«Ο ΚΩΛΟΣ ΤΗΣ ΜΠΟΥΖΟΥ» του Θανάση Πάνου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο αγώνας της είχε γίνει πια στοίχημα ζωής. Κήρυξε ξανά τον πόλεμο και αποφασισμένη για την νίκη έσπασε τον καθρέπτη της που εξυμνούσε τον λαϊκισμό της χλιδής. Ότι και να έτρωγε γλίστραγε μέσα στο σώμα της σε ένα ταξίδι που οδηγούσε κατευθείαν στον κώλο της. Είτε πρωινό εμπλουτισμένο με φυτικές ίνες είτε μεσημεριανό χωρίς ψωμί , προσγειωνόταν πάντα εκεί, στο ίδιο σημείο που μεγάλωνε συνεχώς , που λες ότι ήταν ένα αχόρταγο τερατάκι ανεξάρτητο από τα άλλα μέρη του σώματός της που ζήταγε όγκο, γεννημένο με μόνο σκοπό να τη μετατρέψει σε Πούλμαν .

 Ο κώλος είχε έτσι συνδεθεί στο μυαλό της με το ρήμα βασανίζω και διατάρασσε συνεχώς την εσωτερική ειρήνη και αρμονία που αποζητούσε στον αγχωτικό βίο της. Καθημερινά , κάθε βήμα της ήταν ένας μεσαίωνας ένας μακάβριος χορός με την τροφή όπου ο ρυθμός του επιβάλλει την ίδια σφαγή της αυτοπεποίθησης της. Ο εφιάλτης είχε κυριέψει όλες τις σκέψεις της σε σημείο που όταν ξάπλωνε στον καναπέ τον ένοιωθε σαν ένα κομμάτι από ψωμί ή κράκερ όπου επάνω του αναπαύεται με ηδονή κάποιος μεζές από τυρί , κρέας ή κάποια ακαθόριστη αλοιφή. Αυτό όσο την φρίκαρε άλλο τόσο άνοιγε την όρεξη του όπισθεν εχθρού.

Το όνομα της το είχε ξεχάσει, πίστευε πια ότι την φωνάζουν όλοι Μπουζού, δηλαδή μπουζουριάζω και κατ΄ επέκταση ευμεγέθη κωλάρα , τσέπη φαγητού κοιλιά και φυλακή άναρχων κώλων. Έτσι η Μπουζού το μόνο που άκουγε είναι ότι μπουζουριάζει οτιδήποτε , είτε είναι τροφή είτε ευχή και αυτός ήταν ο κυκεώνας της. Είχε βέβαια δοκιμάσει ότι την τροφοδοτούσαν καθημερινά οι φίλες της που παραδόξως είχαν και αυτές ευμεγέθεις κώλους αλλά θεωρούσαν ότι τους είχαν υπό έλεγχο και σε πλαίσια ερωτικά . Οι φόρμες αδυνατίσματος δεν άλλαζαν το σύνολο των προδιαγραφών παρά τις συνεχείς διαδρομές σε όλα τα μέρη του σπιτιού της και αυτή η συνεχής κίνηση δεν επηρέαζε διόλου την αεροτομή και χωρητικότητα του οπίσθιου κινητήρα της.

Η τιτανομαχία του κώλου ξεκίνησε έτσι με ποιητικό τρόπο με ευγενείς και ακριβείς χρηματικές προσφορές στη βιομηχανία της δίαιτας που δεν δίσταζε να προσφέρει χημικές ενώσεις αλλά και χαβιάρι ως σωτήριο ελιξίριο λόγω του προφανούς μικρού μεγέθους του αλλά και της ιαματικής τιμής ανά βαζάκι με τα 132,5 διαιτητικά μαύρα σπυριά μέσα. …. Ξέρετε, αυτό το μαύρο που βγαίνει από το ψάρι οξύρρυγχος που είναι σαν βερνίκι παπουτσιών… και έχουν βαρεθεί να τρώνε κάθε ημέρα κυρίως οι πιο φτωχοί που και γι αυτό δεν έχουν κώλο. Έτσι και η Περσία λόγω της Κασπίας θάλασσας είχε γίνει και ο αγαπημένος τροφοδότης της . Μετά τις αλλεπάλληλες ήττες και το μεγάλωμα του κώλου οι διάσημες δίαιτες της μιας εβδομάδας αντικατάστησαν παραδοσιακούς τρόπους μάχης, εν ‘ όψη του καλοκαιριού που αποτελούσε το μεγάλο στοίχημα. Αναμειγνύοντας κρασί , αλεύρι από κριθάρι , τριμμένο κατσικίσιο τυρί, μέλι , άνθη, λειωμένο κεχριμπάρι, διακοσμητικά φυτά, μουστάρδα ως και κρεμμύδια , βρήκε την πικρή παρηγοριά ενάντια στις φέτες του ψητού κρέατος τις «εγκλωβισμένες» μεταξύ δύο αναλόγου μεγέθους , φετών ψωμιού. Μετά και από αυτές τις μάχες τίποτε δυστυχώς δεν άλλαζε εκτός ίσως από τα αέρια της, η οσμή και η καυστικότητά των οποίων την απέτρεπε και από ερωτικές σκέψεις εξαιτίας του αντιερωτικού διχλωροαιθυλίου που εξέπνεε ο όπισθεν σιαμαίος αντίπαλος. Στο τέλος κατέφυγε στην αντιαρματική ρουκέτα , εκτοξεύοντας άμεσα την τροφή της όπως τα βουλημικά μοντέλα όφειλαν. Με ακόμη πιο εφιαλτικούς συλλογισμούς έφτασε στο σημείο να αναρωτιέται, μήπως ήταν μια καταραμένη ηθοποιός που είναι πρωταγωνίστρια στην κλασική κωμωδία του θεάτρου των χονδρών «η συγκατοίκηση του κώλου».

Απογοητευμένη η Μπουζου από τη ήττα και τον ρατσισμό βγήκε τρέχοντας από την πόλη , πέρασε το λιμάνι δακρυσμένη, έτρεχε και έτρεχε στη μέση του δρόμου κουβαλώντας αυτό το φορτίο κώλου που την στοίχειωνε και που όσο και να έτρεχε δεν μπορούσε να πέσει κάπου και να χαθεί ή να του ξεφύγει . Αυτή η φυγή από την πόλη την έφερε στον άγνωστο βάλτο στην αρχή του αιωνόβιου δάσους που γέννησε και τον άνθρωπο και κουρασμένη πλέον κάθισε να αφουγκραστεί τους ήχους της φύσης. Ο γέρο- βάτραχος δίπλα της, της θύμισε το γνωστό παραμύθι και δεν δίστασε. Τον σήκωσε στα χέρια της και τρυφερά τον φίλησε. Φυσικά όπως κάθε τέλος παραμυθένιο οφείλει , αυτός έγινε πρίγκιπας πανέμορφος την κοίταξε γλυκά και τις σιγοψιθύρισε ερωτικά τις πιο ποθητές λέξεις : «έχεις πανέμορφα οπίσθια πριγκίπισσα μου…» Ο έξωθεν της χώρας πρίγκιπας έλεγε την αλήθεια.

Επιμύθιον: Από την άλλη ενώ όλη η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο μπαϊρι , ενώ η αληθινή ζωή βρίσκεται σε ομηρεία και μας αναγκάζει να ψάχνουμε τις τσέπες μας ένας ολόκληρος λαός νοιώθει εξοικειωμένος με τον κώλο της Μπουζού. Σε λίγο θα είμαστε τόσο εξοικειωμένοι που δεν θα συνειδητοποιήσουμε ότι το τρέξιμο έξω από την πόλη έριξε τον κώλο της Μπουζού και όχι το μαγικό φιλί του εκτός της πόλης – κράτους πρίγκιπα.

Θανάσης Πάνου

links:

Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου

Art-Imeros Thanasis Panou

Για Τον Μικρό Μου Φίλο… του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
 
Ήταν το μεσημέρι μιας ανοιξιάτικης μέρας που ξεκίνησε με δυνατό πονοκέφαλο και ένα σωρό ανούσιες υποχρεώσεις. Στο τραπέζι της κουζίνας ο μικρός μου φίλος, που δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του, μου εξομολογήθηκε ότι τα παιδιά στο σχολείο τον κοροϊδεύουν. Του βγάλανε και κάποιο όνομα που εκείνη τη στιγμή δεν το θυμόταν ή πιο πιθανό να ντρεπόταν να το αναφέρει. Τον ρώτησα πόσα ήταν αυτά τα παιδιά και μου απάντησε…
 
-Πολλά
-Όταν λες πολλά πόσα? 20?
-Όχι πιο λίγα
-30?
-Όχι πιο λίγοι
-10?
-Πιο κάτω.
-Πέντε?
-Ναι!
 
Προσπάθησα να τον καθησυχάσω λέγοντας του ότι τα παιδιά σε αυτή την ηλικία πολλές φορές μπορεί να είναι σκληρά και δεν καταλαβαίνουν και άλλες τέτοιες μαλακίες που το φοβισμένο μυαλό ενός οχτάχρονου δεν χαμπαριάζει με τέτοια επιστημονικά… Μόλις συνειδητοποίησα ότι αυτά που έλεγα δεν είχαν κανένα νόημα για τον μικρό μου φίλο, τον καθησύχασα πραγματικά λέγοντας του ότι θα πάω στο σχολείο στο δεύτερο διάλλειμα να τακτοποιήσω το θέμα. Τότε ο μικρός ηρέμισε και επιτέλους ξεκίνησε να τρώει ένα μεγάλο κομμάτι πίτσα.
 
Το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να σπάσει και το στομάχι μου ήταν σε μαύρα χάλια. Έφτιαξα μια ζεστή σοκολάτα και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν τα πουλιά απ’ έξω και ο μικρός στον υπολογιστή που έπαιζε ένα παιχνίδι με πρόβατα. Ξάπλωσα ανάσκελα και έκλεισα τα μάτια μου. Δεν την πάλευα με τίποτα. Κατέβασα τη σοκολάτα μου με τρεις ρουφηξιές και άρχισα να σκέφτομαι…
 
Μετά από μισή ώρα κουράστηκα να σκέφτομαι και σταμάτησα…
 
Το πρωί ο μικρός πήγε σχολείο χαρούμενος. Μού είχε εμπιστοσύνη. Πίστευε πως η παρέμβαση μου θα άλλαζε το καθημερινό του μαρτύριο. Δεν έπρεπε να τον απογοητεύσω… Πήρα τηλέφωνο τον Τζίμη.
 
Το κουδούνι χτυπάει. Τα παιδιά ορμάνε στην αυλή χαρούμενα φωνάζοντας. Τα παιχνίδια αμέσως ξεκίνησαν. Κυνηγητό η τρίτη τάξη με τη Δευτέρα, οι πιο μεγάλοι μπάσκετ και άλλοι παίζανε μήλα. Δυο περίεργες φιγούρες εμφανίζονται στο χωμάτινο δρομάκι στο πλάι του Δημοτικού σχολείου. Ο υποφαινόμενος με μια γελοία πλαστική μάσκα σκύλου και ο Τζίμης με μια τρομακτική λαστιχένια μάσκα λυκάνθρωπου. Με την σκυλήσια όσφρηση μου οσμίστηκα τα πέντε αρχίδια που πουλούσαν τσαμπουκά στον μικρό. Τα έδειξα στον Τζίμη με το μυαλό μου. Δεν χρειαζόταν δεύτερη κουβέντα…
 
Πηδήξαμε τα κάγκελα και βρεθήκαμε μέσα στην αυλή. Τα παιδάκια μας κοιτούσαν με απορία. Δεν έπρεπε να χάσουμε χρόνο. Ορμήσαμε τρέχοντας προς τα πέντε αρχίδια που μας κοίταξαν και γέλασαν με τις μάσκες μας.  Ένα μας έδειξε και κάτι πήγε να πει αλλά δεν πρόλαβε… η κλωτσιά που έφαγε στο στομάχι ήταν αρκετή για να το βουλώσει. Ο Τζίμης άρπαξε το πιο αδύνατο από τα πέντε και αφού το γύρισε τρεις φορές στον αέρα το πέταξε στις βατσουνιές. Αυτό γεμάτο αγκάθια έβαλε τα κλάματα και ούρλιαζε προσπαθώντας να ελευθερωθεί από τα βάτα. Την ώρα που χάζευα το μαλακισμένο με τα αγκάθια, έφαγα μια γερή κλωτσιά στα αρχίδια και λύγισα… άρπαξα το μικρό γαμήδι, του κατέβασα τα βρακιά και του έριξα μια γερή γροθιά στο μάτι. Έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε μέχρι να φύγουμε.
 
Μέσα στη μάχη τα  παιδιά γύρω-γύρω ούρλιαζαν, γελούσαν, άλλα κλαίγανε και κάποιοι μικροί ρουφιάνοι τρέξανε στο γραφείο να ζητήσουν βοήθεια. Ο μικρός μου φίλους κοιτούσε διακριτικά από απόσταση με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης. Για σένα μικρέ, είπα από μέσα μου καθώς κυνήγησα το μικρό κάθαρμα που πήγε να ξεφύγει και του έριξα μια τρικλοποδιά. Εκείνο σύρθηκε στην άσφαλτο γδέρνοντας άσχημα τα γόνατα του. Δεν το λυπήθηκα… Την ίδια ώρα ο Τζίμης σώριαζε καταγής τον τελευταίο της συμμορίας μετά από μια άγρια μάχη. Εγώ άρπαξα τον δικό μου γδαρμένο αλήτη, τον σήκωσα ψηλά και τον πέταξα πάνω στο κλαιγόμενο αρχίδι που είχα ρίξει πριν μέσα στα βάτα.
 
Η αποστολή επετεύχθη. Έκανα σήμα στον Τζίμη και αρχίσαμε να τρέχουμε προς τα κάγκελα. Στο δρόμο μας βρέθηκε ο διευθυντής του σχολείου μαζί με τη δασκάλα της έκτης. Ο Τζίμης ο λυκάνθρωπος έβγαλε από τη μέση τον χοντρομαλάκα με μια αεροκλωτσιά και εγώ αντιμετώπισα την νεαρή δασκάλα με μια γροθιά στο όμορφο γαλακτερό πρόσωπο της. Πηδήξαμε τα κάγκελα με ένα αξιοζήλευτο ακροβατικό σάλτο και χαθήκαμε στο δρομάκι και μετά κρυφτήκαμε μέσα στον σκοτεινό υπόνομο.
 
Την ίδια μέρα τα κανάλια βούιξαν. Όχι μόνο του νησιού αλλά και ολόκληρης της χώρας. Όλοι έλεγαν για την παράδοξη, άλογη, αισχρή και θρασύτατη επίθεση σε μαθητές και εκπαιδευτικούς δημοτικού σχολείου από τραμπούκους της δεξιάς.
 
Για μας όμως δεν ήταν έτσι… Εμείς χτυπήσαμε το θεσμό στα αρχίδια. Κάναμε τον μικρό μας φίλο περήφανο. Τώρα πια δεν φοβάται να πάει στο σχολείο, ούτε μένει νηστικός τα μεσημέρια. Τα πέντε άτριχα αλλά μελανιασμένα αρχίδια, παρακολουθούν ακόμα ψυχολόγους, δεν μιλάνε ιδιαίτερα και στα διαλείμματα κάθονται μέσα στην τάξη αμπαρωμένα…
 
Γιώργος Μικάλεφ
 

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Μικάλεφ «Σάπιες ιστορίες» 2013

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Τραγούδια για Σοφίες

*Για λάθη και παραλήψεις στείλτε μας να διορθώσουμε/προσθέσουμε…

Με λένε Αλέξη σε λένε Σοφία  (Γαρδέλης)

“Με λένε Αλέξη σε λένε Σοφία
κρατάω τα αστέρια κρατάς την αυγή
ο κόσμος κοιμάται παντού ησυχία
και εμείς περπατάμε μονάχοι στη γη
Με λένε Αλέξη σε λένε Σοφία
κρατώ μια κιθάρα, κρατάς μια καρδιά”

Ανδρεικελιάζεσαι (Χατζηφραγκέτα)

“ Γι’ αυτό ξυρίστηκα και έγινα άνθρωπος
δουλεύω τώρα και στου Παπαγεωργίου
με τα καλοριφέρ και τα πλυντήρια
τέρμα, τελειώσαμε Σοφία Αργυράκη”

  
Σοφία (Στέλιος Πισής-Κλείτος Πισής)

Σοφία
ξέρω πως δε θα καταλάβεις
αυτά που θέλω να σου πω
ύστερα όμως θα το νιώσεις
όταν πια θα ‘χεις μεγαλώσει
το πόσο τώρα σ’ αγαπώ

  
Σοφία (Γιώργος Κουτσούρης)

Τα μάτια της κοιτάν ψηλά
Γα να βρουν την αγάπη που της ‘κλεψαν οι αγγέλοι

το όνομα μου είναι Σοφία (Σοφια Αρβανίτη)

Το όνομα μου είναι Σοφία
Μωρό μου χάρηκα πολύ
Μια καινούρια γνωριμία
Που δε θέλω να τελειώσει το πρωί

«X – έγερση υποσυνειδήτου» Χρήστος Ζάχος

 
Χρήστος Ζάχος
«Χ – έγερση υποσυνειδήτου»
(ποιήματα και πεζά)
σε συνεργασία με τις εκδόσεις των συναδέλφων
Περιέχει CD με μουσικές απαγγελίες
Ημερομηνία πρώτης έκδοσης:
12/5/14
Παραθέτω απόσπασμα από το υλικό που υπάρχει στο CD
 
 
 
Το βιβλίο “Χ – έγερση υποσυνειδήτου” μπορείτε να το παραγγείλετε από τιςεκδόσεις των συναδέλφων (Ερεσσού 35, Εξάρχεια) στέλνοντας ένα email στο syneditions@gmail.com ή τηλεφωνικά στο 2103818840.
Επίσης μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, Πρωτοπορία, Ιανός, Πολιτεία και στο Ρέθυμνο στο συνεταιριστικό καφενείο Χαλικούτι και στα  βιβλιοπωλεία Πλαίσιο και Κλαψινάκης.
link:
Χρήστος Ζάχος
 
 

Σάπιου Μύθοι

I.

Ο σκύλος κάποτε ρώτησε τον γάτο γιατί πίνει και εκείνος απάντησε… Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πιω αλλά για κανέναν από αυτούς δεν πίνω. Πίνω μόνο για να ξεχάσω όλους αυτούς τους λόγους που εσύ με τη γαμημένη σκυλίσια ερώτηση σου μου θυμίζεις.

cat dog

II.

Ένας σκύλος έκανε έρωτα με έναν άλλο σκύλο σε ένα συνεργείο. Ένας ομοφυλόφιλος μυοπόταμος τους κοιτούσε με μια δόση ζήλιας που εκείνος δεν μπορούσε να ερωτοτροπήσει όπως οι σκύλοι και με θρασύτητα απερίγραπτη τους πέταξε έναν κουβά νερό. Τότε οι δύο σκύλοι μετά από μερικά γαμοσταυρίδια, έπιασαν το ομοφυλόφιλο ζώο και του έδειξαν πως κάνουν έρωτα οι σκύλοι.

dog fuk dog

III.

Στη λίμνη ένα βράδυ μία πάπια φλέρταρε χυδαία με έναν κάβουρα. Την ώρα που ψήθηκε η κατάσταση και ετοιμαζόταν να πάνε στην καβουροφωλιά να βγάλουν τα μάτια τους, ένας μουνουχισμένος κυνηγός, πυροβόλησε τον κάβουρα στο κεφάλι και τον σκότωσε. Η πάπια πέταξε μακριά και παντρεύτηκε έναν Αύγουστο.

duck

IV.

Ο μυοκάστορας ένα βράδυ τα έπινε μαζί με τον γάτο. Ο γάτος ρώτησε το συμπότη του γιατί πίνει. Ο μυοκάστορας του απάντησε… δεν μας γαμάς ρε γάτε. Και έτσι έγινε…

cat 2

V.

Πριν δέκα χρόνια ο λύκος εγκαταστάθηκε στο χωριό και άνοιξε ψησταριά για χορτοφάγους. Οι μόνοι πελάτες του ήταν ο τράγος και ο μυοκάστορας ο μερακλής που έπινε ρετσίνα με τηγανητές μελιτζάνες και φασόλια. Ένα βράδυ μπήκε στην ψησταριά το χέλι να πουλήσει προστασία. Ο τράγος του είπε «δεν μας γαμάς ρε χέλι…” και ο λύκος το έπιασε και το πέταξε στο καυτό τηγανόλαδο. Εκείνο έσκουζε και φώναζε “την έχετε γαμήσει μπάσταρδοι” την ίδια ώρα που το στομάχι του μυοκάστορα γουργούριζε για τον καινούριο μεζέ…

wolf

VI.

Το τσοπανόσκυλο κόντευε να πνιγεί από το σφιχτό κολάρο και ζήτησε από τον γάτο να του το χαλαρώσει. Ο γάτος του ζήτησε να χαμηλώσει το κεφάλι του για να τον βοηθήσει. Τότε ο γάτος έβγαλε ένα σουγιά και του έκοψε το λαιμό.

Untitled

VII.

Ένας μεγάλος αρουραίος ήταν στην παραλία με τον μυοκάστορα και πίνανε μπύρες. Ο τελευταίος ρώτησε τον αρουραίο γιατί πίνει και του απάντησε… πίνω για να ξεχάσω τα υλικά δεσμά αυτού του κόσμου που κρατάνε το πνεύμα μου σκλαβωμένο στους υπονόμους της ύπαρξης. Ο μυοκάστορας κοίταξε τον αρουραίο και κατέβασε την μπύρα του με ευχαρίστηση… το βγάλαμε το μεροκάματο και σήμερα… σκέφτηκε ενδόμυχα…

rat2

VIII.

Κάποτε την Γαρίτσα την επισκέφθηκε ένας μεγάλος μυοκάστορας όπου κατασπάραξε ένα τσοπανόσκυλο και στραγγάλισε τρεις γάτες. Η αλεπού τον είδε λέει να πετάει από δέντρο σε δέντρο. Αλλά η αλεπού όλο μαλακίες έλεγε…

fox

IX.

Μια φορά και έναν καιρό στου Διαόλου τη μάνα, ζούσε ένα πλάσμα τόσο βρώμικο που ούτε οι νεκρές σαρδέλες δεν άντεχαν να κάτσουν δίπλα του. Αυτό το πλάσμα ζούσε εις βάρος της κοινότητας των γάτων, χρησιμοποιώντας κατάπτυστα παιχνίδια. Μια μέρα ένας σκύλος του ακρωτηρίασε με μια δαγκωνιά τα γεννητικά του όργανα και αφού τα μάσησε, του τα έφτυσε στα μούτρα. Το πλάσμα συνέχισε όμως να κάνει τις βρωμιές του, γιατί έτσι και αλλιώς δεν είχε αρχίδια…

plasma

X.

Πριν δύο μήνες ένας σκαντζόχοιρος  έπιασε στα πράσα τη γυναίκα του να τον απατάει με έναν αρουραίο. Αφού το σκέφτηκε καλά, πλήρωσε έναν ρινόκερο για να κάνει έρωτα μαζί του και φρόντισε να τον δει ο αρουραίος ο οποίος έπαθε μεγάλο σοκ. Την επόμενη μέρα ο κερατάς σκαντζόχοιρος είδε τον αρουραίο στο δρόμο, του έκλεισε το μάτι και του είπε με νόημα… έτσι γαμάνε τα ογκώδη φυτοφάγα θηλαστικά της Αφρικής που στο πάνω ρύγχος τους έχουν ένα ή και δύο κέρατα…

keratas

XI.

 Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα στο μυρμηγκοβασίλειο. Οι δουλειές είχαν παύσει για μεσημέρι και ένα μυρμήγκι μες στην ντάγκλα του, έπινε τον καφέ του και ένα μικρό παιδί, που ποτέ δεν έμαθε την αξία της ζωής, το πάτησε. Από τότε το μυρμήγκι δεν ξαναήπιε καφέ νες. Το παιδί γέρασε και πέθανε.

ant

XII.

Τα χρόνια που ο λύκος έγραφε το βιβλίο του “περί επ’ αναστάσεως λόγοι”, το γουρούνι έγραψε το “μανιφέστο της πουστιάς”, το φίδι έγραψε την “πνευματική αναπηρία στην μετά-Εδέμ εποχή” και οι γλάροι πετούσαν και έπαιρναν μάτι ένα ζευγάρι ανθρώπων να κάνει παθιασμένο έρωτα στην παραλία. Την επόμενη χρονιά το ζευγάρι χώρισε και δεν ξαναέκανε έρωτα στην παραλία. Ήταν η ίδια χρονιά που οι γλάροι έκαναν επανάσταση, η αλεπού άνοιξε γιαουρτάδικο, η αρκούδα ανέβηκε στο βουνό της , εγώ έμεινα εδώ, εσύ εκεί και η ζωή συνεχίζεται…

434

XIII.

Η αρκούδα γυρνούσε στο δάσος και κάποια στιγμή ζαλίστηκε και είπε να βρει ένα μέρος να ξαποστάσει. Βρήκε ένα καφενείο μα η μόνη καρέκλα δίχως κώλο επάνω της, ήταν στο τραπέζι που καθόταν το σαλιγκάρι. Κάτσε αρκούδα, της είπε και εκείνη κάθισε. Τι να κεράσω αρκούδα? Ρώτησε ο σαλίγκαρος… Άντε γαμήσου, απάντησε εκείνη. Ο σαλίγκαρος εκνευρισμένος αλλά αρκετά ψύχραιμος της είπε… Θα σου έκοβα το λαρύγγι με το στιλέτο μου, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 258 παράγραφος 2ε και 2ζ του δασικού κώδικα, απαγορεύεται ο φόνος, η αιχμαλωσία, η κατοχή και η έκθεση σε δημόσια θέα της αφεντιάς σου…

snail

XIV.

Ένα δειλινό του Αυγούστου, ο σκίουρος έφαγε κρεμμύδια και η ανάσα του σκότωσε την αγάπη μας. Ο ασβός ρεύτηκε την τονοσαλάτα που του μαγείρεψε η αλεπού και η χελώνα έπινε υποβρύχια στο στέκι παρέα με την οχιά και η ζωή συνεχίζεται και η ζωή συνεχίζεται…

ryryye

XV.

Κάποτε στο στέκι του καρχαρία, βρέθηκε ένας λύκος, πρώην χωροφύλακας να τα πίνει. Όταν ήρθε η ώρα να πληρώσει, άρχισε να πουλά μαγκιά έχοντας στα μυαλά του τις παλιές ένστολες μέρες του. Μια παρέα ασβών αντιεξουσιαστών, τον έβγαλαν έξω το λύκο με σπρωξιές και τον έσπασαν στο ξύλο. Την ώρα που προσπαθούσε να σηκωθεί, τρώει μια κλωτσιά στα πλευρά από ένα πρόβατο και του πε “σήκω φύγε κερατά… εμείς εδώ δεν γαμάμε τσάμπα το μουνί”.

3325265w

XVI.

Ήτανε σούρουπο και η χελώνα γύρναγε στο σπίτι της πιωμένη. Στο δρόμο συναντάει το  λαγό που ‘τανε σπινταρισμένος και άρχισε να της πουλάει τσαμπουκά. Η χελώνα τότε τον προκάλεσε σε αγώνα δρόμου. Στάθηκαν δίπλα-δίπλα, όρισαν το σημείο τερματισμού και η χελώνα μαχαίρωσε στην πλάτη το λαγό 15 φορές σκοτώνοντας τον και μετά γύρισε στο σπίτι της.

3324252

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Μικάλεφ «Σάπιες ιστορίες» 2013

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τα Παιδιά της Παλαιότητας – Θέμα: Αποχαιρετιστήριο

Βίντεο από το άλμπουμ «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες»

Ο Παντελής απ’ τους Κόρε Ύδρο με το νέο του σχήμα «Τα Παιδιά της Παλαιότητας»… δεν έχω λόγια… τους λατρεύουμε!

Ακούστε εδώ τα 12 τραγούδια από τις κατακόμβες… http://innerear.bandcamp.com/album/12

Ραντεβού τον Σεπτέμβρη…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μετά από μια ολίγον τι «ψόφια περίοδο» οι εκδόσεις μας και η σελίδα μας θα επιστρέψουν ξανά από Σεπτέμβρη αρκετά ζωντανές, ξανά στη ζωή και τέτοια… Αλλαγές στη ζωή, αλλαγές στους ανθρώπους, αλλαγές στο κόσμο, αλλαγές… Τα σκατά να κυβερνάνε, οι φασίστες τη δουλειά τους, το ποτάμι να κυλάει, η ελιά να κλαδεύεται, ο Άγιος να μας σώσει, πόλεμος να μας λένε ότι καραδοκεί σε κάθε γωνιά, κεφάλια να κόβονται από χριστιανούς, μουσουλμάνος & τον Άι Βασίλη, τα μέσα μαζικής μαλάκυνσης να έχουν  ξεφύγει εντελώς… Και κάπου εδώ έρχομαι εγώ και εσείς να γράψουμε ξανά καμιά αράδα… Τα λέμε λοιπόν σύντομα… Καλά να είμαστε και να μην κοιτάμε μόνο ΤΟ(ν) ΚΟΛΟ μας… Ραντεβού τον Σεπτέμβρη.

 

Γιώργος Μικάλεφ