Ο Κροκόδειλος του Goethe…
Agnus Hominophagus…
«Romeo was a Jerk – The easy sessions» free download
FREE DOWNLOAD – PROMO SESSION CD – NOT FOR SALE! Romeo was a Jerk – The easy sessions
Promo demo D.I.Y. recorded in the practice room
…
Κατεβάστε το δωρεάν από εδώ:
http://www.mediafire.com/download/6o7m73vgf3llenf/Romeo_was_a_Jerk_-_The_easy_sessions_CD.zip … η σελίδα τους στο φουμπού: www.facebook.com/romeowasajerkband … bandcamp
κατά χρηστών ηθών Θανάσης Πάνου «κατά χρηστών ηθών»
ποίηση – οπτικοποίηση: Θανάσης Πάνου
«κατά χρηστών ηθών»
artwork-imeros
music:αντώνης λυμπερίδης-θανάσης πάνου
…
Η βεβήλωση ενός παιδικού παραμυθιού είναι η συμβολική ρήξη με την ευρύτερη συζυγία όλων των καταπιεστικών, γελοίων ή σοβαρών συμβόλων της εξουσίας που έχουν καθιερωθεί και περιβάλλουν κρυμμένα ευφυέστατα …παντού.
…
Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου Art-Imeros Thanasis Panou
Τα Παιδιά της Παλαιότητας – Μνήμες ’85

http://inner-ear.gr/catalogue/artist/ta-pedia-tis-paleotitas/12-tragoudia-apo-tis-katakomves/
«Ο ΚΩΛΟΣ ΤΗΣ ΜΠΟΥΖΟΥ» του Θανάση Πάνου

Ο αγώνας της είχε γίνει πια στοίχημα ζωής. Κήρυξε ξανά τον πόλεμο και αποφασισμένη για την νίκη έσπασε τον καθρέπτη της που εξυμνούσε τον λαϊκισμό της χλιδής. Ότι και να έτρωγε γλίστραγε μέσα στο σώμα της σε ένα ταξίδι που οδηγούσε κατευθείαν στον κώλο της. Είτε πρωινό εμπλουτισμένο με φυτικές ίνες είτε μεσημεριανό χωρίς ψωμί , προσγειωνόταν πάντα εκεί, στο ίδιο σημείο που μεγάλωνε συνεχώς , που λες ότι ήταν ένα αχόρταγο τερατάκι ανεξάρτητο από τα άλλα μέρη του σώματός της που ζήταγε όγκο, γεννημένο με μόνο σκοπό να τη μετατρέψει σε Πούλμαν .
Ο κώλος είχε έτσι συνδεθεί στο μυαλό της με το ρήμα βασανίζω και διατάρασσε συνεχώς την εσωτερική ειρήνη και αρμονία που αποζητούσε στον αγχωτικό βίο της. Καθημερινά , κάθε βήμα της ήταν ένας μεσαίωνας ένας μακάβριος χορός με την τροφή όπου ο ρυθμός του επιβάλλει την ίδια σφαγή της αυτοπεποίθησης της. Ο εφιάλτης είχε κυριέψει όλες τις σκέψεις της σε σημείο που όταν ξάπλωνε στον καναπέ τον ένοιωθε σαν ένα κομμάτι από ψωμί ή κράκερ όπου επάνω του αναπαύεται με ηδονή κάποιος μεζές από τυρί , κρέας ή κάποια ακαθόριστη αλοιφή. Αυτό όσο την φρίκαρε άλλο τόσο άνοιγε την όρεξη του όπισθεν εχθρού.
Το όνομα της το είχε ξεχάσει, πίστευε πια ότι την φωνάζουν όλοι Μπουζού, δηλαδή μπουζουριάζω και κατ΄ επέκταση ευμεγέθη κωλάρα , τσέπη φαγητού κοιλιά και φυλακή άναρχων κώλων. Έτσι η Μπουζού το μόνο που άκουγε είναι ότι μπουζουριάζει οτιδήποτε , είτε είναι τροφή είτε ευχή και αυτός ήταν ο κυκεώνας της. Είχε βέβαια δοκιμάσει ότι την τροφοδοτούσαν καθημερινά οι φίλες της που παραδόξως είχαν και αυτές ευμεγέθεις κώλους αλλά θεωρούσαν ότι τους είχαν υπό έλεγχο και σε πλαίσια ερωτικά . Οι φόρμες αδυνατίσματος δεν άλλαζαν το σύνολο των προδιαγραφών παρά τις συνεχείς διαδρομές σε όλα τα μέρη του σπιτιού της και αυτή η συνεχής κίνηση δεν επηρέαζε διόλου την αεροτομή και χωρητικότητα του οπίσθιου κινητήρα της.
Η τιτανομαχία του κώλου ξεκίνησε έτσι με ποιητικό τρόπο με ευγενείς και ακριβείς χρηματικές προσφορές στη βιομηχανία της δίαιτας που δεν δίσταζε να προσφέρει χημικές ενώσεις αλλά και χαβιάρι ως σωτήριο ελιξίριο λόγω του προφανούς μικρού μεγέθους του αλλά και της ιαματικής τιμής ανά βαζάκι με τα 132,5 διαιτητικά μαύρα σπυριά μέσα. …. Ξέρετε, αυτό το μαύρο που βγαίνει από το ψάρι οξύρρυγχος που είναι σαν βερνίκι παπουτσιών… και έχουν βαρεθεί να τρώνε κάθε ημέρα κυρίως οι πιο φτωχοί που και γι αυτό δεν έχουν κώλο. Έτσι και η Περσία λόγω της Κασπίας θάλασσας είχε γίνει και ο αγαπημένος τροφοδότης της . Μετά τις αλλεπάλληλες ήττες και το μεγάλωμα του κώλου οι διάσημες δίαιτες της μιας εβδομάδας αντικατάστησαν παραδοσιακούς τρόπους μάχης, εν ‘ όψη του καλοκαιριού που αποτελούσε το μεγάλο στοίχημα. Αναμειγνύοντας κρασί , αλεύρι από κριθάρι , τριμμένο κατσικίσιο τυρί, μέλι , άνθη, λειωμένο κεχριμπάρι, διακοσμητικά φυτά, μουστάρδα ως και κρεμμύδια , βρήκε την πικρή παρηγοριά ενάντια στις φέτες του ψητού κρέατος τις «εγκλωβισμένες» μεταξύ δύο αναλόγου μεγέθους , φετών ψωμιού. Μετά και από αυτές τις μάχες τίποτε δυστυχώς δεν άλλαζε εκτός ίσως από τα αέρια της, η οσμή και η καυστικότητά των οποίων την απέτρεπε και από ερωτικές σκέψεις εξαιτίας του αντιερωτικού διχλωροαιθυλίου που εξέπνεε ο όπισθεν σιαμαίος αντίπαλος. Στο τέλος κατέφυγε στην αντιαρματική ρουκέτα , εκτοξεύοντας άμεσα την τροφή της όπως τα βουλημικά μοντέλα όφειλαν. Με ακόμη πιο εφιαλτικούς συλλογισμούς έφτασε στο σημείο να αναρωτιέται, μήπως ήταν μια καταραμένη ηθοποιός που είναι πρωταγωνίστρια στην κλασική κωμωδία του θεάτρου των χονδρών «η συγκατοίκηση του κώλου».
Απογοητευμένη η Μπουζου από τη ήττα και τον ρατσισμό βγήκε τρέχοντας από την πόλη , πέρασε το λιμάνι δακρυσμένη, έτρεχε και έτρεχε στη μέση του δρόμου κουβαλώντας αυτό το φορτίο κώλου που την στοίχειωνε και που όσο και να έτρεχε δεν μπορούσε να πέσει κάπου και να χαθεί ή να του ξεφύγει . Αυτή η φυγή από την πόλη την έφερε στον άγνωστο βάλτο στην αρχή του αιωνόβιου δάσους που γέννησε και τον άνθρωπο και κουρασμένη πλέον κάθισε να αφουγκραστεί τους ήχους της φύσης. Ο γέρο- βάτραχος δίπλα της, της θύμισε το γνωστό παραμύθι και δεν δίστασε. Τον σήκωσε στα χέρια της και τρυφερά τον φίλησε. Φυσικά όπως κάθε τέλος παραμυθένιο οφείλει , αυτός έγινε πρίγκιπας πανέμορφος την κοίταξε γλυκά και τις σιγοψιθύρισε ερωτικά τις πιο ποθητές λέξεις : «έχεις πανέμορφα οπίσθια πριγκίπισσα μου…» Ο έξωθεν της χώρας πρίγκιπας έλεγε την αλήθεια.
Επιμύθιον: Από την άλλη ενώ όλη η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο μπαϊρι , ενώ η αληθινή ζωή βρίσκεται σε ομηρεία και μας αναγκάζει να ψάχνουμε τις τσέπες μας ένας ολόκληρος λαός νοιώθει εξοικειωμένος με τον κώλο της Μπουζού. Σε λίγο θα είμαστε τόσο εξοικειωμένοι που δεν θα συνειδητοποιήσουμε ότι το τρέξιμο έξω από την πόλη έριξε τον κώλο της Μπουζού και όχι το μαγικό φιλί του εκτός της πόλης – κράτους πρίγκιπα.
Θανάσης Πάνου
links:
Για Τον Μικρό Μου Φίλο… του Γιώργου Μικάλεφ
Ήταν το μεσημέρι μιας ανοιξιάτικης μέρας που ξεκίνησε με δυνατό πονοκέφαλο και ένα σωρό ανούσιες υποχρεώσεις. Στο τραπέζι της κουζίνας ο μικρός μου φίλος, που δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του, μου εξομολογήθηκε ότι τα παιδιά στο σχολείο τον κοροϊδεύουν. Του βγάλανε και κάποιο όνομα που εκείνη τη στιγμή δεν το θυμόταν ή πιο πιθανό να ντρεπόταν να το αναφέρει. Τον ρώτησα πόσα ήταν αυτά τα παιδιά και μου απάντησε…
-Πολλά
-Όταν λες πολλά πόσα? 20?
-Όχι πιο λίγα
-30?
-Όχι πιο λίγοι
-10?
-Πιο κάτω.
-Πέντε?
-Ναι!
Προσπάθησα να τον καθησυχάσω λέγοντας του ότι τα παιδιά σε αυτή την ηλικία πολλές φορές μπορεί να είναι σκληρά και δεν καταλαβαίνουν και άλλες τέτοιες μαλακίες που το φοβισμένο μυαλό ενός οχτάχρονου δεν χαμπαριάζει με τέτοια επιστημονικά… Μόλις συνειδητοποίησα ότι αυτά που έλεγα δεν είχαν κανένα νόημα για τον μικρό μου φίλο, τον καθησύχασα πραγματικά λέγοντας του ότι θα πάω στο σχολείο στο δεύτερο διάλλειμα να τακτοποιήσω το θέμα. Τότε ο μικρός ηρέμισε και επιτέλους ξεκίνησε να τρώει ένα μεγάλο κομμάτι πίτσα.
Το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να σπάσει και το στομάχι μου ήταν σε μαύρα χάλια. Έφτιαξα μια ζεστή σοκολάτα και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν τα πουλιά απ’ έξω και ο μικρός στον υπολογιστή που έπαιζε ένα παιχνίδι με πρόβατα. Ξάπλωσα ανάσκελα και έκλεισα τα μάτια μου. Δεν την πάλευα με τίποτα. Κατέβασα τη σοκολάτα μου με τρεις ρουφηξιές και άρχισα να σκέφτομαι…
Μετά από μισή ώρα κουράστηκα να σκέφτομαι και σταμάτησα…
Το πρωί ο μικρός πήγε σχολείο χαρούμενος. Μού είχε εμπιστοσύνη. Πίστευε πως η παρέμβαση μου θα άλλαζε το καθημερινό του μαρτύριο. Δεν έπρεπε να τον απογοητεύσω… Πήρα τηλέφωνο τον Τζίμη.
Το κουδούνι χτυπάει. Τα παιδιά ορμάνε στην αυλή χαρούμενα φωνάζοντας. Τα παιχνίδια αμέσως ξεκίνησαν. Κυνηγητό η τρίτη τάξη με τη Δευτέρα, οι πιο μεγάλοι μπάσκετ και άλλοι παίζανε μήλα. Δυο περίεργες φιγούρες εμφανίζονται στο χωμάτινο δρομάκι στο πλάι του Δημοτικού σχολείου. Ο υποφαινόμενος με μια γελοία πλαστική μάσκα σκύλου και ο Τζίμης με μια τρομακτική λαστιχένια μάσκα λυκάνθρωπου. Με την σκυλήσια όσφρηση μου οσμίστηκα τα πέντε αρχίδια που πουλούσαν τσαμπουκά στον μικρό. Τα έδειξα στον Τζίμη με το μυαλό μου. Δεν χρειαζόταν δεύτερη κουβέντα…
Πηδήξαμε τα κάγκελα και βρεθήκαμε μέσα στην αυλή. Τα παιδάκια μας κοιτούσαν με απορία. Δεν έπρεπε να χάσουμε χρόνο. Ορμήσαμε τρέχοντας προς τα πέντε αρχίδια που μας κοίταξαν και γέλασαν με τις μάσκες μας. Ένα μας έδειξε και κάτι πήγε να πει αλλά δεν πρόλαβε… η κλωτσιά που έφαγε στο στομάχι ήταν αρκετή για να το βουλώσει. Ο Τζίμης άρπαξε το πιο αδύνατο από τα πέντε και αφού το γύρισε τρεις φορές στον αέρα το πέταξε στις βατσουνιές. Αυτό γεμάτο αγκάθια έβαλε τα κλάματα και ούρλιαζε προσπαθώντας να ελευθερωθεί από τα βάτα. Την ώρα που χάζευα το μαλακισμένο με τα αγκάθια, έφαγα μια γερή κλωτσιά στα αρχίδια και λύγισα… άρπαξα το μικρό γαμήδι, του κατέβασα τα βρακιά και του έριξα μια γερή γροθιά στο μάτι. Έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε μέχρι να φύγουμε.
Μέσα στη μάχη τα παιδιά γύρω-γύρω ούρλιαζαν, γελούσαν, άλλα κλαίγανε και κάποιοι μικροί ρουφιάνοι τρέξανε στο γραφείο να ζητήσουν βοήθεια. Ο μικρός μου φίλους κοιτούσε διακριτικά από απόσταση με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης. Για σένα μικρέ, είπα από μέσα μου καθώς κυνήγησα το μικρό κάθαρμα που πήγε να ξεφύγει και του έριξα μια τρικλοποδιά. Εκείνο σύρθηκε στην άσφαλτο γδέρνοντας άσχημα τα γόνατα του. Δεν το λυπήθηκα… Την ίδια ώρα ο Τζίμης σώριαζε καταγής τον τελευταίο της συμμορίας μετά από μια άγρια μάχη. Εγώ άρπαξα τον δικό μου γδαρμένο αλήτη, τον σήκωσα ψηλά και τον πέταξα πάνω στο κλαιγόμενο αρχίδι που είχα ρίξει πριν μέσα στα βάτα.
Η αποστολή επετεύχθη. Έκανα σήμα στον Τζίμη και αρχίσαμε να τρέχουμε προς τα κάγκελα. Στο δρόμο μας βρέθηκε ο διευθυντής του σχολείου μαζί με τη δασκάλα της έκτης. Ο Τζίμης ο λυκάνθρωπος έβγαλε από τη μέση τον χοντρομαλάκα με μια αεροκλωτσιά και εγώ αντιμετώπισα την νεαρή δασκάλα με μια γροθιά στο όμορφο γαλακτερό πρόσωπο της. Πηδήξαμε τα κάγκελα με ένα αξιοζήλευτο ακροβατικό σάλτο και χαθήκαμε στο δρομάκι και μετά κρυφτήκαμε μέσα στον σκοτεινό υπόνομο.
Την ίδια μέρα τα κανάλια βούιξαν. Όχι μόνο του νησιού αλλά και ολόκληρης της χώρας. Όλοι έλεγαν για την παράδοξη, άλογη, αισχρή και θρασύτατη επίθεση σε μαθητές και εκπαιδευτικούς δημοτικού σχολείου από τραμπούκους της δεξιάς.
Για μας όμως δεν ήταν έτσι… Εμείς χτυπήσαμε το θεσμό στα αρχίδια. Κάναμε τον μικρό μας φίλο περήφανο. Τώρα πια δεν φοβάται να πάει στο σχολείο, ούτε μένει νηστικός τα μεσημέρια. Τα πέντε άτριχα αλλά μελανιασμένα αρχίδια, παρακολουθούν ακόμα ψυχολόγους, δεν μιλάνε ιδιαίτερα και στα διαλείμματα κάθονται μέσα στην τάξη αμπαρωμένα…
Γιώργος Μικάλεφ
*Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Μικάλεφ «Σάπιες ιστορίες» 2013
Τραγούδια για Σοφίες
*Για λάθη και παραλήψεις στείλτε μας να διορθώσουμε/προσθέσουμε…
Με λένε Αλέξη σε λένε Σοφία (Γαρδέλης)
“Με λένε Αλέξη σε λένε Σοφία
κρατάω τα αστέρια κρατάς την αυγή
ο κόσμος κοιμάται παντού ησυχία
και εμείς περπατάμε μονάχοι στη γη
Με λένε Αλέξη σε λένε Σοφία
κρατώ μια κιθάρα, κρατάς μια καρδιά”
Ανδρεικελιάζεσαι (Χατζηφραγκέτα)
“ Γι’ αυτό ξυρίστηκα και έγινα άνθρωπος
δουλεύω τώρα και στου Παπαγεωργίου
με τα καλοριφέρ και τα πλυντήρια
τέρμα, τελειώσαμε Σοφία Αργυράκη”
Σοφία (Στέλιος Πισής-Κλείτος Πισής)
Σοφία
ξέρω πως δε θα καταλάβεις
αυτά που θέλω να σου πω
ύστερα όμως θα το νιώσεις
όταν πια θα ‘χεις μεγαλώσει
το πόσο τώρα σ’ αγαπώ
Σοφία (Γιώργος Κουτσούρης)
Τα μάτια της κοιτάν ψηλά
Γα να βρουν την αγάπη που της ‘κλεψαν οι αγγέλοι
το όνομα μου είναι Σοφία (Σοφια Αρβανίτη)
Το όνομα μου είναι Σοφία
Μωρό μου χάρηκα πολύ
Μια καινούρια γνωριμία
Που δε θέλω να τελειώσει το πρωί





