Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΗ

 

Αμάρτησα η δύστυχη με αμαρτία τόση,
που μόνο ένας δέσποτας μπορούσε να με σώσει.
Ξεκίνησα η αμαρτωλή για το μικρό ξωκλήσι,
να πάω να βρώ το δέσποτα να με ‘ξομολογήσει.

……………………………………………………………….

–«Καλή σου μέρα Δέσποτα, έχεις για λίγο χρόνο;
Είναι βαρύ το κρίμα μου, έχω μεγάλο πόνο.»
–«Πέρασε μέσα τέκνο μου να ξομολογηθείς,
κι απ’τον μεγαλοδύναμο στο τέλος θα κριθείς.»

……………………………………………………………..
Άρχισα να του ‘μολογώ όλες τις αμαρτίες,
τα κρίματα, τα βάσανα, πολλές μου ακολασίες,
τρίσβαθα της ψυχούλας μου και το κρυφό μαράζι,
και ένιωσα τον Δέσποτα να βαριαναστενάζει.

……………………………………………………………….
Λυπάται ο έρμος σκέφτηκα, ραγίστηκε η ψυχή του.
που να την είχα φανταστεί τη θύελλα στο κορμί του.
Κει που ξομολογιόμουνα της αμαρτίας τη μέθη, (τη δυσκολία των όχι)
το χέρι του δεσπόταρου μέσ’στο βρακί μου ευρέθη. (εχώθη)

…………………………………………………………….
Ταράζομαι και σείομαι απ’το βουβό το πάθος
κι αναφωνεί ο Δέσποτας: «Θεέ μου μέγα λάθος».
Ψαχούλευε ο άθλιος του κώλου μου το χάσμα
σιγανομουρμουρίζοντας: «Ωωωω..μα τι θείο φάσμα».

……………………………………………………………
«Αυτός είναι υπέροχος, διαολεμένος κώλος,
τέτοιον δεν έχει η παπαδιά, δεν έχει ο κόσμος όλος.»
«Αλίμονο», ανέκραξε, «και άλλο δε θ’αντέξω»,
και έβγαλε τον πούτσο του από το ράσο έξω.

………………………………………………………….
Συνέχισα να του μιλώ για λάθη περασμένα
κι αυτός τον έπαιζε αργά, αργά και καυλωμένα.
Μονολογούσε ο Δέσποτας: «Τέκνο μου λέγε κι άλλα…
πες για τις πίπες τις τρελές, τα όργια τα μεγάλα!!!!!!!!!!!!».

…………………………………………………………..
Με εντολή του Δέσποτα συνέχισα να λέω
και κάπου κάπου βούρκωνα, με έπιανα να κλαίω.
Του έλεγα για πηδήματα, για τις παρτούζες όλες
και για το πώς ερούφαγα αχόρταγα τις ψώλες.

…………………………………………………………….
Και χάιδευε και βόγκαγε, έψελνε και τρισάγιo,
και κάπου κάπου έλεγε: «Θεέ, δώς μου κουράγιο.»
Λεπτομερείς περιγραφές μου ζήταγε να κάνω,
Αλλιώς, κατά πώς έλεγε, την άφεση τη χάνω.

…………………………………………………………..
Ο Δέσποτας είχε φτιαχτεί και μέρα μεσημέρι
απ’το πολύ το παίξιμο, τούχε πιαστεί το χέρι.
Εμούγκριζε και γκάριζε, καύλα είχε μεγάλη,
όταν στα ξάφνου με βουτά, με πιάνει απ’το κεφάλι.

…………………………………………………………
«Ώρα να σκύψεις τέκνο μου, τι η αμαρτία μεγάλη
σε όσα χρόνια λειτουργώ… δεν είδα τέτοιο χάλι!!!!!!!!»
Αφού το είπε ο Δέσποτας…τι άλλο πια να κάνω…
στην πίπα επιδόθηκα χωρίς να αμαρτάνω.

…………………………………………………………
–«Σ’αρέσει έτσι Δέσποτα, το θες κάπως αλλιώς?»
–«Καλά το κάνεις τέκνο μου, ορθώς πολύ ορθώς.»
–«Δέσποτα εκουράστηκα… μου πιάστηκε το στόμα.»
–«Συνέχισε αμαρτωλή…πολύ απέχω ακόμα.»

……………………………………………………………..
Άαααααααααντε να τού’βρω το ρυθμό, να φύγει η αμαρτία
πίπα σε γέρικη ψωλή είν’ σκέτη μαλακία.
Κι εκεί που σιγοέβριζα: «το κέρατό μου όλο»
με τρόμο ακούω τον Δέσποτα: «Και τώρα θέλω κώλο».

…………………………………………………………
Ε τι να κάνω…γύρισα…μ’έπιασε απ’τη μέση
κι ευχόμουνα η άμοιρη ο πούτσος του να πέσει.
Αμ… ο Δεσπότης ντούρεψε σαν είδε τέτοιον κώλον
και άρχισε να φωνασκεί: «Θα στονε χώσω όλον».

…………………………………………………………….
Και όρμησε ασυγκράτητος, ουρλιάζοντας «ΧΡΙΣΤΕΕΕΕΕΕΕ ΜΟΥ»
τόση ευλάβεια, εγώ, δεν είχα δει ποτέ μου!!!
Λυσσομανούσε ο έκφυλος, σκούζοντας «ΑΜΑΡΤΩΩΩΩΩΩΩΩΩΛΑΑΑΑΑΑ»
«Για να σωθείς ακόλαστη, θα μου τα πάρεις όοοοοοοοολα».

…………………………………………………………….
Πετάχτηκ’ απ’το κεφάλι του ως και το καλυμμαύκι,
τον ένιωθα να καίγεται σαν της Λαμπρής κεράκι.
Σε μια στιγμή εφώναξε: «Σ’αρέσει αυτός ο πούλος;»
που μόνο δεν γκρεμίστηκε της εκκλησιάς ο τρούλος.

…………………………………………………………..
Και «τι σου κάνω μάνα μου;» κι ήθελε να απαντάω
«Όλον τον δίνεις Δέσποτα, με κάνεις να πονάω…»
Και δώστου-πάρτου ο Δέσποτας, «σε σκίζω βρε καριόλα»
«Γαμώ τον κώλο σου γαμώ και τα καντήλια όλα.»

……………………………………………………………
Κι εκεί που είχε χαραχτεί πόνος στα δυό μου χείλη
στον κώλο μου εμπλέχτηκε το θείο πετραχήλι.
Μα αυτός εκείιιιιιι ακράτητος: «Ναι, όλον σου τον δίιιιιιινω»
και τέλος ζητωκραύγασε «Αμαρτωλή σε χύυυυυυυυνω»!!!!!!!!!!!

……………………………………………………………..
Απόκαμε ο Δέσποτας, πέφτει πίσω στον πάγκο,
για μια στιγμή εγώ νόμισα πως έπαθε λουμπάγκο.
«Ώρα καλή σου τέκνο μου και πλέον μη λυπάσαι,
τι ο θεός σε άκουσε, ευλογημένη νάσαι.»

………………………………………………………………
«Ύπαγε τώρα τέκνο μου, πλέον μην αμαρτάνεις,
αντί για σεξ, πρέπει εσύ μια προσευχή να κάνεις.
Κι αν η ψυχή σου τέκνο μου στο μέλλον αμαρτήσει,
πρόθυμος είν’ ο Δέσποτας να σε ‘ξομολογήσει.»

Διαβολοτάτη

ΣΚΙΕΣ

Τέλεια φαίνονται όλα
φήμες είναι όμως κακές
γιατί εγώ φοβάμαι
του νου μου τις σκιές

Και θ’ αυτοκτονήσω
μια μέρα σκοτεινή
που ήλιος θα ‘χει φύγει
για χώρα μακρινή

Και θα με συγχωρέσεις
μια νύχτα μαγική
που θα σου ψιθυρίσω
πως σ’ αγαπώ στ’ αυτί

Στ’ αστέρια θα το γράψω
κι όταν ψηλά κοιτάς
θα βλέπεις τι σου είπα
και θα χαμογελάς

Θοδωρής

διαβάστε ποιήματα του Θοδωρή εδώ

*από το τεύχος 6

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΙΜΟΛΑ

Πέντε φίλοι κάθονταν και τα έπιναν ένα βράδυ
στο διπλανό παγκάκι είχε αράξει ένας γέρος
παράξενα άρχισε να μιλά, για θρύλους αρχαίους
για ιστορίες ξεχασμένες και για ήρωες νεκρούς

Και όπως τα ‘φερε η ρημάδα η κουβέντα
τους είπε για έναν θησαυρό πολύτιμο
που η ινδιάνικη φυλή των Ιμόλα έκρυψε
βαθιά μέσα σε μια καταραμένη σπηλιά

Οι πέντε φίλοι τότε σηκώθηκαν αμέσως πάνω
και πήγαν και φτιάξαν τις βαλίτσες τους
στο πρώτο πλοίο μπήκαν για να βρουν
τον χαμένο υπερπολύτιμο θησαυρό τους

Χρόνια έψαχναν τη μυστική σπηλιά
ακούραστοι, με τους σάκους στον ώμο
και τελικά τη βρήκαν, αγνοώντας όμως
τα σχέδια της παιχνιδιάρας μοίρας

Μέρες βάδιζαν στα σκοτεινά μονοπάτια
το πρωτόγονο ένστικτο ακολουθώντας
ώσπου στο τέλος να τος μπροστά τους
ο περίεργος θησαυρός των Ιμόλα

Ούτε βουνά χρυσάφι, ούτε νομίσματα
παρά μόνο ένας όρθιος σκελετός
και πάνω στο λευκό κρανίο του
ένα στέμμα σκοτεινό να φεγγοβολά

Όλοι το φόρεσαν εκτός από έναν
μα στο κεφάλι πάνω όταν το ‘βαζαν
μια σπίθα απόκοσμη έλαμπε στα μάτια
και το στέμμα όλο και σκοτείνιαζε

Σε λίγο τσακώνονταν και βρίζονταν
το στέμμα ποιος πρώτος θα φορέσει
και στο τέλος ο ένας έφαγε τον άλλον
και το αίμα τους έβαψε το πάτωμα

Κι όταν μόνος έμεινε ο πέμπτος της παρέας
τη πηγή του μαύρου φωτός πήρε στα χέρια
στο κεφάλι τη φόρεσε δίχως δεύτερη σκέψη
η λογική ξεψύχησε, η παράνοια κυριάρχησε

Το τέλος του κακόμοιρου ήταν αποτρόπαιο
οι σιχαμερές λεπτομέρειες ας παραληφθούν
το στέμμα πλέον κολυμπά μεγαλοπρεπές
μέσα σε μια λίμνη με αίμα και σάρκες

Γέλια ακούστηκαν τσιριχτά και απαίσια
και δυο δαίμονες βγήκαν απ’τις σκιές
το στέμμα βάλανε στη θέση του ξανά
και χορό στήσανε πάνω από τα πτώματα

Κι αφού τη δίψα τους λαίμαργα ξεδίψασαν
μεταμορφώθηκαν σε γέρικες φιγούρες
και στους δρόμους ξεχύθηκαν να διηγηθούν
το θρύλο για το θησαυρό των Ιμόλα
Θοδωρής

δημοσιεύτηκε  στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού Το Κόλο

ένα παράξενο όνειρο

Δωμάτιο παγωμένο
Ρεμάλι στοιχειωμένο
Με κουρέλια και με μούσια και με βρώμικα μαλλιά
Η πόρτα σιγοτρίζει
Και το θέαμα αρχίζει
Παράσταση του ύπνου σε μια κάμαρα μικρή
Αρρώστια πλημμυρίζει
Το σπασμένο μου κορμί
Η κυρά με πλησιάζει και μου δείχνει το κουφάρι
…το κουφάρι
…το κουφάρι

Το κουφάρι του αγίου, τις αλλόκοτες γραμμές,
στα χρώματα του τόξου, βαμμένο με κραυγές…
κραυγές νεκρών με πίστη σε αόρατη αρχή
δίχως πόνο, με οδύνη και με μυρωδιά ξινή…

Τα σκεπάσματα τραβάει
Η κυρά για να μου πει
Δες το άρρωστο κορίτσι, σαν τα κρύα τα νερά

Στο κρεβάτι ξαπλωμένο, δίπλα στο άγιο αυτό κουφάρι,
Μια κοπέλα περιμένει, ένα χάδι για να πάρει…
δυο αρρώστιες κουβαλάει, δυο αρρώστιες τρομερές,
μαύρο νυχτικό φοράει, διάφανο… οι ομορφιές…

Έχει ομορφιά αγγελική
Άγγελος στην κούφια Γη
Με κοιτάει μες τα μάτια, είναι τα χείλη της υγρά
Υγρά, μα βγάζουν φλόγες
Τα φιλώ…
Σηκώνετε στα πόδια
Και με χάρη περπατά
Την κοιτάζω, την θαυμάζω, μες το αόρατο νυχτικό

Άγγελε εσύ που ήρθες και με βρήκες χθες το βράδυ,
την καρδιά θες να μου κλέψεις, βλέπω πάλι το σημάδι…
δεν μπορώ να το ξεχάσω, το πανέμορφο κορμί,
τα χείλη, τις καμπύλες και το άρρωστο μουνί… 

Γιώργος

Κρύο…

Το ίδιο το παλιό το κρύο που ποτέ δεν γιατρεύετε
Ούτε με κουβέρτες και σεντόνια
Με παλτά και πουλόβερ
Ούτε με τα χρόνια ούτε με τον άγιο τον Σπυρίδωνα
Να καις και να κρυώνεις
Να καις και να κρυώνεις
Να αρχίζεις να ξεχνάς τις λέξεις
Τα χέρια να τρέμουν
Και το κορμί μαζί

Το κεφάλι σπάει
Σπάει σε χιλιάδες κόκκινα κομμάτια
Αλλού τα δόντια, αλλού τούφες από μαλλιά,
αλλού κρέας…
να και λίγο από μάτι…
και όλα κόκκινα…
βουτηγμένα στο αίμα
μονάχα τα κομμάτια της καρδιάς δεν ήταν κόκκινα
…ήτανε μαύρα
και αίμα εκεί δεν υπήρχε

Γιώργος

για ένα πρόβατο…

Γέννησε πρόβατο λευκό
Στο στάβλο δίπλα στο σκυλί
Πρώτη της γέννα και δύσκολη
Τραβάγανε δύο και κράταγε ένας
Τα πόδια του μικρού εξαρθρώθηκαν
Θα πεθάνει είπαν γρήγορα…

Το μικρό με τις μέρες πείρε τα πάνω του
Στάθηκε στα πόδια του…
Όλοι χάρηκαν
Θα το σφάζανε μια ανάσταση
Στο όνομα κάποιου άγνωστου θεού

Το έφαγαν οι ποντικοί ένα βράδυ
Έφαγαν το στόμα και τα μάτια

Το είδα…

Το κρατούσε η γιαγιά από τα πόδια και το πέταξε στον κάδο…

Γιώργος

άτιτλο άσμα

Δεν έχω αυτοκίνητο
Μήτε κι αεροπλάνο
Μόνο δυο χέρια έχω εγώ
Για να μπορώ να πιάνω

«Να πιάνω το κορμάκι σου
Μ’ αυτά τα δυο τα χέρια
Μα επροχτές τα κόψανε
Δυο κοφτερά νυστέρια»

Που να τα βρω τόσα λεφτά
Να πάμε στο Λονδίνο
Πόσα να βγάλω στο ξυστό
Και πόσα από το Κίνο

«Τα έκοψα και τα χαρτιά
Μα θα τα’ αρχίσω πάλι
Για να μη δω ποτέ εσέ
Σε καμιά ξένη αγκάλη»

Γιώργος

δίχως τίτλο

Δεν με τρομάζει ο κόσμος σου
Μόνο που τον λυπάμαι
Τα βήματα του να ακολουθήσω δεν αντέχω
Και όλο με διώχνει να φύγω
Να μην του χαλάω τις γραμμές
Εγώ από γραμμές δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω
Τις διαταγές δεν τις φοβάμαι
Και πάλι τους λυπάμαι
Άνθρωπος σ’ άνθρωπο να δίνει διαταγές
Μάτια να βγάζει και να βαράει προσοχές
Μα δεν με νοιάζει γιατί ο φόβος είναι δικός σου και δικό τους
Και τις αμαρτίες μου τις πλήρωσα ακριβά
Μα η αρρώστια στο μυαλό δεν λέει να φύγει
Σαν τιμωρία από αμάρτημα παλιό
Σαν του μεσημεριού την Καλοκαιρινή τη θλίψη
Όλο σε βλέπω μες τον κόσμο να γελάς
Να με καλείς με χάδια στον ρυθμό σου
Μα εγώ θα κρύβομαι σε υπόγειες χαρές
Μέσα σε μέρες βαθιές και σκοτεινές
Με τα ταξίδια μου στα βάθη της ψυχής
Και τα δικά σου στην άκρη αυτού του κόσμου
Εγώ να νοιώθω πως δεν με χωράει πια εδώ
Μα εσύ γλεντάς, χορεύεις και γελάς
Εγώ δακρύζω, πονάω και χτυπιέμαι
Και ο πόνος του κορμιού δεν με αγγίζει
Μα της ψυχής οι πληγές οι ξεσκισμένες
Δε λεν να κλείσουν μα μένουν ζωντανές
Να μου θυμίζουν πως ακόμα ζω και υπάρχω
Δεν τις αντέχω τις ατέλειωτες τις μέρες
Πια δεν αντέχω συνέχεια να ζω
Ένα διάλλειμα σχολικό μου έχει λείψει
Αλλά κουδούνι δεν ξέρω που να βρω

Γιώργος

Για μια Μαρία

Τον κόσμο τούτο δεν τον αντέχω
Δεν το υπομένω
Και από όλους την έχω ακούσει την ίδια την κουβέντα
Η μόνη που τη μιλούσε αλήθεια ήταν μια Μαρία
Αλλά και αυτής τα μάτια τα είδα αργά
Και ήταν νεκρή μέσα στο κρύο
Και ξαπλωμένη και κοίταζε ψηλά
Πίστεψα πως με κοίταξε στα μάτια
Και τα μάτια ήταν ακόμα ζωντανά
Και το σώμα ζεστό για τελευταία φορά
Εκείνη την Μαρία την θάψανε μια κρύα μέρα του Γενάρη
Μα εγώ δεν ήξερα καν το όνομα της

Γιώργος

SCREAM

scream with fear, scream like death
because your life is under threat

scream with suspicion, I’m coming to find you
You’re feeling me there, I’m right behind you

And now, I catch you, let’s play a game
and then I fuck you, you scream with pain

But, no wonder, you like it, you scream with desire
You have only one option, sell lust for your life

I swear I won’t kill you and you scream with joy
and you laugh when I say you’re for me just a toy

But you’re driving me crazy, I get fucking annoyed
when you say I’m a bastard, an obsessive paranoid

I’m not so bad a guy, people want me to be
just be a little patient, I’ll prove it, you’ll see

An the only one reason, I’m doing all these things to you
is because I love you, and I wanna be with you

Θοδωρής