Η ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗ VOLK …του Θανάση Πάνου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η ζωή θα έλεγε κανένας, ότι είναι διεστραμμένη.

Στην επαρχία τα φυτά ανθίζουν και οι άνθρωποι μαραίνονται. Το χώμα γίνεται λάσπη και η λάσπη τροφή. Σε ένα χωριό γεννήθηκε ένα παιδί, που έπαιζε, ονειρευόταν σαν όλα τα παιδιά, διψούσε σαν όλα τα παιδιά της επαρχίας που πιστεύουν πως υπάρχει κάπου αλλού, κάτι άλλο, ένα μυστικό καλά κρυμμένο. Επαρχία και χωριό σημαίνει στέρηση και ανέχεια.

Το παιδί πήγε στο σχολείο, έμαθε γράμματα »του Θεού σπουδάγματα» κι έπειτα… Στα χωράφια η ζωή είναι δύσκολη, ο βίος επίπονος και για ένα παιδί που ονειρεύεται. Ο αδελφός του, ο μεγάλος είχε φύγει για »έξω». Μετανάστης…για να προκόψει. Να βγάλει λεφτά, να γίνει κάποιος. Να ζήσει σαν άνθρωπος. Τα λεφτά δεν έχουν καμιά σχέση με τον άνθρωπο, με την ουσία του ανθρώπου, αλλά όλοι οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν λεφτά. Μερικοί, οι πιο πολλοί, το θέλουν πιο πολύ. Ο αδελφός και το παιδί είχαν ακούσει από τους γέροντες τα γνωστά παραμύθια για εκείνους τους ζάμπλουτους που, δήθεν είχαν ξεκινήσει με τρύπιο παντελόνι και με τον ιδρώτα του προσώπου τους γινήκανε λεφτάδες.

Το παιδί άκουγε τον αδελφό του που καταλάβαινε πιο πολλά, πως ήθελε -ονειρευόταν- να γίνει πλούσιος. Να γυρίσει κάποτε στο χωριό του με κοστούμια και λουστρίνια και αμάξι <πού να φυσάει> για να τον θαυμάζουν όλοι. Άκουγε το παιδί τον μεγάλο αδελφό, πως θα τον <έκανε βόλτα> με το αμάξι , αυτόν πρώτα από όλους και το παιδί δάκρυσε από τη λύπη που τον έχανε.

 Ο αδελφός γέλασε στον μικρό και του έδωσε ένα πολύτιμο δώρο, που χάραξε το παιδικό μυαλό. Ήταν ένα δαχτυλίδι, ίδιο ακριβώς με αυτό που φορούσε και εκείνος.

 Έφυγε λέγοντας μια τελευταία φράση, << θα περάσω ότι είναι να περάσω, το ίδιο και εσύ και όταν έρθει ο καιρός θα συναντηθούμε στην άκρη του τούνελ>>.

Και το παιδί έβλεπε τον αδελφό του να φεύγει και ήξερε πώς έφευγε για πολύ καιρό. Είχε χωρίσει και με την κοπέλα του –αυτή του επέστρεψε το δαχτυλίδι- το δαχτυλίδι που φορούσε τώρα στο χέρι του ο μικρός.

Το παιδικό μυαλό σκεφτότανε « έφυγε ο αδελφός μου, χώρισε με την κοπέλα του –μου έλεγε ότι δεν θα την άφηνε ποτέ –άφησε τους γονείς μας και εμένα και πήγε « έξω», εκεί που είναι πολύ μακριά. Θα έρθει όμως κάποια μέρα που θα γυρίσει, γιατί με αγαπάει και θα είναι και πλούσιος.

Μα τα χρόνια περνούν…

Στον κεντρικό τοίχο της αίθουσας, ήταν πίνακες ζωγραφικής με σταυρωμένους Κλόουν.

Θύμιζαν πίνακες του μεγάλου εξπρεσιονιστή Λανάροφ. Η παράσταση που κοιτούσε, ήταν μια παραμορφωμένη μορφή με μάτια κουρασμένα που μέσα τους καθρεπτιζόταν η παράσταση ενός θλιμμένου παιδιού. Κοίταξε τα μάτια στο βάθος και η παράσταση του φάνηκε πως ήταν ο ίδιος ο θάνατος.

Έσφιξε μέσα από το σακάκι την ζώνη με το όπλο του και προχώρησε προς την έξοδο.

Αυτή η έκθεση ζωγραφικής των συναδέλφων του Εγκληματολογικού ήταν καταθλιπτική.

 Πήγε στο σπίτι του για να ξεκουραστεί. Ήταν κιόλας τρεις το μεσημέρι. Άνοιξε το ψυγείο και κατέβασε γρήγορα δυο-τρείς γουλιές μπέρμπον. Ήταν το τελευταίο μπουκάλι και έπρεπε να φροντίσει για νέα εφόδια. Τώρα όμως χωρίς ούτε ένα ποτό… ήπιε δυο ηρεμιστικά και ξάπλωσε. Η κατάστασή του επιδεινώνεται. Τα όνειρα του διακόπτονται τώρα από μικρότερα εμβόλιμα όνειρα. Χτύπησε το τηλέφωνο ενώ μέσα στο όνειρο του βρισκόταν στον τελευταίο πίνακα ζωγραφικής της εικαστικής έκθεσης του εγκληματολογικού.

– Εμπρός

– Κύριε επιθεωρητά,  έρχομαι σε πέντε λεπτά να σας πάρω.

– Έχουμε κανένα… ευχάριστο?

– Ένα πτώμα αποσυντεθειμένο, ψαρεμένο στην λίμνη.

– Και το έγραφε το ζώδιο… <βλέπω μια ανήσυχη βραδιά> Λες και δεν το ήξερα.

-Ήταν δυνατό να μην συμβεί κάτι? Οι δημοσιογράφοι το έμαθαν?

– Όχι ακόμα. Έρχομαι να σας πάρω.

Το περιπολικό έτρεχε έξω από την πόλη, προς το μέρος της λίμνης.

– Πήγατε στην έκθεση ζωγραφικής?

– Ναι, ήταν απαίσια… Τι ξέρουμε για το πτώμα?

– Βρέθηκε από έναν ψαρά δεκαοχτάρη, που έπαθε μάλιστα και μια κρίση πανικού.

– Άνδρας?

– Θα δούμε, δεν αναγνωρίζεται το πτώμα. Πάντως έχει πλούτο επάνω του, δαχτυλίδια, διαμάντια και τέτοια.

– Έτσι λοιπόν ξύπνησε το ενδιαφέρον για το εγκληματολογικό…
– Μάλλον κύριε επιθεωρητά. Για να μας δώσουν την υπόθεση δεν θα πρόκειται για το πτώμα κανενός αλήτη, αλλά μάλλον πλουσίου, με ποιος ξέρει τι σκοτεινά κίνητρα για το φόνο από πίσω.

– Μπράβο Τόμας! Βλέπω πως αρχίζεις και συνδυάζεις τις προηγούμενες υποθέσεις μας με το τι μας δίνουν στη Βρομοδουλειά. Χμ! Να ασχοληθούμε με το χειρότερο είδος ανθρώπων, αυτών που τρέφονται από το είδος τους…

Όταν το έβγαλαν στην όχθη το πτώμα ήταν είδη αποσυντεθειμένο. Σκέφτηκε πως όλα τα σώματα είτε καπιταλιστές είτε αριστεροί, είναι ίσα απέναντι στο θάνατο… βρωμάνε το ίδιο. Η μακριά παραμονή του πτώματος στην λίμνη του είχε δώσει την όψη μιας διάφανης βλεννώδους μάζας. Δεν ήταν τόσο η αποσύνθεση όσο εκείνη η σκοτεινή μορφή, που πάγωσε τον επιθεωρητή. Όλες οι γραμμές και όλα αυτά που προεξείχαν στο πρόσωπο και στο κορμί ήταν ροκανισμένα, τριμμένα και φαγωμένα. Το κρανίο έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο που πάνω του φύτρωναν υγρές ανακατεμένες τούφες μαλλιών σαν μπερδεμένα μακριά φύκια…
Είχε αρχίσει λοιπόν η έρευνα. Ο επιθεωρητής είχε δικά του στοιχεία, την βλεννώδη μάζα και τέσσερα δαχτυλίδια, αξίας πέντε εκατομμυρίων από λευκό χρυσό τα τρία, ενώ το τέταρτο ήταν διαφορετικό και μικρής αξίας. Τα λασπωμένα διαμάντια έκαναν τα δάχτυλα , ή μάλλον τις μελανιασμένες σάρκες των δαχτύλων να φαίνονται σαν ένα κακόγουστο ζευγάρωμα της ομορφιάς και της ασχήμιας. Οι άνθρωποι του επιθεωρητή βάλανε σε πλαστικά σακουλάκια τα δαχτυλίδια και άφησαν για τους τύπους του νεκροτομείου τα υπόλοιπα.

-Φέρτε τα στοιχεία στο γραφείο μου.

– Μάλιστα κύριε επιθεωρητά.

– Λοιπόν ! Από πού να αρχίσουμε?

– …έχουμε μόνο τα δαχτυλίδια.

– Από τον ιατροδικαστή ?

– Τίποτα, απολύτως τίποτα! Το πτώμα δεν είναι από την πόλη μας και σίγουρα δεν είναι σεσημασμένος, όπως δείχνουν τα αρχεία μας.

– Τα δαχτυλίδια ποιος τα εξέτασε?

– Εγώ κύριε επιθεωρητά. Είναι μεγάλης αξίας τα τρία ενώ το τέταρτο είναι το περίεργο,

– Δηλαδή ?

– Είναι μικρής αξίας και δεν έχει ούτε καν αισθητική ομοιομορφία με τα άλλα.

– Μάλιστα! Πολύ καλό αυτό. Δαχτυλίδι λοιπόν με συναισθηματική αξία. Εκεί πρέπει να στραφούμε τώρα.

Βγάλανε τα δαχτυλίδια από τα σακουλάκια και τα κοσμήματα χωρίς τις μελανιασμένες σάρκες πάνω στις οποίες τα είχε πρωτοδεί ο επιθεωρητής, τον θαμπώσανε. Ως εκεί όμως… Το χέρι του, ακουμπισμένο επάνω στο γραφείο και δίπλα στα τέσσερα δαχτυλίδια, συγκέντρωσε τα μάτια όλων των αστυνομικών. Στο χέρι του επιθεωρητή ήταν περασμένο ένα δαχτυλίδι ίδιο ακριβώς με το τέταρτο , αυτό του άγνωστου πτώματος.

Ο επιθεωρητής έφυγε τρέχοντας από το γραφείο του και άφησε πίσω του, μέσα στη σιωπή , τους έκπληκτους συναδέλφους του.
Το σπίτι ήταν φρικτά άδειο. Ήπιε από το μπουκάλι μπέρμπον που μόλις είχε αγοράσει και άρχισε να ντύνει με την φαντασία του την βλεννώδη μάζα με σάρκα, αναπαριστώντας το πτώμα πριν την αποσύνθεση. Αισθανόταν κρύο από μέσα του και το δάχτυλο που φορούσε το δαχτυλίδι τον έκαιγε φοβερά.

Είδε το χέρι με τα διαμάντια να κινείται, να βγαίνει από το νερό της λίμνης και μετά ολόκληρη την φιγούρα να αγωνίζεται να σταθεί όρθια μέσα στη λίμνη , προσπαθώντας να πλησιάσει προς την όχθη. Το κρανίο που έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο ήταν στραμμένο προς το μέρος του και μέσα από τα ροκανισμένα και τριμμένα χαρακτηριστικά του, ένοιωθε πως τον φώναζε. Η διαύγεια της εικόνας τον είχε παγώσει. Φοβήθηκε και δεν ήθελε να συνεχίσει.

Ήταν όρθιος και ακίνητος μέσα στη κουζίνα.

Σε μια κατάσταση σύγχυσης, η πραγματικότητα μπερδευόταν όλο και πιο πολύ με το παράλογο, το παρελθόν ενσωματώνονταν στο παρόν και όλα μαζί γίνονταν ένα τρελό κουβάρι που τύλιγε σφικτά και τον κυλούσε στο δρόμο της παράνοιας. Το παιδί, έσφιξε την ζώνη με το Magnum 357 και άνοιξε άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι.

Είχανε περάσει περίπου σαράντα χρόνια και το παιδί , πενηντάρης πια, ήταν ένας πετυχημένος επιθεωρητής του εγκληματολογικού,   ο επιθεωρητής  VOLK.

Το παιδί στο χωριό είδε να πεθαίνουν οι γονείς του, είδε να μην έρχεται ο μεγάλος αδελφός του και είδε να μένει τελείως μόνος. Στα χέρια του είχε μόνο ένα γράμμα του, το μοναδικό που είχε στείλει. Έφυγε από το χωριό του, περιπλανήθηκε σε ξένους τόπους μέσα στον  χρόνο και έφτασε στα πενήντα του, ένας επιθεωρητής ευσυνείδητος, το πρώτο όνομα στο εγκληματολογικό. Ο επιθεωρητής όμως τον αδελφό του δεν μπόρεσε να τον βρει ποτέ. Αισθανόταν πάντα αποτυχημένος και ποτέ δεν τον άγγιζαν τα «μπράβο» των ανωτέρων του, για τις υποθέσεις που ξεκαθάριζε. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην ησυχάσει αν δεν βρει τον αδελφό του. Αυτή η ελπίδα τον κρατούσε πάντα αφοσιωμένο στη δουλειά του με μόνη συντροφιά το Μπερμπον  και τα ηρεμιστικά του.  Το παιδί ήπιε και , παρά την θέλησή του ξαναγύρισε στην αναπαράσταση.    Οι εικόνες ξαναζωντάνευαν και το πτώμα γεννιότανε κομμάτι-κομμάτι, σιγά-σιγά και άρχιζε να αποκτά χαρακτηριστικά. Είχε συγκεντρώσει πια, όλη την προσοχή του στην παράσταση, που την έβλεπε με όλο και πιο μεγάλη ένταση να ζωντανεύει μπροστά του. Σκέφτηκε πως αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο και τρομαχτικό παιχνίδι που του είχε παίξει ποτέ η φαντασία του. Έκλεισε τα μάτια σε μια τελευταία προσπάθεια να τα σταματήσει όλα.

– Αδελφέ μου !  Η ξένη φωνή, του γέμισε το κεφάλι και έντρομος άνοιξε τα μάτια του. Η διαύγεια της εικόνας τον τρόμαξε και πετάχτηκε  όρθιος. Στα δύο βήματα μπροστά του βρισκόταν η εικόνα του αδελφού του που τον κοιτούσε χαρούμενος. Τα μελαγχολικά μάτια όμως, έκαναν την καρδιά του να κλωτσήσει και την σκέψη του να παγώσει.

– Δεν είναι δυνατόν …όχι!

– Δεν θα ήθελα αδελφέ μου να με έβλεπες νεκρό, αλλά … να ξέρεις πως δεν σε ξέχασα ποτέ μου και πάντα ονειρευόμουν τη στιγμή που θα σε ξαναέβρισκα.

– Δεν μπορώ να καταλάβω… το δαχτυλίδι… το πτώμα… εσύ, γιατί τόσο αργά?

– Αργά … σου είχα υποσχεθεί ότι θα γύριζα πλούσιος, ότι θα ήσουν περήφανος για τον αδελφό σου. Είναι τόσο αργά τώρα. Ξέχασε τα όλα σε παρακαλώ. Ήξερα που ήσουν, ποιος ήσουν, μα δεν ήθελα να ντρέπεσαι για μένα. Τώρα λοιπόν αδελφέ μου, άσε με να ηρεμήσω και σταμάτα τις έρευνές σου. Άσε με να πάρω μαζί μου ένα μυστικό που αν το μάθαινες, θα σε σκότωνε.

– Μα τι κακό θα μου έκανες? Έγινες πλούσιος, είπες, χωρίς παρανομίες αλλά παρ’ όλα αυτά κρυβόσουν. Γιατί δεν ήρθες να με βρεις? Πως και δεν σε βρήκα εγώ που ερευνούσα πάντα για σένα?
Ο αδελφός του τον κοιτούσε αλλά τα χαρακτηριστικά του, γίνονταν συνεχώς πιο παιδικά, ώσπου έφτασαν στην ηλικία που ήσαν παιδιά, τότε που έπαιζαν μαζί ξέγνοιαστα. Μπροστά από τον επιθεωρητά στέκονταν τώρα, ο αδελφός του στην ηλικία του παιχνιδιού και της χαράς. Του έγνεψε να κάτσουν κάτω και να παίξουν. Ο επιθεωρητής πλησίασε, έκατσε και άρχισε το παιχνίδι…
Στο γραφείο του επιθεωρητή, οι συνάδελφοί του ήταν ευχαριστημένοι από την επιτυχία τους. Είχαν κλείσει μόνοι τους την υπόθεση και το μόνο που τους έμενε ήταν να τον πάρουν τηλέφωνο.
– Είδε το τέταρτο δαχτυλίδι που ήταν ίδιο με το δικό του και θα παρομοίασε το νεκρό με τον εαυτό του. Πίνει πολύ τώρα τελευταία

… Πρέπει να τον βοηθήσουμε ως συνάδελφοι και ως φίλοι. Ποιος θα πάρει να του πει τα ευχάριστα?

Οι άλλοι συμφώνησαν και ο Τόμας σήκωσε το τηλέφωνο. Το τηλέφωνο χτύπησε και ο επιθεωρητής σαν να βγήκε από λήθαργο, πετάχτηκε όρθιος. Ένοιωσε σαν να χόρεψε κάποιος κλακέτες στο πρόσωπό του. Ο αδελφός του συνέχισε να παίζει ανέμελα και χωρίς να δίνει σημασία στην ανησυχία του. Σήκωσε το τηλέφωνο, ενώ η παράξενη παγωνιά που τον είχε αγκαλιάσει προηγουμένως, ξαναγύρισε.

– Κύριε επιθεωρητά, πως είστε?

– Καλά Τόμας, αισθάνθηκα μια αδιαθεσία γι’ αυτό έφυγα βιαστικά.

– Όλα εντάξει με την υπόθεση, Επικοινωνήσαμε με το Εγκληματολογικό με την πόλη VAASA και ανακαλύψαμε την ταυτότητα του πτώματος της λίμνης. Η υπόθεση είναι πολύ απλή! Χαίρομαι γιατί δεν θα κουραστείτε με αυτή την υπόθεση μιας και είστε αδιάθετος.

– Λοιπόν?

– Το πτώμα ανήκει στην Λουΐζα. Είναι γνωστό τραβεστί…
Τώρα με τα γεράματα όμως παρά τα πολλά πλούτη  που είχε αποκτήσει αισθανόταν μεγάλη μελαγχολία. Μέσα σε αυτό το χρόνο είχε κάνει δυο απόπειρες αυτοκτονίας. Βρέθηκε στο σπίτι της-του- ένα γράμμα που μιλούσε για την αυτοκτονία και τόνιζε ότι είναι ανώφελο να ψάξουν! Ο δεσμός που είχε πέθανε πριν δύο μήνες. Τώρα, γιατί διάλεξε την πόλη μας?   Ποιος ξέρει… ίσως για να μη βρεθεί η ταυτότητα της.

Το τηλέφωνο έπεσε στο δάπεδο και ο επιθεωρητής γύρισε προς τον αδελφό του. Το παιδικό κορμί είχε μείνει σαν άγαλμα, ακίνητο και μέσα από τις σάρκες του άρχισε να ορθώνεται το πτώμα της λίμνης. Ξαναγινόταν και πάλι σιγά-σιγά, κομμάτι-κομμάτι.

Ο επιθεωρητής ένοιωσε να βυθίζεται βαθιά στα τοπία της τρέλας. Η οπτασία, γύρισε την πλάτη και ξαναγύρισε είδε το πρόσωπό του αδελφού του να έχει γίνει γυναικείο. Τα χείλη έντονα βαμμένα, σαρκώδη, τα ζυγωματικά ψηλά και τονισμένα. Οι βλεφαρίδες μεγάλες, τα μαλλιά μακριά και βαμμένα ξανθιά. Τα χέρια ήταν σταυρωμένα μπροστά στο στήθος για να κρύβουν τη γύμνια του. Το πρόσωπο άρχισε να φωτίζεται και ένα γέλιο έσπασε την ησυχία ενώ τα πλούσια, από σιλικόνη στήθια, αναπήδησαν μέσα στα χέρια που τα έκρυβαν. Ο επιθεωρητής ψέλλισε από μέσα του το όνομα του αδελφού του.

– Χα, χα, χα, λέγε με Λουΐζα, δεν αισθάνομαι καλά με το παλιό μου όνομα … Άλλωστε το έχω ξεχάσει από καιρό …Έχεις γίνει ωραίος άνδρας αδελφέ μου! Δεν ξέχασα ποτέ πως είμαστε δεμένοι … σαν δύο όρχεις … χα! χα!

– Όχι, όχι …ο επιθεωρητής ούρλιαξε και έπιασε ασυναίσθητα όπως σε όλους τους κινδύνους το όπλο του.

– Μα τι λες αγαπημένε μου! Δεν θα σε αφήσω ποτέ πια! Χρειάζεσαι συντροφιά, με έχεις ανάγκη περισσότερο από κάθε τι … είσαι τόσο μόνος… Η Λουΐζα γελώντας όλο και πιο δυνατά άνοιξε τα χέρια και πρότεινε τη γυμνή αγκαλιά της.

– Έχεις εκλάβει για ζωή τα υποκατάστατά της, που στοίβαξες μέσα σου και ξέχασες πως τόσο τρέξιμο μάλλον στην θλιβερή απουσία του έρωτα το χρωστάς.

Ο επιθεωρητής ενώ βρισκόταν ένα βήμα από την αγκαλιά, τράβηξε το 357 magnum. Η οπτασία συνέχισε να γελάει υστερικά και αντί να απομακρυνθεί άρχισε να κλείνει σιγά-σιγά την αγκαλιά της, με αυτόν μέσα. Ο επιθεωρητής έβγαλε ένα ουρλιαχτό και το όπλο του άδειασε μόνο του…

Οι σφαίρες πέρασαν μέσα από το πτώμα της λίμνης, εξοστρακίστηκαν πάνω στη σιδερένια κορνίζα του όρθιου ρολογιού και διαπέρασαν το μέτωπο του επιθεωρητή που στα τοπία της τρέλας είχε χαθεί για πάντα.

Θανάσης Πάνου

 

links
Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου
Art-Imeros Thanasis Panou

Για το Βαγγέλη…

Όταν θα θυμάμαι τον Βαγγέλη Γιακουμάκη, θα βλέπω πάντα τα μάτια του, δυο θάλασσες θλίψης, σ’ εκείνη τη φωτογραφία.
Όταν θα θυμάμαι το δολοφονημένο (γράμματα γνωρίζω) παλικάρι από την Κρήτη, θα κλαίω που απ’ όλη τούτη τη ρημαδιασμένη γη δεν υπήρξε ούτε ένα εκατοστό καταφυγίου, ούτε μια ελάχιστη αγκαλιά για τούτο το παιδάκι.
Όταν θα θυμάμαι τον Βαγγέλη, θα αναθεματίζω όλους αυτούς που δεν έχουν την ανθρωπιά να προστατεύσουν τους Βαγγέληδες αυτού του κόσμου αλλά μπορούν μια χαρά να ανατρέφουν με καμάρι τους νταήδες που θα τους εξολοθρεύσουν.
Χρέος μου να θυμάμαι.
Να θυμάμαι και να θυμίζω.

Κ.Κ.

 

Μια Ζωγραφιά Στη Μνήμη Του Νίκου Πλουμπίδη

«Στη Μνήμη Του Νίκου Πλουμπίδη (1902-1954)» λάδια σε καμβά 30Χ40εκ. Γιώργος Μικάλεφ, Αθήνα 5 Μάρτη 2015

Ήθελα από καιρό να φτιάξω μια ζωγραφιά (ως ελάχιστο φόρος τιμής) για τον άνθρωπο που βλέπω τη φωτογραφία του και ανατριχιάζω, που διαβάζω για τη ζωή του και δακρύζω, για αυτόν τον «τραγικό ήρωα». Ο Νίκος Πλουμπίδης, έζησε, αγωνίστηκε και μαρτύρησε για τα πιστεύω του. Το «κόμμα» τον διέγραψε για πουλημένο και έκανε λόγο για εικονική εκτέλεση. Τον Αποκατέστησε μετά…

Σε τούτη την πατρίδα τί γυρεύω,
με μισθοφόρους και πραιτωριανούς,
τη δόξα σου γονατιστός να ζητιανεύω,
και να χτυπώ την πόρτα σου στους ουρανούς,
τη δόξα σου γονατιστός να ζητιανεύω,
και να χτυπώ την πόρτα σου στους ουρανούς.

Σαν ψίχουλα είναι τούτα τα στιχάκια,
από συμπόσια και ξενύχτια ποιητών,
τα ψυθιρίζουν οι χαφιέδες στα σοκάκια,
εκεί που πάω σαν το ψάρι να πιαστώ,
τα ψυθιρίζουν οι χαφιέδες στα σοκάκια,
εκεί που πάω σαν το ψάρι να πιαστώ.

Κινήσαμε για μακρινό ταξίδι
κι η νύχτα φαρμακώνει τα φιλιά
ποιος κόσμος μας κρατάει και ποιο σανίδι
απόψε που δικάζουν τον Πλουμπίδη.
Οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά,οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά.

Κινήσαμε για μακρινό ταξίδι
κι η νύχτα φαρμακώνει τα φιλιά
ποιος κόσμος μας κρατάει και ποιο σανίδι
απόψε που δικάζουν τον Πλουμπίδη.
Οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά, οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά.

Σε τούτη την πατρίδα τί γυρεύω,
με μισθοφόρους και πραιτωριανούς.

Μάνος Ελευθερίου

Πορνοπεριοδικά & άλλα Αντίχριστα Πράματα…

Για τους Καλτάκηδες, τους Σατανιστές, τους Χριστιανούς, τους Καψηματίες και για πολλούς άλλους, σας παρουσιάζουμε μια από τις εκπομπές της Μαρίας Δουράκη στο ΤΗΛΕΤΩΡΑ… «ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ & ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ». Μιλάνε μαζί με τον καλεσμένο Ταξίαρχο, για περιοδικά της πορνείας που ωθούν τη νεολαία στο Σατανισμό, στο σοδομισμό, στα ναρκωτικά, την ομοφυλοφιλία, τη νέα τάξη και όχι μόνο… Για όσους μη-μυημένους δεν αντέχουν να το δουν όλο το επεισόδιο της εκπομπής, ας δουν κάποια αποσπάσματα… Στο 29 περίπου ο καλεσμένος μιλάει για τη μεταθανάτια εμπειρίας μιας γυναίκας: «…μια Ρωσίδα η οποία ήταν άθεη, ασεβής, αχρεία, πόρνη, κομουνίστρια φυσικά μεγάλη…». Στο 57.24 ξεφυλλίζοντας γνωστό περιοδικό, εμφανίζεται ένας πέος που γράφει «μίλα σε μένα». Γενικά έχει αρκετά ωραία σημεία για όσους αρέσκονται να βλέπουν τέτοιες «δυνατές εκπομπές». Η αγαπητή Μαρία προειδοποιεί πως θα υπάρξουν σκληρές εικόνες και λόγια, αλλά γίνεται για να καταλάβει ο κόσμος περί τίνος πρόκειται. Δεν είναι καιρός για σεμνοτυφίες όταν τα παιδιά μας κινδυνεύουν!!!

 

*για του μερακλήδες bonus Η Ιερά Αποκάλυψις & ο Αριθμός του Κτήνους 666

Αναμνήσεις: όταν οι μπάτσοι τραγουδούσαν Θεοδωράκη…

Θα ξαναδούμε άραγε αυτές τις σουρεαλιστικές εικόνες  ξανά στους δρόμους??? Ντροπή, ντροπή, να δίνετε στους ένστολους χαριστική βολή… Troll Level: δεν υπάρχει…

Και αν νομίζετε πως τα έχετε δει όλα, δείτε κι αυτό…

ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α

 

Η περιγραφή του βίντεο πριν κατέβει:

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ, ΓΕΝ. ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΞΕΠΑΠΑΔΑΚΟ (ΝΕΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡ ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΤΩΝ ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΑ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΑ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΕΚ ΝΕΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΑΣ

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Ηλίθιες Σκέψεις & ένα προεκλογικό όνειρο του γάτου μου… του Γιώργου Μικάλεφ

Ας ξεκινήσω με τις σκέψεις…

Η προεκλογική περίοδος είναι πάντα μια καλή ευκαιρία για τη μελέτη της ανθρώπινης ηλιθιότητας, τόσο από την μεριά των ψηφοφόρων όσο και απ’ τη μεριά των υποψηφίων. Οι πολιτικές συζητήσεις γίνονται σχεδόν παντού, ακόμα και σε μη προβλεπόμενα μέρη. Έτσι έχεις τη δυνατότητα να ακούσεις τον πολιτικά & ψυχικά αγνώμονα, να εκφράζει τις πολιτικές του απόψεις με σθένος, μένος ή ό,τι άλλο διαθέτει η ομιλούσα σούφρα του.

Στη ριζωμένη ηλιθιότητα του μέσου ψηφοφόρου, πιστεύουν ακράδαντα τόσο οι υποψήφιοι (κατέχοντας αποδείξεις δεκαετιών)  όσο και οι συνεργαζόμενες διαφημιστικές εταιρίες, οι οποίες μας βομβαρδίζουν με γελοιωδέστατα τηλεοπτικά σποτάκια τύπου «Νικόλα το βλέπω ότι θες κάτι να φτιαχτείς» & «έλα μικρέ να σου δείξω το τρενάκι μου»… Για να μην μιλήσω για περασμένα μεγαλεία καλαίσθητης ηλιθιότητας, από το χώρο της χουντοδεξιάς έως τον πλανήτη του σοσιαλυγμού (υπάρχει και «υπαρκτή» σελίδα).

Συνεχίζω με το χθεσινό όνειρο του γάτου Μόργκαν…

«Είχα βγει να πάω στο μέρος και ξαφνικά ο δρόμος ανοίγει στα δύο και ένα εμετικό ποτάμι ανθρώπινης διάρροιας αρχίζει να κυλάει μέσα στη χαράδρα που δημιουργήθηκε. Ένας ξανθός γεροδεμένος απόστολος, με το πρόσωπο γεμάτο τελείες, στεκόταν στην απέναντι όχθη και άρμεγε τη σαύρα του στο ποτάμι, καθώς μια σιτεμένη λαϊκή τραγουδίστρια τον έλουζε με γαρδένιες. Κάτι καμένο μύρισε και βλέπω πίσω από τον απόστολο να περνάει ένα μεγάλο ξύλινο τρένο. Ένας γυαλισμένος κωλομάγουλος το έσερνε με ατσαλόσυρμα και πάνω στο τρενάκι τέσσερα μικρά παιδιά να κλαίνε, τυλιγμένα μέσα στην έξυπνη σήτα. Αποφάσισα να γυρίσω πίσω… έτρεξα στο παράθυρο του πατέρα μου και με τρόμο είδα ένα γυμνό ακέφαλο εξάμβλωμα να τραγουδάει «αυτός που περιμένω, αυτός, αυτός» και να χορεύει. Στη θέση του κεφαλιού βρισκόταν μια μπάλα ποδοσφαίρου και στο φρεσκοξυρισμένο στήθος του υπήρχαν μονάχα λίγες τρίχες που σχημάτιζαν τη λέξη «Τσάρλης». Κάθε τόσο έβγαζε από τις τσέπες του χούφτες χάπια και τα έχωνε στον… ξύπνησα ιδρωμένος. Έφτιαξα ζεστό γάλα και άνοιξα μια κονσέρβα με φιλετάκια γαλοπούλας. Έκατσα στην πολυθρόνα μου και άνοιξα την τηλεόραση. Όλοι οι εφιάλτες μου, άρχισαν να παρελαύνουν ο ένας μετά τον άλλο μπροστά στα μάτια μου που άρχισαν να βγάζουν φλόγες. Κόντεψαν να καούν… ένιωσα να πνίγομαι… τριχόμπαλες έχουν πει οι γιατροί… δεν πρέπει να ταράζομαι… έβηξα, προσπάθησα να τις ξεράσω… ανέβηκαν στο στόμα μου… τις κατάπια και έπεσα πάλι για ύπνο.» 

Όταν ο Μόργκαν μου είπε το όνειρο του, έψαξα στον ονειροκρίτη. Ανησύχησα για την ψυχική υγεία των κατοίκων αυτής της χώρας. Να φταίνε οι αιμομιξίες, τα ψεκάσματα,  η φωνή της Αθήνας, η Λίφο, ο κουρέας της Σεβίλης, οι πρωταγωνιστές στο θέατρο σκιών, η πρωινή μαλακία? Ξεφύλλισα τον ονειροκρίτη χωρίς να ψάχνω κάτι συγκεκριμένο. Τα μάτια μου καρφώθηκαν σε μία λέξη…

Αλλαγή: Αν δείτε αλλαγή πρωθυπουργού, σημαίνει πως το επιθυμείτε και θα το επιτύχετε. Αν δείτε αλλαγή συστήματος, σημαίνει πως κουραστήκατε από τις συνηθισμένες καταστάσεις και θέλετε να αλλάξετε ζωή, πράγμα που δεν θα το καταφέρετε μόνος, ούτε με παρέα. Αν δείτε πως αλλάζετε βρακί,  σημαίνει μικρά βήματα στην νοητική αποκατάσταση δύο ή παραπάνω Ελλήνων, όχι όμως καθοριστικές.

Έκλεισα τον ονειροκρίτη γιατί θεώρησα ότι έγραφε μαλακίες. Σκέφτηκα το ενδεχόμενο πραξικοπήματος και δεν γέλασα καθόλου… Είναι εποχή περίεργη και το κράτος γεμάτο δεξιόστροφα σκατά… Πήρα τον γάτο αγκαλιά. Εκείνος μου έτριψε τη μουσούδα του στο πρόσωπο και μου είπε: Αυτός ο Θοδωράκης πολύ τρόμπας μου φαίνεται…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Γιώργος Μικάλεφ

Το Κόλο στο φουμπού

Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στο Άρτιον στα πλαίσια της συνεργασίας μας