Το Αυτοπυρπολημένο Μυαλό Δύο Σκύλων & Τρεισήμισι Κιλά Αγάπης …του Γιώργου Μικάλεφ

Image

Καιρό είχα να γράψω… Τώρα που χορτάσαμε παγωτό, καφέ και θάνατο, είναι ο καιρός καλός για εξωτερική αναζήτηση και καταγραφή…

Ο δρόμος φαινόταν ατέλειωτος και πράγματι ήταν… ο καθένας διαλέγει τον δρόμο του και ο δικός μας θαρρείς δεν θα τέλειωνε ούτε εκείνο το βράδυ.  Ένοιωσα να πνίγομαι και σου ζήτησα να σταματήσεις. Κατέβηκα από τ’ αμάξι ζαλισμένος. Έπεσα στα γόνατα. Βγήκες να με βοηθήσεις, να δεις τι μου συμβαίνει μα σαν με αντίκρισες σε πλημύρισε ο τρόμος   σαν κατάλαβες πως δεν ήμουν εγώ αυτός που κοιτούσες… Εγώ ήμουν χαμένος κάπου μακριά και τα μάτια μου είχαν κλείσει…

Όταν τα άνοιξα δεν ήξερα που βρισκόμουν. Η μυρωδιά της αρρώστιας έμπαινε μέσα στα πνευμόνια μου… Ένα σπασμένο κομμάτι καθρέφτη στο πάτωμα βουτηγμένο στο αίμα, μου έδωσε να καταλάβω πως ήμουν σε κακά χάλια. Το φως κίτρινο και άρρωστο σαν το δέρμα μου εκείνο το βράδυ. Μια πόρτα στο βάθος και θόρυβοι… σημεία ζωής σκέφτηκα και είπα να τρέξω και την άνοιξα για να βρεθώ μαζί με τους ζωντανούς, μα με το θέαμα που αντίκρισα πεθύμησα ξανά τους σάπιους και τους σπασμένους… Αντίκρισα ένα μάτσο ανδρείκελα με βαθιά ντεκολτέ, τόσο ερωτευμένα με την ομορφιά τους, τραβάγανε μαλακία μπροστά σε έναν τεράστιο σπασμένο καθρέφτη στον τοίχο, την ώρα που οι μανάδες τους ξεπούλαγαν ισόβια τις ζαρωμένες σάρκες τους με δημοσιουπαλληλικά όνειρα. Δεν άντεξα… ξέρασα πάνω στους εφιάλτες τους και μπήκα στο τρένο…

Πάρκαρα το τρένο στο γκαράζ και μπήκα σπίτι. Έφτιαξα καφέ να ξενερώσω. Τα χέρια μου χτυπημένα και το κουταλάκι μου έφυγε δυο φορές από τα χέρια και η Παναγία μου έφυγε τρεις φορές από το στόμα…

 Έκατσα στον καναπέ μετά από καιρό και άνοιξα την τηλεόραση. Είχα ξεχάσει πόσο άνετος ήταν. Κρύωνα και σκεπάστηκα με μια κουβέρτα. Το κεφάλι μου το ένοιωθα τόσο άσχημα χτυπημένο που δεν άντεξα και έβαλα ειδήσεις. Ακρωτηριασμοί, πατρίδες, δώρο ένα πλυντήριο, σεισμός, θάνατοι, φόβος θανάτου, φόβος φτώχειας, φόβος τρομοκρατίας, φόβος, έλεγχος, φαντασμαγορικά σώου με τραγούδι και χορό και μπόλικη δόση χούντας. Άντε γαμηθείτε… πείρα δυο χάπια και έπεσα για ύπνο…

Ξύπνησα και είδα το πρόσωπο σου να λάμπει. Καθόμασταν σε μια στάση λεωφορείου. Έλαμπες. Η παράσταση είχε τελειώσει και χαζεύαμε το κωλόμπαρο απέναντι με τα δωμάτια από πάνω που κανείς δεν θα νοίκιαζε. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στην πολυκατοικία και τα καλώδια απ’ τις κεραίες που τρυπούσαν τα πλευρά της. Σε κοίταξα ξανά… ήρθε το λεωφορείο να μας πάρει στο σπίτι…. Σ’ αγαπώ…

Το τηλέφωνο χτυπάει… Μόλις είχα καταφέρει να κοιμηθώ. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει όπως κάθε φορά που χτυπάει τέτοια ώρα το τηλέφωνο… Το σήκωσα… η φωνή σου στο ακουστικό… είμαστε βλέπεις καταδικασμένοι να σηκωνόμαστε, μαχαιρωμένοι κάθε φορά από αυτοαποκαλούμενους ανθρώπους και οι καρδιές μας να χτυπάνε ακόμα και όταν θα κολυμπάμε στα βαθιά, με μυαλά αυτοπυρπολημένα, να ατενίζουμε στο χάος τους και να ζητάμε λύτρωση… Σε φιλώ… Καλή σου νύχτα…

 

Γιώργος Μικάλεφ

Τρολοκρατία

 

Το φρέσκο βίντεο του αγαπημένου μας Nightpower GR, παίζει να το βλέπουν όλα τα μεγάλα κανάλια και να προσαρμόζουν τις τρολοειδήσεις τους αναλόγως… Τα χουντικά δελτία ειδήσεων έχουν ξεσαλώσει και προσπαθούν να απομυθοποιήσουν και να ρίξουν στα σκατά τα τέσσερα παιδιά που αποτελούν πολύ καλίτερο πρότυπο για τη νεολαία απ’ ότι όλα αυτά τα καθυζήματα που κυκλοφορούν… τα κοματόσκυλα στους διαδρόμους, τις κοντοπούτανες αράχνες, τους κάγκουρες με τις ξεκολιασμένες εξατμίσεις, τους κλαρινογαμπρούς και λοιπούς ακόλουθους των αιμοβόρων κοάλα… Αγαπάμε NightpowerGR, αγαπάμε νεαρούς τρομοκράτες και σκατά στους φασίστες…

Γιώργος Μικάλεφ

Love, Peace & το Μπλε Μαγιόξυλο ενός Ισπανοτσολιά …του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Σαββάτο βράδυ και η προσπάθεια ανεύρεσης καλής ταινίας απεδείχθη άκαρπη. Έξω από το παράθυρο τα τέρατα του δρόμου κοιμόταν απειλητικά και εμπόδιζαν κάθε έξοδο από την κοινωνία. Καταλήξαμε στο “Into The Wild” που τόσα πολλά είχαμε ακούσει. Δεν πρέπει να καταφέραμε να τη δούμε ως τη μέση. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι είχε στο μυαλό του ο Χριστόφορος McCandless όσο ζούσε, αλλά η ταινία παραήταν κάπως… περίεργη. Τι να πούμε και εμείς που μεγαλώσαμε βυζαίνοντας σκίουρος και τρώγοντας κομματάκια άθλιας σοκολάτας, στις φτωχογειτονιές της Ευρασίας…

 …

Φάγαμε τα σουβλάκια, κατέβηκα απ’ το λεωφορείο και πείρα ένα τρένο. Μπήκα στην πολυκατοικία, ανέβηκα με τον ανελκυστήρα και περπάτησα τις σκάλες. Χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξες την πόρτα. Μου είπες πως μ’ αγαπάς και ο σκύλος σου με φώναξε στο μπαλκόνι. Έντρομος μου έδειξε δέκα Ισπανοτσολιάδες να αράζουν πάνω σε ένα κομμάτι πλεξιγκλάς, δίπλα στο τσιπουράδικο του άγιου Χριστόφορου του Κυνοκέφαλου. Προσπάθησα να ηρεμίσω τον γάτο, χαϊδεύοντας του το κεφάλι και μπαίνοντας πάλι μέσα σε φίλησα στο στόμα και σου είπα πως σε αγαπώ και εγώ… μα εσύ δεν με πίστεψες.

 …

Κατέβηκα απ’ το τραμ και αγόρασα μια πίτα με γύρο, πατάτες και σάλτσα και καθώς το λάδι έσταζε και γυάλιζε το πλαστικό των παπουτσιών μου, άρχισα να φιλοσοφώ τη ζωή…

 …

Εμείς δεν γίναμε ποτέ Ισπανοτσολιάδες και τα δικά μας τα κουφάρια, τα έκαιγε η ιερά εξέταση την ώρα που εσείς βρίζατε κάποιον άγνωστο υπουργό δικαιοσύνης, πίνοντας ντόπιες μπύρες σε κάποια συναγωγή… εμείς βρίζαμε τον ίδιο τον Θεό και πηδιόμασταν σαν τα ζώα για να ερωτευθούμε σαν άνθρωποι, όπως μου είπε πρόσφατα μια φίλη… κάπου το είδε γραμμένο… και στο παράθυρο από κάτω έγραφε… “ΑΓΑΠΗ ΡΕ ΜΟΥΝΙΑ”. Το είδα καθώς προσπάθησα να σηκωθώ μονάχος, αιμορραγώντας σε μια σκοτεινή μεριά της πλατείας, διαπιστώνοντας πως δεν μπορούσα πια να σηκωθώ, πέφτοντας ξανά κάτω μέσα στα δικά μου αίματα και φωνάζοντας βοήθεια χωρίς να μου έχει απομείνει φωνή, αφού την ξόδεψα όλη για να γελάσω με ένα ζευγάρι παραμορφωμένα χέρια…

 …

 Πώς να σε πάρω μετά στα σοβαρά αγαπητό κουτσαβάκι που θες να μαρκάρεις την περιοχή σου? Πετάω τα χαρτιά μου και πάω πάσο, αφού πρώτα μπλοφάρω μέχρι να γαμηθώ ξανά στα γέλια για τη σιγουριά σου. Έχεις περάσει πολλά… είμαι σίγουρος… Έχεις γυρίσει και τον κόσμο, στα ρηχά πάντα κολυμπώντας και έχεις ζήσει σε μέρη μακρινά, μακριά απ’ τους δικούς σου που πάντα θα σε αγαπούν για το ανήσυχο πνεύμα σου και εσύ θα σηκώνεις τα λεφτά από την τράπεζα και θα σκέφτεσαι αν θα τους σηκώσεις το γαμημένο τηλέφωνο, τυφλωμένος από το όραμα σου για έναν καλύτερο κόσμο, πνίγεσαι ανάμεσα στα υγρά μπούτια κάποιας πρώην σου…

 …

Βλέπεις άνθρωπε, που ποτέ δεν θα γίνεις φίλος μου, εμένα οι φίλοι μου μπαίνουν στα μαγαζιά, που εσύ θα πας για να (ε)πηδήξεις και ξερνάνε με κραυγές πάνω στα πανάκριβα σου ρούχα και γεμίζουν με ξερατά και όνειρα τα καλοχτενισμένα μαλλιά της γκόμενας σου. Φεύγοντας φοράνε τρία σακάκια μαζί (το ένα ήταν δικό σου) και γράφουν στα αρχίδια τους κάθε φασίστα πορτιέρη. Εμένα οι φίλοι καρφώνουν το μαχαίρι στην παλάμη τους και ύστερα χέζουν επάνω στην καλαισθησία σου και τον εγωκεντρισμό σου. Και όταν ο πατέρας σου αρχίζει να παινεύεται για το γιο του, καθώς παραγγέλνει σουβλάκια, για να μας δείξει πόσο πετυχημένος είσαι, εμείς παραγγέλνουμε κοντοσούβλι και τον γράφουμε στ’ αρχίδια μας. Πως θες να κάνουμε παρέα λοιπόν?

 …

“Θάνατος σε αυτούς που δολοφονούν την αγάπη

…και σκατά στους φασίστες”

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Γιώργος Μικάλεφ

Zero Geographic #10

KΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ
ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
1 ΜΕΡΟΣ :ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ
2 ΜΕΡΟΣ:Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ
Β.Α ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ
ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΧΡΥΣΟΥ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ
ΤΩΝ ΨΕΥΤΟ-ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ
3 ΜΕΡΟΣ: ΑΦΙΕΡΩΜΑ – ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ
4 ΜΕΡΟΣ: (ΑΝΤΙ)TEXNH ΤΟΥ ΖΑΜ
5 ΜΕΡΟΣ: ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΜΕΤΡ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ
6 ΜΕΡΟΣ : ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ
(FANZINE) ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ      

Straw Dogs, τεύχος 1 (Συζήτηση/Συνέντευξη) Χρήστος Ζάχος

Το Straw Dogs magazine είναι ένα περιοδικό για τις τέχνες με έδρα του την Κύπρο. Την ύλη του καλύπτουν πρωτοεμφανιζόμενοι καλλιτέχνες από τον χώρο της ποίησης, πεζογραφίας, ζωγραφικής, φωτογραφίας, μουσικής, κινηματογράφου, κ.α. Σκοπός του περιοδικού είναι να αναδείξει νέα παιδιά που θέλουν να παρουσιάσουν την δουλειά τους για πρώτη φορά σε μορφή εντύπου.
Υπεύθυνοι για αυτό το εγχείρημα είναι ο Γιάννης Ζελιαναίος και η Γιώτα Παναγιώτου.
Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 2012 και μπορείτε να το προμηθευτείτε στέλνοντας mail στοstrawdogsmagazine@yahoo.com
ή επικοινωνώντας με το βιβλιοπωλείο Φοίβη (Σόλωνος 99, 5ος Όροφος. Τηλ: 210 3304012, mail fene17@otenet.gr )
Το blog του περιοδικού είναι http://strawdogsmagazine.blogspot.gr
Υπόψη πως τα θέματα του περιοδικού δεν αναρτώνται στο blog.

Επίσης, στο παραπάνω mail μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Γιάννη και τη Γιώτα και να στείλετε μέρος της δουλειά σας αν επιθυμείτε να συμμετέχετε σε ένα από τα επόμενα τεύχη.
Το πρώτο τεύχος φιλοξένησε και μια συζήτηση/συνέντευξη που φτιάξαμε με το Γιάννη καθώς και μέρος της δουλειάς μου.
Παραθέτω ένα απόσπασμα της συζήτησης αυτής:
 …
Η Νόσος της Ποίησης μέσα από τις Εμπειρίες ενός Πνιγμένου
 …
Περιπλανώμενος κάπου μεταξύ Αθήνας και Ρεθύμνου, ατόφιο «μπάσταρδο» παιδί της γενιάς του ’78, ο Χρήστος Ζάχος πάντα με μια μποτίλια ρακή στη τσέπη, ξεκίνησε να γράφει ποίηση από τα δεκατέσσερά του όταν και αντίκρισε το στίχο ενός ποιήματος του αγαπημένου του Κώστα Καρυωτάκη στο θρανίο του σχολείου. Τα πάντα πήραν τον δρόμο τους από εκεί και πέρα κι όταν καμιά φορά δεν θρόνιαζε τις λέξεις στο χαρτί, πάλευε στα δωμάτια με την δεύτερη αγαπημένη του τέχνη, τη ζωγραφική.
Γνωρίστηκα μαζί του όπως γνωρίζονται και οι περισσότεροι καλλιτέχνες σήμερα. Μέσα από τα ιστολόγια που κρατάει του ζήτησα να μου στείλει τα βιβλία του κι ανταποκρίθηκε άμεσα. Αλλεπάλληλα mail ακολούθησαν όπου και μοιραστήκαμε τις ίδιες ανησυχίες, σκέψεις πάνω στην ποίηση και όχι μόνο. Μέσα από αυτές τις κουβέντες φτιασιδώθηκε και η παρακάτω κουβέντα που θα διαβάσετε.
 
 …
Ποια είναι η άποψη σου για την ελληνική ποίηση σήμερα;

 …

Κοίτα… εκδίδονται κάθε χρόνο πάρα πολλές ποιητικές συλλογές από τις οποίες, δύσκολα ξεχωρίζει κάτι. Υπάρχουν μάλιστα, δεκάδες ή και εκατοντάδες blogs με ποίηση. Τι παρακολουθούμε απ’ όλα αυτά; Ένα ελάχιστο ποσοστό.
Από αυτά που διαβάζω και παρακολουθώ, έχω καταλήξει στο εξής:
Ένα μεγάλο ποσοστό είναι βαρετά και τετριμμένα πράγματα. Υπάρχει όμως και ένα μικρότερο ποσοστό που ξεχωρίζει έντονα, πεισματικά.
Είναι ορισμένοι νέοι ποιητές και ποιήτριες  που  δεν ενδιαφέρονται για εκδόσεις και λοιπά και με αγριεμένο μάτι και θολωμένο μυαλό, μέσα στα σκοτεινά τους δωμάτια, κάνουν πραγματική Ποίηση.  Κι αν καμιά φορά κάνουν το λάθος να εκδώσουν (η αιώνια ματαιοδοξία των καλλιτεχνών) και να μπουν στο «σύστημα» αυτού του σιναφιού, πληγώνονται και τα παρατάνε. Δεν κάνουν ποίηση για την ποίηση και τους κριτικούς, αλλά για να σώσουν την ψυχή τους. Για να μην τρελαθούν. Αυτούς θέλω να γνωρίσω. Σε αυτούς ελπίζω.
Πιστεύεις δηλαδή ότι τον να εκδίδεσαι είναι λάθος; Προσωπικά θεωρώ πως έτσι κι αλλιώς η τέχνη είναι πρώτα για να σώσεις τον κώλο και την ψυχή σου και το να εκδοθείς έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Θεωρώ όμως μεγάλη ηττοπάθεια να μην μπορείς να αντιμετωπίσεις το έξω και ειδικά το σινάφι. Απ την στιγμή που τα βγάζεις προς τα έξω αναζητάς κάτι, να γνωρίσεις ομοϊδεάτες σου όπως σωστά λες. Η γνώμη μου είναι πως άλλο το να σώσεις την ψυχή σου κι άλλο η έκδοση. Άλλωστε όπως έλεγε κι ένακοινός μας «φίλος», if you are going to try go all the way.
Δεν πιστεύω πως είναι λάθος να εκδίδεσαι, λάθος είναι η αντιμετώπιση των εκδοτών προς τους συγγραφείς τους. Πηγαίνεις σε κάποιον εκδότη με μια βαλίτσα όνειρα και καταφέρνει να στα καταρρίψει από την πρώτη κιόλας συνάντηση.  Ζητάνε υπέρογκα ποσά για την έκδοση, διαφήμιση, διακίνηση – υποτίθεται – του βιβλίου και αφού τα πάρουν, αδιαφορούν και δεν κάνουν τίποτα. Ίσως να μην είναι όλοι έτσι, ίσως να υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά…
Οι περισσότεροι είναι έμποροι και στυγνοί επιχειρηματίες που δεν ενδιαφέρονται για την τέχνη και την λογοτεχνία, παρά μόνο για το πόσα θα πουλήσουν. Αν πουλάει ο τσελεμεντές και βιβλιαράκια του τύπου «κάντο μόνος σου», αυτά θα βάλουν στο “μαγαζί” τους. Αν τους πεις για ποίηση, θα σου πουν: «Η ποίηση και το διήγημα δεν πουλάνε! Γράψε κάνα μυθιστόρημα, ελαφρύ, τύπου “άρλεκιν”, και θα στο μοσχοπουλήσω!». Απογοητεύεσαι και πας και βρίσκεις κάποιον που εκδίδει ποίηση και χαίρεσαι που δέχτηκε να “συνεργαστείτε”. Μετά βλέπεις κι αυτός τα ίδια κάνει και αναρωτιέσαι: γιατί δεν έκανα αυτοέκδοση; Η αυτοέκδοση είναι μια καλή λύση για να αποφύγεις την αυθαιρεσία των εκδοτών, αλλά κι εκεί, πρέπει να μάθεις να κάνεις μόνος σου τη διακίνηση – πράγμα ψυχοφθόρο για τους καλλιτέχνες.
Λοιπόν, τι λύση υπάρχει; Να βρεις κάποιον σωστό εκδότη που θα πιστέψει σε σένα και θα προωθήσει το έργο σου. Ουτοπικό δεν ακούγεται αυτό; Δεν ξέρω. Θέλει πολύ προσοχή και ψάξιμο αν κάποιος αποφασίσει να εκδώσει.
Αλλά το κακό – ή καλό – με τους καλλιτέχνες, είναι πως κανείς δεν κρατάει το έργο του για τον εαυτό του. Θέλει να το μοιραστεί για να ελαφρύνει η ψυχή του. Νοιώθει υποχρέωση να βγει προς τα έξω, να εκδοθεί. Ναι. Όπως και οι πουτάνες. Άλλωστε, λόγω της έκδοσης δεν έχουμε πιάσει αυτή την κουβεντούλα;
 (…)
 …

Πάμε λίγο το πράγμα απ’ τα γεννοφάσκια του. Πότε ξεκίνησες να γράφεις και που, το που στο ρωτάω γιατί πάντα αυτοί που γράφουν έχουν ένα αγαπημένο μέρος που κάθονται και «παλεύουν» με το χαρτί, το γιατί γράφεις δεν θα στο ρωτήσω γιατί το θεωρώ ηλίθιο.  Απ’ την άλλη διαβάζοντας τα βιβλία σου ήταν σαν να είδα περιόδους σημαντικές στη ζωή σου, που τις έβαλες κάτω για να τις «ξεματιάσεις». Κι ένα δεύτερο σκέλος, πότε ξέρεις ότι ένα ποίημα που ΄χεις γράψει είναι καλό για σένα;

 …

Πότε ξεκίνησα… χμ…
Ήμουν 14άρων και στο θρανίο του σχολείου κάποιος είχε γράψει “Τα αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει…” και από κάτω Κ.Καρυωτάκης. Με είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ, που την επόμενη πήγα και πήρα το βιβλίο του με τα ποιήματα και τα πεζά.
Κάθε βράδυ λοιπόν, την ώρα που έπεφταν όλοι για ύπνο, έπαιρνα το βιβλίο, πήγαινα στο σαλόνι και το διάβαζα αργά, να μπορέσει να με συνεπάρει, να νοιώσω τον οίστρο του ποιητή. Έπειτα το έκλεινα και σε ένα τετράδιο άρχιζα να σκαρώνω τα δικά μου ανορθόγραφα και αδέξια στιχάκια. Αυτό υπήρξε η αρχή και συνέχισα μέχρι τα 17. Μετά σταμάτησα να γράφω.
Έχει  ο καιρός γυρίσματα όμως, και γύρω στα 25 μου χρόνια, άρχισα να γράφω ξανά. Συνέχισα με πάθος και έγραφα σχεδόν κάθε μέρα. Ίσως να έφταιγε και η κατάθλιψη  εκείνον τον καιρό, δεν ξέρω.
Στα 30 μου, είχα μαζέψει το υλικό της «Νόσου» και του «Κραταιά» τα οποία εξέδωσα το 2009. Το «κραταιά», είχε αρχικό τίτλο «Η μούσα και ο ποιητής» και βγήκε σε περιορισμένα αντίτυπα (15;). Το 2010 το επανεκδίδω αλλάζοντας τον τίτλο σε «κραταιά ως θάνατος αγάπη», σε 50 αντίτυπα. Άστο να γίνει σπάνιο αυτό – εξάλλου είναι πολύ προσωπικό και δεν το προώθησα καθόλου. Την επόμενη χρονιά, άλλαξα εκδοτικό και εξέδωσα το «Εμπειρίες». Αλλά κάτσε, εσύ κάτι άλλο με είχες ρωτήσει…
Α, το πού γράφω. Συνήθως στον υπολογιστή στο καθιστικό. Αλλά γράφω και σε χαρτί και έξω από το σπίτι, στα ταξίδια και οπουδήποτε βρεθώ. Όχι συχνά όμως, όχι όπως παλιά. Δεν προσδοκώ να γράψω, απλά περιμένω. Και όταν έρθει η θεά της έμπνευσης, αρπάζω το στυλό και προσπαθώ να την απαθανατίσω. Κάτι σαν φωτογραφία ή σχέδιο της στιγμής.
Κι όσο για το πότε γνωρίζω αν ένα ποίημα είναι καλό… από τη σύλληψή του. Κάποια ποιήματα – το ξέρω πως ήταν καλά –  δεν πρόλαβα να τα καταγράψω κι έτσι, χάθηκαν. Αυτά που έχουν γεννηθεί κάτω από περίεργες ή και άσχημες καταστάσεις, το ξέρω, είναι καλά. Κάποια άλλα που προσπάθησα να γράψω, αλλά η θεά της έμπνευσης είχε φύγει, το ξέρω, είναι κακά. Αλλά, δεν πετάω ποιήματα. Τα αφήνω στο τετράδιο και κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, γυρνάω σε αυτά και θυμάμαι…
Αλλά, όταν βάζεις την ψυχή σου σε κάτι, γίνεται να μην είναι καλό; (…)
 …
 …
Τι σε τρομάζει στο γράψιμο περισσότερο σε σχέση με τον εαυτό σου; Και τι περιμένεις από την ποίησή σου; Εντάξει δυο οι ερωτήσεις αλλά έτσι κι αλλιώς όλο κλέβουμε…
 …
Αφού γουστάρουμε την παρανομία, τι λες τώρα… Λοιπόν.
Στο γράψιμο δεν με τρομάζει τίποτα. Ίσως η γραφή μου να τρομάζει κάποιους άλλους – κυρίως κοντινά μου πρόσωπα. Αλλά αυτοί που τρομάζουν, είναι αυτοί που δεν καταλαβαίνουν ή το βλέπουν συναισθηματικά. Στα γραπτά μου, έχω πεθάνει κάμποσες φορές και άλλες τόσες έχω βγάλει τη γλώσσα στο θάνατο. Όταν όμως κάποιος δικός σου διαβάζει για το θάνατό σου, δεν μπορεί να το δει λογοτεχνικά. Συναίσθημα βλέπεις…  σε γνωρίζει, σε αγαπά.
Με τη γραφή ξορκίζω καταστάσεις και ό,τι με βαραίνει. Το βγάζω, αλαφρώνω, και ανήκει στο παρελθόν, έχοντας αφήσει ένα σημάδι. Ένα ποίημα ή διήγημα. Με αυτόν τον τρόπο αυτοθεραπεύομαι και το μόνο που μένει, είναι η τέχνη. Το ίδιο και με τους πίνακες. Πόσες φορές που ένοιωθα σκατά, δεν πήρα καμβάδες και χρώματα να ξεσπάσω πάνω τους; Και τι έμεινε μετά; Ένας πίνακας.
Η τέχνη λοιπόν, λειτουργεί σαν αυτοθεραπεία. Αν δεν έκανα τέχνη, θα ήμουν νεκρός. Αν δεν αφηνόμουν στα πάθη μου (έρωτα, ποτό, τέχνη, αμπελοφιλοσοφίες…), πάλι νεκρός θα ήμουν.
Τι περιμένω από την ποίηση μου; Να συνεχίσω να νοσώ από αυτήν και θεραπεία ποτέ να μη βρω. Να γράφω. Όσο είμαι ζωντανός να γράφω. Να ξορκίζω τις κακές στιγμές και να υμνώ τις όμορφες. Άλλωστε, Η ποίηση είναι νόσος. Αν δεν πάσχεις από ποίηση, δεν μπορείς να κάνεις ποίηση*.
Κι αν κάποιος μπορέσει και εκφραστεί ή εμπνευστεί μέσα από τα γραπτά μου, αυτό μου προκαλεί μια ενδόμυχη ικανοποίηση. Τι θα ήταν οι καλλιτέχνες χωρίς το ναρκισσισμό τους;
Δεν επιχείρησα ποτέ να μάθω να γράφω ή να ζωγραφίζω. Το έκανα χωρίς να ξέρω. Το έκανα για να μην τρελαθώ, για να παραμείνω ζωντανός. Έτσι συνεχίζω λοιπόν, και για αύριο, δεν ξέρω τίποτα.
(…)
Τα υπόλοιπα θα τα βρείτε στην έντυπη μορφή του περιοδικού.

Παραθέτω και μια παρουσίαση, όπως έγινε στην εκπομπή «Εντέχνως».
Καλή συνέχεια σε όλους.

 http://czachos78.blogspot.gr/

δρ. Βλαδίμηρος – για ποια ειρήνη μου ζητάς να τραγουδώ?

Στίχοι:

Ήρθες να μου πεις για τη ειρήνη, και λοιπόν;
Εγώ γεννήθηκα σε γη κατακτημένη
Σε γη οικόπεδο, σε γη των νικητών
Που ζούνε σκλάβοι, μαύροι ταλεπωρημένοι

Ποτέ δε γνώρισα τι είναι λευτεριά
Κι ας μου τη μάθαν στο σχολείο βιασμένη
Δασκάλοι ζόμπι του αφέντη κολεγιά
Γνώση με δόσεις, πόρνη κακοποιημένη

Για ποια ειρήνη μου ζητάς να τραγουδώ
Που λευτεριά δεν έχω ζήσει στη ζωή μου
Παντού τον πόλεμο στον κόσμο συναντώ
Μέσα στα μάτια πανικό
Κι αρρώστια στο κορμί μου

Ήρθες να μου πεις για την ειρήνη, και λοιπόν;
Αφού απ τα χέρια σου δεν θέλεις να περάσει
Δεν θα ρθει η άνοιξη με τρόπο μαγικό
Και η ιστορία θα μας έχει προσπεράσει

Κι εσύ που θέλεις να χεις χέρια καθαρά
Κι ένα σπιτάκι για να ζήσεις τη ζωή σου
Την ησυχία σου και μόνιμη δουλειά
Πες μας ρε φίλε, πόσο πάει η ψυχή σου;

Για ποια ειρήνη μου ζητάς να τραγουδώ
Που λευτεριά δεν έχω ζήσει στη ζωή μου
Χαμένοι άνθρωποι να ελπίζουν στο θεό
Και οι αφέντες να βρομίζουν το ψωμί μου
Για ποια ειρήνη μου ζητάς να τραγουδώ
Που λευτεριά δεν έχω ζήσει στη ζωή μου
Παντού τον πόλεμο στον κόσμο συναντώ
Μέσα στα μάτια πανικό
Κι αρρώστια στο κορμί μου

Λειψία 26/12/2012
(και το τέλος ακόμα να έρθει…)

526339_342527849179688_1798435442_n

Γεια σου φίλε Vlad όπου και να είσαι!