν θλίψη και απογοήτευση. Είναι όμως που θέλω να βλέπω που είναι ο άνθρωπος… και ο άνθρωπος είναι στα σκατά… Του πλασάρουν έναν πούστη θεό και τον στέλνουν να πάει να σφάξει ένα χωριό και εκείνος σφάζει. Του πλασάρουν ένα τσουβάλι λεφτά, τον βάζουν σε έναν ιπτάμενο φονιά και είναι ικανός να ανατινάξει με τις οβίδες του ένα σχολείο και δυο νοσοκομεία. Και αυτές είναι μονάχα ατομικές φρικαλέες περιπτώσεις… Τις τραβάς βίντεο, τις δείχνεις με τη σωστή παρουσίαση και πείθεις κι άλλους να σκοτώσουν μαζικά για άλλα πιστεύω…

Ο Μπέλος αφού έφαγε τις κροκέτες του αγχωμένος, με κοίταξε με ίχνη ανησυχίας και μου είπε… «Ζούμε μια εποχή που έχει ανάγκη από αλλαγή. Κάτι τελειώνει και κάτι θα αρχίσει… και πριν καν αρχίσει, ήδη θα έχει μυρίσει. Αλλά ο άνθρωπος δεν θα το μυρίσει… Οι αλλαγές θα είναι παγκόσμιες και χρειάζονται ή επαναστάσεις ή παγκόσμιες συρράξεις… και όλα θα βρωμάνε… και η ζωή συνεχίζεται και η ζωή συνεχίζεται και η Γκερέκου στη νέα δημοκρατία».

Γιώργος Μικάλεφ

το όνειρο ενός ευνουχισμένου γατου & άλλες σκέψεις …του Γιώργου Μικάλεφ

Έτος 2015 και η τραγελαφική μας κυβέρνηση πιστεύει πως με τη σύλληψη του απερίγραπτου Ξηρού, θα πάρει καμιά ψήφο παραπάνω. Αν τον μεταμφίεζαν σε τραβεστί (που θα ήταν το επόμενο βήμα) ίσως να κατάφερναν κάτι. Αλλά εκείνοι προτίμησαν να τον μεταμορφώσουν σε ποδήλατο.

Ο Τσίπρας έρχεται, το κράτος έχει είδη αρχίσει να καταρρέει, καράβια να βουλιάζουν, άνθρωποι πνίγονται, χιόνια γκρεμίζουν τα καμπαναριά, κουμουνιστές μας παίρνουν τα σπίτια και βιάζουν τις κόρες μας, αιμοδιψή ζόμπι  ξεσκίζουν σάρκες νοικοκυραίων, οι τέσσερις καβαλάρηδες της αποκάλυψης θερίζουν κεφάλια στις λεωφόρους… φανταστείτε να εκλεγεί τι έχει να γίνει… Δεν θέλω να το σκέφτομαι.

Κάποιοι το σκέφτηκαν όμως και είδη στο φόβο της πιθανής αποκατάστασης κάποιου είδους δημοκρατίας, ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους για Αράχοβα.

Η τρομολαγνεία & η κοπρολαγνεία των μέσων μαζικής αποχαύνωσης, προσπαθεί να ανακαλύψει νέους τρόπους για να τρομάξει εκείνους που δεν έχουν τίποτα να χάσουν… δύσκολο έργο… Μια πολεμική λογική, θα έλεγε στα μέσα να στραφούν στους νικητές, αλλά άγνωστες γνωστές οι συμβάσεις των καρκινωμάτων…

Ο γάτος μου είδε στον ύπνο του έναν υπουργό να τρέχει κρατώντας ένα τσεκούρι και χιλιάδες γάτες, να του ξεσκίζουν τις σάρκες με κονσερβοκούτια. Είδε δημοσιογράφους και κομματόσκυλα να ακρωτηριάζονται από λυσσασμένα σκυλιά και εκείνα να αρνούνται να γευτούν τις σάρκες των θυμάτων τους… μονάχα να αφοδεύουν πάνω στα άψυχα μακελεμένα κρέατα. Όταν ο γάτος ξύπνησε, πήγε χαρούμενος και έφαγε απ’ το πιατάκι του, μια μίξη από κοτόπουλο, γαλοπούλα και σκυλοτροφή. Μετά ξαναέπεσε για ύπνο μπροστά από το τζάκι και το χαμόγελο του ήταν όμορφο σαν καρκίνο στα κόκκαλα φασίστα (δανεισμένο από κάποιον τοίχο). Αλλά τα όνειρα θα μείνουν όνειρα, κανείς δεν ξέρει για πόσο και ο γάτος μου θα συνεχίσει να ονειρεύεται…

Γιώργος Μικάλεφ

φουμπου

Για τον Νίκο Ρωμανό …του Χρήστου Ζάχου

Το  κείμενο αυτό γράφτηκε στις 10/12/14, λίγες ώρες πριν τα τελευταία γεγονότα.

           Ο Νίκος Ρωμανός σταμάτησε την απεργία πείνας  ύστερα από 31 μέρες, αφού ικανοποιήθηκε το αίτημά  του να μπορέσει να φοιτήσει στο ΤΕΙ Πειραιά. Πιστεύω πως δεν χρειάζεται να αναφερθώ σε λεπτομέρειες ή ειδησεογραφικές ανοησίες. Λίγο πολύ, είναι σε όλους γνωστά και το παρακάτω κείμενο είναι προσωπική μου τοποθέτηση.

            Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που διάβασα τα βιβλία του Χρόνη Μίσιου και του Περικλή Κοροβέση. Αυτό που περιέγραφαν με γλαφυρές εικόνες και λογοτεχνικό τρόπο, ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Τα βιώνουμε και σήμερα με βασανισμούς κρατουμένων στη ΓΑΔΑ ή οπουδήποτε αλλού. Πολλά τα παραδείγματα της ιστορίας, αλλά η ιστορία συνεχίζεται και η εκάστοτε εξουσία κρατάει πάντα την ίδια στάση απέναντι στους αγωνιστές.  Σε αυτούς που διεκδικούν έναν καλύτερο κόσμο και δεν υποτάσσονται. Δε χρειάζεται να ψάξουμε μακριά όταν κάποιος νέος στις μέρες μας, αντιδρά με τέτοιο σθένος, ώστε να δίνει ακόμα και τη ζωή του για τις ιδέες του.

           Η κάθε εποχή έχει τους αγωνιστές της όπως και αυτή που ζούμε. Στο προσκήνιο σήμερα, έχει βρεθεί ο Νίκος Ρωμανός και δεν διστάζει πουθενά. Χρόνια είχα να γνωρίσω τέτοιον αγωνιστή επαναστάτη. Πηγή έμπνευσης για τον καθένα από μας και στήριγμα, να μην το βάζουμε κάτω, ποτέ. Ωραίος άνθρωπος, αληθινός. Λίγοι έχουν τη δύναμή να κάνουν αυτό που κάνει. Και το έχει πάρει εγωιστικά, δε θα υποκύψει, δε θα κάνει πίσω ποτέ. Παίζει την ίδια του τη ζωή ως το τέλος. Και είτε ζήσει, είτε πεθάνει, θα έχει καταφέρει να νικήσει το φρικαλέο πρόσωπο του τέρατος της εξουσίας.

         Γράφω συναισθηματικά και δεν θα κάνω καμία πολιτική ανάλυση. Τα πράγματα αλλάζουν μέρα με τη μέρα με τις δικιές μας δράσεις/αντιδράσεις.

          Έτσι, όταν είχαμε κανονίσει μια έκθεση ζωγραφικής μαζί με κάτι φίλους, δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα συνέπιπτε με όλα αυτά τα γεγονότα που προμηνύουν μια εξέγερση. Που είναι τόσο κρίσιμες ώρες για την υγεία του Νίκου Ρωμανού, που είναι τόσο ηλεκτρισμένο το κλίμα παντού γύρω. Μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Που κρατάει ακόμα όμως και δεν εκρήγνυται. Για πόσο ακόμα;

           Θεωρώ απαραίτητο λοιπόν να δηλώσω, τόσο την αλληλεγγύη μου, όσο και την συνενοχή μου για ό,τι συμβεί από δω και πέρα.

            Νίκο, κράτα γερά. Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο με όποιο κόστος.

 Υ.Γ. 1 Ο αγώνας συνεχίζεται.

 Υ.Γ.2 Ο Νίκος Ρωμανός, πέρα από επαναστάτης, φαίνεται πως είναι κι ένας υπέροχος λογοτέχνης. Διαβάζοντας τις προκηρύξεις του, μπορείς να το καταλάβεις.

 Y.Γ. 3 Εβίβες αδελφέ! Τα λέμε στο δρόμο.

Χρήστος Ζάχος

η σελίδα του Χρήστου… X-έγερση υποσυνειδήτου

Το σκουφάκι του ξωτικού …του Ιωσήφ Σίβερα

 

 

Κοντεύουν μεσάνυχτα.

  Να τα γέλια, κι οι κοφτές ανάσες, κι οι αφράτοι καναπέδες. Σε καθένα μας αντιστοιχεί ένα ποτήρι κρασί και μια φέτα συζήτησης. Κάνουμε χημεία εδώ και ανακατεύουμε τις ηλικίες. Ευδιάθετοι “κανίβαλοι” εισέβαλαν στο σαλόνι μου απόψε. Υποσχέθηκαν να θυμηθούν και να πάρουν τη ζώη στ’αστεία. “Και το θέμα της αποψινής συγκέντρωσης, να παίξουν τύμπανα παρακαλώ, έρωτας και νιάτα”, ανακοινώνει ο Τόνυ κι ευθύς ανοίγει το χορό της αναπόλησης. Κάποιο κορίτσι δραστήριο και πόνηρό, κάποια στιγμή, σε κάποιο νηπιαγωγείο. Βαριά η περίπτωση της πρώτης αγάπης. Η Λία, από την άλλη ξεδίπλωσε ευαισθησία. Διήγηση και δάκρυα. 15 χρονών πάνω σε μια Piaggio. Το αγόρι της έμεινε για πάντα σ’εκείνη την ηλικία μετά το ατύχημα.

   Αν και άδειασε το ποτήρι μου, γέμισε το σπίτι ιστορίες. Τί είναι αυτό που κάνει τον έρωτα τόσο σπουδαίο θέμα συζήτησης; Γιατί δε λέμε εμπειρίες για γδαρμένα γόνατα; Πιτσιρίκια κάτω από ποδήλατα; Σφηνωμένα κεφάλια σε βάτα να γελάνε εγκάρδια με αγκάθια στο σώμα και πατίνια στις πατούσες; Ας είναι, δε θα χαλάσω την ατμόσφαιρα. Ξύνω το μάγουλό μου. Υπήρχε μια εποχή που δεν χρειαζόταν ξύρισμα. Αρχίζω να κόβω βόλτες σ’ένα απόγευμα του Αυγούστου. Γυμνές πατούσες. Φωνές κουνουπιών. Παραμερίζω μικρά καλάμια. Τσαλαβουτώ στην όχθη της λίμνης. Πρόσωπα γυναικεία καθρεφτίζονται πάνω της. Κι αν είχα γεννηθεί μες στο νερό;

   Όταν βυθίζομαι δεν ακούω τίποτε. Μόνο μουσική. Μυρίζει ωραία το κύμα κι έχει μαγευτική κίνηση το φύκι. Εδώ κάτω. Κάπου κάπου με κυκλώνουν μικρά ψάρια. Διάθλαση φωτός. Θέλει λίγη προσπάθεια για να μην αναπνεύσεις. Το καλό με τα κορίτσια που αγαπήσαμε είναι ότι πάντα μας τράβαγαν στην επιφάνεια όταν παραδινόμασταν στα χρώματα των υφάλων. Τί να απέγινε η Λίνα; Η Δανάη να έγινε ακροβάτις; Εκείνο το κορίτσι, με όνομα που θύμιζε ουράνιο σώμα, να είναι ευτυχισμένη; Η Κλειώ κάνει ακόμη γκριμάτσες στον ύπνο της; Γυναίκες που μας αγάπησαν ή πανάκεια εφηβείας;

   Κοιτάζω τη συμμορία μας. Ωραία παιδιά όλα τους. “Παιδιά”, έτσι μας είπαν χρόνια πριν, για προσβολή. Το πήραμε κι εμείς στην πλάκα και μείναμε τρελοκομείο. Φοράμε μια μάσκα για τον έξω κόσμο. Έτσι, για παιχνίδι. Να μεταμφιεζόμαστε ενήλικες για αποπροσανατολισμό. Κι όταν η συγκυρία το επιτρέψει, πετάμε τα παραφερνάλια και ξεγυμνώνεται ο μικρός δαίμονας. Με αυλό και τραγούδια στη φαρέτρα. Γεφυρισμοί και φαλλικά. Παλιά ιστορία. Αν υπάρχει χρόνος.

   Η Λίλλυ με περιεργάζεται όσο ο νους μου στροβιλίζεται φυγόκεντρα με άξονα τα γέλια της παρέας. Μου αγγίζει απαλά το χέρι. Με αιφνιδιαστική ταχύτητα τη φορτώνω στην πλάτη. Χασκογελάει και κάτι βγάζει από την τσέπη της. Μου φοράει ένα σκουφί ξωτικού. Πράσινο με κόκκινη φούντα. Περνάει τα πόδια της μέσα από τα χέρια μου. Απλώνει τα μαλλιά της κουρτίνα μπροστά στο πρόσωπό μου. Την κρατάω σφιχτά κι αρχίζω να τρέχω προς την εξώπορτα. “Κάνει κρύο έξω, δεν είναι για μας. Ας μείνουμε εδώ, στη δική μας κρυψώνα”, μου λέει και η φωνούλα της σπάει από το χοροπηδητό. Δεν της δίνω σημασία. Πεταγόμαστε έξω. Ουρλιαχτά και χάχανα. Έχει δίκιο. Πέφτουν μύτες από το κρύο αλλά εμείς στον κόσμο μας!

   Κάτι τέτοιες βραδιές από το παράθυρο του σαλονιού βλέπω τον εαυτό μου να μας περιεργάζεται καθώς χασκογελάμε και χορεύουμε. Σπεύδω να του ανοίξω να μπει. Έχει γδαρμένα γόνατα κι άτριχα μάγουλα. Είναι βρεγμένος αλλά δε θέλει να στεγνώσει. Μου βγάζει τη γλώσσα και χαχανίζει. Γίνεται ένα με την προοπτική. Προτιμάει τη θάλασσα αυτός. Βυθίζεται. Κάνει κρύο στην αρχή. Πάντα παίζουν μουσική τα κοχύλια. Είναι ανούσιες οι ανθρώπινες ιαχές στο βυθό. Κοράλλια και υπόγεια ρεύματα. Το καλό με τα κορίτσια που  αγαπήσαμε είναι ότι πάντα μας τράβαγαν στην επιφάνεια όταν παραδινόμασταν στα χρώματα των υφάλων.

Κοντεύουν ξημερώματα.

   Ιωσήφ Σίβερας

.

 
διαβάστε επίσης…
Mea culpa  και έπειται συνέχεια
Σαν road movie

 

«Rebelus claniolus» Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ : «ΠΟΡΔΟΣ Ο ΨΑΡΑΚΑΣ» …του Θανάση Πάνου

«Rebelus claniolus»

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ : «ΠΟΡΔΟΣ Ο ΨΑΡΑΚΑΣ»

(Ένα μικρό δοκίμιο φιλοσοφικής διάθεσης με ψυχαναλυτικές προεκτάσεις και ένα αφήγημα από το βιβλίο « Υδάτινο πέρασμα» )

Υπάρχουν αρσενικές και θηλυκές πορδές. Η φυσιογνωμία της ανδρικής μοιάζει με την προσωπικότητα του φορέα και συνήθως είναι εξωστρεφής , θορυβώδης και μεγάλης διάρκειας, ιδιαίτερα όταν υπάρχει συναγωνισμός στην αντρική παρέα που από τα εφηβικά χρόνια διοργανώνει και τους αντίστοιχους μυστικιστικούς ευδαιμονικούς διαγωνισμούς.

Αντίθετα, για την θηλυκιά γνωρίζουμε ελάχιστα και υπάρχει ο μύθος ότι δεν υφίσταται. Στην πραγματικότητα , μοιάζει με μια πρωινή δροσοσταλίδα που είναι κρυμμένη καλά στην άκρη του γαλαξία και είναι φυσικά πολύ μικρή και αθόρυβη. Όταν εκφέρεται εκφράζει ταυτόχρονα την σαρκική μορφή του έρωτα και την αποδοχή της ανθρώπινης γυναικείας φύσης. Το σχήμα της είναι ελικοειδές σαν τον κάλυκα ανθισμένης μιμόζας και το άρωμα αυτό της γαλάζιας φωτιάς. Έχει συμβεί μάλιστα σε πολλούς άνδρες να γελάσουν αιφνιδιασμένοι στην παρουσία της και ταυτόχρονα να ανακαλύψουν την δύναμη του γυναικείου χαστουκιού.

Ωστόσο , δεδομένης της απαγόρευσης , είναι ενδιαφέρουσα η επιστημονική προσέγγιση του πέρδεστε. Γνωρίζουμε ότι η ικανότητα εμπλοκής και επιβολής της εξουσίας υπάρχει από την αρχή της ζωής , όπου κυριαρχούν έμφυτα μερικά «προγράμματα» , όπως το χαμόγελο, το κλάμα το ρέβεστε και το πέρδεστε. Έτσι, στις πρώτες μορφές συμπεριφοράς και έκφρασης των παιδιών εστιάζεται το ενδιαφέρον των ειδικών επιστημόνων για να ανακαλύψουμε πότε και με ποιά ευκαιρία επιβάλλονται τα διάφορα ταμπού.

Οι παρατηρήσεις της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας σε παιδιά διαφόρων ηλικιών τα οποία ζουν σε κανονικό περιβάλλον, αποδεικνύουν πως από τις πρώτες μέρες της ζωής υπάρχει ως φυσιολογικότατη αυτή η πράξη που είναι από τις πρώτες που θα απαγορευτούν πονηρά και υποχθόνια από την γερακοφωλιά της εξουσίας.

Το νεογέννητο , «ενεργοποιείται» με αυτούς τους κλανιάρικους ήχους (όπως και με το ρέψιμο) και μάλιστα απαντά κλαίγοντας εκφράζοντας το φόβο του . Στους επόμενους μήνες ένας τρόπος για να απαντά στα πειράγματα και στα γλυκανάλατα παιχνίδια των μεγάλων -όταν είναι βέβαια σε καλή διάθεση- είναι να παράγει φωνούλες ή ψελλίσματα με τόνους και διαβαθμιζόμενη ένταση , αλλά και κλανίτσες που μας κάνουν να διερωτόμαστε πως είναι δυνατόν να είναι τόσο βρωμερές οι εκροές από ένα τόσο αγαθό κωλαράκι.

Στην πορεία της ζωής , η απαγόρευσή της κλανιάς επιβάλλεται σιγά – σιγά από τους κανόνες της συμβίωσης σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον και αποτελεί βασική εκμάθηση στην διαδικασία κοινωνικοποίησης από την οικογένεια. Όποιος ασυστόλως πέρδεται χαρακτηρίζεται αυτόματα άξεστος και αγροίκος. Πρέπει οπωσδήποτε να κρατάς τα προσχήματα , να διαφυλάττεις επικινδύνως το αέριο μέσα σου όσο καταπιεστικό και αν είναι και να βρεις το κατάλληλο ερημικό τοπίο όπου μπορείς ανενδοίαστα πλέον, χωρίς τύψεις, να απολαύσεις την εκροή του με όλο το θόρυβο που συνεπάγεται.

Πρέπει βέβαια να τονιστεί, ότι μιλώντας για πολιτισμένη κοινωνία η αναφορά γίνεται στον ευρωπαϊκού τύπου πολιτισμό με την αποικιοκρατική ιστορία του και τα συμπλέγματα ανωτερότητας που τον διακατέχουν. Υπήρξαν όμως πολλές άλλες πολιτισμένες μικροκοινωνίες , κοινωνιακοί τύποι και φυλές (που της εκμεταλλεύτηκε ο σύγχρονος πολιτισμός καταπίνοντας τες), με τελείως διαφορετική αντίληψη για το κλάνειν. Μασαϊ , Μπαντού, Γιασμίρ, Ναβάχο, Σεουϊρ … χωρίς ταμπού με ελευθερία στο κλάνειν και στον έρωτα, που δεν ήταν καταδικασμένος ως μιαρή πράξη από τα ιερατεία. Οι Μπαντού μάλιστα έχουν ένα ρητό Δελφικού τύπου : «Για να πιάσεις ένα Ιμπάλα δεν πρέπει να το προσπεράσεις κλάνοντας» και με αυτό δηλώνουν και τη μυστική δύναμη του κυνηγού που και αυτή ευνούχισε η δικιά μας κοινωνία διαμορφώνοντας μόνο θηράματα.

Το ερώτημα πάντως που παραμένει είναι , αν αυτή η ικανοποίηση ελευθερίας που νοιώθουμε με την εκροή των αερίων είναι μια έμφυτη τάση του ανθρώπου, ή αν απλά είναι η μόνη επαναστατική αντίδραση που μας έχει απομείνει απέναντι στις καταπιεστικές απαγορεύσεις της γερακοφωλιάς της εξουσίας .

Αυτή η θέση όμως δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε δύο σημαντικά σημεία:

Πρώτον , ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ατόμων και επομένως ότι μερικoί έχουν διαφορετική επαναστατική- ηθική ευαισθησία για το θέμα και μικρότερη ένταση στις κλανιές από άλλους και δεύτερον , ότι το «πρόγραμμα» των φυσιολογικών αναγκών είναι βέβαια έμφυτο , αλλά και «μερικό» , δηλαδή έχει ανάγκη να καλλιεργείται και να τροφοδοτείται στην πορεία της ζωής , σε επαφή με άλλα πρόσωπα και ελεύθερες ιδέες που λειτουργούν αντισυμβατικά.

Τελικά, χωρίς την «συνδρομή» της κατανόησης των ταμπού, όπως το «ου πέρδεστε» δημοσίως , οι επαναστατικές τάσεις μας μπορούν σιγά-σιγά να σβήσουν.

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ : «ΠΟΡΔΟΣ Ο ΨΑΡΑΚΑΣ»

«Rebelus claniolus»

Τα ψάρια έχουν και αυτά τα ταμπού τους. Όλοι γνωρίζουμε ότι τα θαλάσσια όντα έχουν κάποιο περίεργο πρόβλημα με την αναπνοή τους εκτός θαλάσσης και κυρίως με την εκ των όπισθεν εκπνοή εντός του φυσικού τους χώρου. Το μπαρμπούνι για παράδειγμα είναι κατακόκκινο γιατί δεν κλάνει όπως λέει και το σχετικό ανέκδοτο, αλλά παρ΄ολαυτα δεν σκάει, όπως μυστηριωδώς συμβαίνει και με τα άλλα θαλάσσια όντα. Όπως όμως η ανθρώπινη κοινωνία διαθέτει νόμους για την εύρυθμη λειτουργία της αλλά και παράνομους ή επαναστάτες που με τη ρηξικέλευθη φωνή τους φέρνουν την αλλαγή έτσι και η υγρή κοινωνία έχει τον επαναστάτη της.

Το ανακάλυψα πρώτος , σε μια κατάδυσή μου στα γαλανά νερά του λιβυκού πελάγους όταν σε ένα πλανάρισμα η άκρη του ματιού μου συνέλαβε μια μαθηματική αλληλουχία από πολλές ύποπτες φυσαλίδες να εκρέουν από ένα θαλάμι. Σύρθηκα αθόρυβα προς αυτή την κατεύθυνση και με την υπομονή που οφείλει να έχει ένας ψύχραιμος και βραδυκίνητος ψαροκυνηγός , περίμενα το άγνωστο ψάρι να πεινάσει και να βγει να βοσκήσει.

Με ρίγη υψίστης τάσεως μέσα στο γλυκό νάζι του νερού παρακολουθούσα το κωμικό αυτό ψάρι που χωρίς ταμπού πέρδεται ασυστόλως αιωρούμενο πανέμορφα σε μια γαλήνια θαλασσογραφία όπου ο κάθε δύτης ονειρεύεται να βρεθεί. Ο ψάρακας αυτός είναι ένα μεσαίου μεγέθους θαλάσσιο όν το οποίο τρέφεται αποκλειστικά με πλαγκτόν , όχι όμως από οποιοδήποτε θαλάσσιο περιβάλλον αλλά μόνο από το σπάνιο πλαγκτόν του λιβυκού πελάγους με την άπιαστη αλμυρή νοστιμιά του. Γι αυτό και είναι σπάνιο και υπάρχει μόνο νότια της Κρήτης και βόρεια της Λιβύης.

Το πρόσωπό του είναι ήρεμο, αλλά τα μάγουλα τα χείλη και ο πισινός του είναι κατακκόνικα σαν το ρουμπινί κόκκινο του κρητικού κρασιού. Το βλέμμα του παράξενα ήρεμο για επαναστάτη χωρίς ταμπού έμοιαζε σαν το φως των προβολέων καθώς σκεπάζονται από πυκνό πέπλο σκόνης.

Ομολογώ πως χωρίς τύψεις έστρεψα το λαστιχοβόλο μου προς το μέρος του και με τους φίλους μου το ίδιο βράδυ το καταβροχθίσαμε με λαδολέμονο στα κάρβουνα. Σε αυτό το συμπόσιο μας υποχείρια και εμείς της μαζικοποιημένης κοινωνίας που ευνουχίζει την κριτική ικανότητα δεν σκεφτήκαμε ότι δολοφονήσαμε και μάλιστα φάγαμε εν ψυχρώ έναν επαναστάτη.

Το χρήσιμο γαστρονομικά είναι πως ακόμη και κάτω από τη μαγιονέζα δεν είναι νόστιμο αντίθετα άνοστο είναι σαν άχυρο και αυτό συνηγορεί στην άποψη πως η νοστιμιά του μπαρμπουνιού οφείλεται στην ανυπαρξία των εκ των όπισθεν αερίων εκροής.

Επιμύθιον:

Το πρακτικό της ανακάλυψης αυτής είναι πως αν συναντήσετε σε μια κατάδυσή σας το «Rebelus claniolus» έχετε μέσα από αυτή την προσωπική εμπειρία την ακαταμάχητη απόδειξη της εξελικτικής πορείας των πλασμάτων του σύμπαντος. Με αυτό εννοώ ότι τίποτε δεν έχει εξελιχθεί τυχαία και με απαγορεύσεις Θέσφατες, άρα απλά και ότι τρέφετε αποβάλλει και φυσιολογικά πέρδεται.

(Από το βιβλίο : «Το υδάτινο Πέρασμα» αφηγήματα- Θανάσης Πάνου)

Θανάσης Πάνου

 

links
Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου
Art-Imeros Thanasis Panou