“ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΟΥΡΑΝΟΣ”

Παραπατώ. Σκοτάδι. Φεγγάρι χαμένο στον πάτο του μπουκαλιού του κύριου Δ. Μιζέρια. Τι έχω να χάσω. Τα πάντα έμοιαζαν ξένα απόψε. Μα πιο πολύ αιμορραγούσε η αγάπη. Η αγάπη. Χα! Ο κύριος Δ γέλασε μέσα στη μέθη του. Όλα ψέματα απ’το πρώτο χαμόγελο στο τελευταίο δάκρυ για την πιο γλυκιά ανάμνηση που γεννά φρικτές μνήμες. Οι περαστικοί πνιγμένοι στη λήθη περιγελούσαν τον κύριο Δ. Ένα κύριο που διάλεξε να γίνει ουρανός. Μάταιος κόπος, καθώς όλοι του έκοβαν τα φτερά. Πόσο θλιβερό ένας ζωντανός άνθρωπος στον κόσμο των νεκρών. Θλιβερό και ελπιδοφόρο συνάμα. Θα καταφέρει να αναστήσει κάποιον ή θα πεθάνει κι αυτός; Κάποιος δήθεν εύσπλαχνος στην υποτιθέμενη προσπάθειά του να βοηθήσει, τον παροτρύνει να του εξιστορήσει τα γεγονότα με τη σειρά. Ένα δάκρυ σιωπηρά κύλησε απ’το μάτι του Δ.-του πρώην κυρίου-. Ένα τόσο παρανοϊκό γέλιο που καταντούσε ασθενικό. Σειρά; Ψιθύρισε. Δεν υπάρχει σειρά, δεν υπάρχει λογική, δεν υπάρχει αγάπη. Μεθυσμένα λόγια, αλλά τόσο αληθινά. Τυφλοί ακροβάτες είστε όλοι, του λέει ο Δ., που ισορροπείτε σε τεντωμένο σκοινί πάνω από κύματα τσιμέντου, και το κοινό σας… Χα. Το κοινό σας προκειμένου να σκοτώσει την ανία του παρακαλάει να πέσετε… Το κοινό σας γαμιέται μέσα σε μια τουαλέτα ενός κλαμπ, έχοντας ρουφήξει γραμμάρια κοκαΐνης. Είσαι χαρούμενος, λοιπόν; Ποιος είναι η πουτάνα, σίγουρα όχι η γυναίκα που πουλά το κορμί της για να ζήσει. Εσύ είσαι. Συμβιβασμένε. Πήγαινε να κοιμηθείς. Αύριο το πρωί δουλεύεις. Χτυπάς κάρτα. Όχι δεν είμαι τρελός. Απλά έχω ξυπνήσει. Δεν ξέρεις τι λες άνθρωπε μου, είπε διστακτικά με τρεμάμενη φωνή ο συνομιλητής. Μάταιος κόπος είπε ο Δ.

Ξημέρωσε. Δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Ένιωθε ένοχος. Κανείς δεν παίρνει την ευθύνη των πράξεων του, κι έτσι την επωμίζεται όλη αυτός. Κοίταξε απ’το παράθυρό του τον ουρανό που ήταν πυκνοκατοικημένος από σύννεφα νευριασμένα έτοιμα να ξεσπάσουν σε ένα ανοιξιάτικο μπουρίνι. Πήρε ένα βιβλίο απ΄την βιβλιοθήκη. Ήταν σκονισμένο. Όχι από απλή σκόνη αλλά από μνήμες. Το φύσηξε. Μάταιος κόπος. Βραδυκίνητες αναμνήσεις πεισματάρες δεν έλεγαν να φύγουν απ’το μυαλό του, απ’το βιβλίο. Το άφησε στην άκρη. Ήταν φοβισμένος. Γυρνάει και μου λέει ότι ο κόσμος είναι ψέμα. Το κοίταξα σιωπηλός και περίλυπος. Δε μπορούσα να του αλλάξω γνώμη. Αυτό το ήξερα, κι έτσι δεν προσπάθησα. Πήρε ένα άλλο βιβλίο, το οποίο βρισκόταν μόνο του, σχεδόν ταλαιπωρημένο πάνω σε ένα ράφι. Τσαλακωμένο. Πρέπει να ήταν του Κάφκα. Δε θυμάμαι πλέον, έχει περάσει καιρός. Αυτό το βιβλίο μου λέει είμαι εγώ. Δεν καταλάβαινα. Το πήρε και διάβαζε ως τη νύχτα. Αργότερα κατεβήκαμε απ’το σπίτι του, και κάναμε μια βόλτα στην πόλη. Όχι σε όλες τις περιοχές. Μόνο στις κακόφημες. Ο κόσμος φοβάται. Φοβάται τον τοξικομανή, τον ξένο, τον άρρωστο. Είναι ομοφοβικοί οι άνθρωποι μου λέει. Φοβούνται μόνο όσους είναι ίδιοι με αυτούς, γι’αυτό τους αποφεύγουν. Γι’αυτό αποφεύγουν τους εαυτούς τους. Με καληνύχτισε και έφυγε με ταχύ βηματισμό. Θα γίνω, μουρμούριζε, ναι θα γίνω.

Το επόμενο πρωί πήγα στο διαμέρισμά του. Δεν τον βρήκα εκεί. Έκανα τον γύρω τις πόλης. Τον βρήκα στο πιο απρόσμενο μέρος. Σε ένα καφέ που μαζεύονταν πλούσιοι κύριοι, και ακριβοντυμένες κατίνες οι οποίες κοιτούσαν μόνο ψηλά. Ποτέ αριστερά ή δεξιά. Ίσως τις εμπόδιζαν οι παρωπίδες. Ξάφνου είδα τον Δ. Με προσκάλεσε. Ήταν πάντα φιλικός μαζί μου. Ακόμα αναρωτιέμαι το γιατί. Ήταν ντυμένος με το ίδιο σακάκι εδώ και ένα μήνα. Η ανάσα του μύριζε ουίσκι. Όνειρα, μου είπε. Είμαι παλιάτσος. Είμαι ένας κλόουν που διασκεδάζει τους νεκρούς. Μα με ανοιχτά μάτια, μονολογούσε δυνατά. Παραληρούσε. Όλα τα βλέμματα είχαν καρφωθεί πάνω του. Οι κύριοι ενοχλημένοι κάλυπταν την βρωμιά τους καλώντας την αστυνομία να έρθει να συλλάβει τον διαφορετικό. Τι ήταν; Ένα αυτόνομο πιόνι στη σκακιέρα. Οι κυρίες έκλειναν την μύτη τους για να αποφύγουν τη δυσοσμία του Δ. Φοράτε μάσκες οξυγόνου για να αναπνεύσετε, φώναζε ο Δ. με μακρόσυρτη λεπτή φωνή, σχεδόν σαν τσιρίδα. Μάσκες οξυγόνου όμως στις νεκροκεφαλές σας. Θα γίνω. Γίνε και συ. Σίγουρα το σκέφτηκες. Σίγουρα. Αγάπησε το μαύρο, αγάπησε το ξένο, αλλά πρώτα αγάπησε εσένα το λευκό, το λευκό του νεκρού και άσε τα φωτεινά χρώματα για αύριο, για πάντα. Όσο για μένα διαλέγω το γκρι. Πότε μαύρο, πότε άσπρο. Γίνε και συ. Εγώ θα γίνω ουρανός. Πάντα ήθελα. Γίνε και συ. Όχι ουρανός. Γίνε αστέρι, γίνε χάος, γίνε μηδέν, γίνε τα πάντα. Στο χέρι σου είναι. Από δω και μπρος θα ‘μαι πάντα από πάνω σας. Θα σας ξυπνάω και θα σας κοιμίζω, είπε κάπως βραχνά και ξεψύχησε. Ευτυχώς, βροντοφώναξαν όλοι οι θαμώνες. Πάει ο τρελός. Εγώ όμως το ήξερα ότι έγινε. Όχι απλά έγινε, αλλά έγινε ουρανός. Μου το είχε πει. Δε μπορεί να έλεγε ψέματα.

Τώρα εσύ αναγνώστη, μην θρηνήσεις για τον Δ. τον τρελό, τον τσαρλατάνο, αλλά αν και λίγο απλά τον ένοιωσες και αγάπησες, Γίνε και συ, Γίνε ότι ονειρεύεσαι.

Σπύρος

διαβάστε και άλλη μια ιστορία του Σπύρου εδώ

*δημοσιεύτηκε στο έκτο τεύχος του περιοδικού Το Κόλο

Η ΖΩΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΣ ΚΑΝΤΙΝΑ

Μέρος κάτι πριν από το 1ο …. «η λαδωμένη αλεπού»

Έπινα κρασί μέσα σε μια σπασμένη λάμπα, καθώς όλο και προσπαθούσα να σκάψω μέσα στην υγρή άμμο που με τριγύριζε… τότε ρώτησα μια αλεπού πως τη λένε… και δεν μου απάντησε… σκέφτηκα πως ίσως με το να ρωτάς ένα ζώο πως το λένε δεν ακούγεται και πολύ λογικό και πως ίσως αν κάποιος με έβλεπε μπορεί να με πέρναγε για αφηρημένο ζωγράφο… έτσι την ρώτησα πόσο πουλάει το μαλλί της γριάς… τότε προς μεγάλη μου έκπληξη, η λαδωμένη αλεπού(το λαδωμένη το πρόσθεσα γιατί αλεπού μου ακουγόταν πολύ σκέτο… είναι σα να λέμε σούπα χωρίς κουτάλι) μίλησε!!!!!… «όλοι θέλουμε να περπατάμε ξυπόλητοι, όλοι θέλουν να μου μοιάσουν μα κάτω από τα πόδια μου φοράω κάλτσες»… και έτσι ξεκίνησε ο πρώτος στη ζωή μου διάλογος… αλλά και μόλις είχε τελειώσει… ότι έχει και μια αρχή, έχει και ένα τέλος… πάντα οι ανεμιστήρες κινούνται αριστερόστροφα… πάντα μια μύγα φαίνεται όταν πέφτει μέσα στο γάλα…

Στέφανος

*δημοσιεύτηκε στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΙΜΟΛΑ

Πέντε φίλοι κάθονταν και τα έπιναν ένα βράδυ
στο διπλανό παγκάκι είχε αράξει ένας γέρος
παράξενα άρχισε να μιλά, για θρύλους αρχαίους
για ιστορίες ξεχασμένες και για ήρωες νεκρούς

Και όπως τα ‘φερε η ρημάδα η κουβέντα
τους είπε για έναν θησαυρό πολύτιμο
που η ινδιάνικη φυλή των Ιμόλα έκρυψε
βαθιά μέσα σε μια καταραμένη σπηλιά

Οι πέντε φίλοι τότε σηκώθηκαν αμέσως πάνω
και πήγαν και φτιάξαν τις βαλίτσες τους
στο πρώτο πλοίο μπήκαν για να βρουν
τον χαμένο υπερπολύτιμο θησαυρό τους

Χρόνια έψαχναν τη μυστική σπηλιά
ακούραστοι, με τους σάκους στον ώμο
και τελικά τη βρήκαν, αγνοώντας όμως
τα σχέδια της παιχνιδιάρας μοίρας

Μέρες βάδιζαν στα σκοτεινά μονοπάτια
το πρωτόγονο ένστικτο ακολουθώντας
ώσπου στο τέλος να τος μπροστά τους
ο περίεργος θησαυρός των Ιμόλα

Ούτε βουνά χρυσάφι, ούτε νομίσματα
παρά μόνο ένας όρθιος σκελετός
και πάνω στο λευκό κρανίο του
ένα στέμμα σκοτεινό να φεγγοβολά

Όλοι το φόρεσαν εκτός από έναν
μα στο κεφάλι πάνω όταν το ‘βαζαν
μια σπίθα απόκοσμη έλαμπε στα μάτια
και το στέμμα όλο και σκοτείνιαζε

Σε λίγο τσακώνονταν και βρίζονταν
το στέμμα ποιος πρώτος θα φορέσει
και στο τέλος ο ένας έφαγε τον άλλον
και το αίμα τους έβαψε το πάτωμα

Κι όταν μόνος έμεινε ο πέμπτος της παρέας
τη πηγή του μαύρου φωτός πήρε στα χέρια
στο κεφάλι τη φόρεσε δίχως δεύτερη σκέψη
η λογική ξεψύχησε, η παράνοια κυριάρχησε

Το τέλος του κακόμοιρου ήταν αποτρόπαιο
οι σιχαμερές λεπτομέρειες ας παραληφθούν
το στέμμα πλέον κολυμπά μεγαλοπρεπές
μέσα σε μια λίμνη με αίμα και σάρκες

Γέλια ακούστηκαν τσιριχτά και απαίσια
και δυο δαίμονες βγήκαν απ’τις σκιές
το στέμμα βάλανε στη θέση του ξανά
και χορό στήσανε πάνω από τα πτώματα

Κι αφού τη δίψα τους λαίμαργα ξεδίψασαν
μεταμορφώθηκαν σε γέρικες φιγούρες
και στους δρόμους ξεχύθηκαν να διηγηθούν
το θρύλο για το θησαυρό των Ιμόλα
Θοδωρής

δημοσιεύτηκε  στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού Το Κόλο

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΡΛΕΚΙΝΩΝ

Θυμάμαι να είχα κοιμηθεί… είμαι σίγουρος… σε κάποια φάση, σαν να ξύπνισα από μια βαθιά νάρκη, βρέθηκα όρθιος να περιφέρομαι στο κατασκότεινο δωμάτιό μου…τι σκατά…τι κάνω εγώ τώρα εδώ;…τι υποτίθεται ότι κάνω;;; και τότε εμφανίστηκαν, άσπρα σημάδια αρχικά, μετά άρχισαν να παίρνουν σχήμα, μετά σώμα…τώρα χορεύουν γύρω μου… σκοτεινές φιγούρες στριφογυρίζουν γύρω μου και τραγουδούν ρυθμούς που μάθανε στην κόλαση…αρλεκίνοι…νόμισα ότι είναι ψεύτικοι, ηλίθια δημιουργήματα της άρρωστης φαντασίας μου…πλησιάζω έναν και ακουμπώ την παλάμη μου στην άσπρη μάσκα του, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να εξαφανιστεί…Κι όμως, δεν φεύγουν! Το χέρι μου αγγίζει μια γλιστερή, παγωμένη επιφάνεια…γελάει! Γελάνε όλοι τους! Δεν μπορεί! Δεν μπορεί να είναι αληθινοί! Τσιρίζω σαν κοριτσάκι…Τώρα ξαναπιάνουν το χορό και το τραγούδι τους και με τραβάνε μαζί τους. Με παρασέρνουν στο ξέφρενο καρναβάλι…γύρω γύρω…παράξενο, το δωμάτιό μου δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλο…μου προσφέρουν μια μάσκα και τη φοράω…φέρτε μου κι ένα καπέλο…να γίνω αρλεκίνος σωστός…

Ωραία, τώρα καλύτερα… Γνωστοί πλέον οι ρυθμοί…ξέρω μέχρι και τα λόγια…Πώς γίνεται αυτό δεν ξέρω… Τώρα μόνο να τραγουδώ ξέρω και να στριφογυρίζω…γύρω γύρω…ελάτε όλοι στο χορό γαμώ τη λογική σας…γύρω γύρω…

Και το σκοτάδι κατάπιε το τρελό κοπάδι των χορευτών δίνοντας το σκήπτρο στο φως και την περιορισμένη ανθρώπινη λογική που λίγα βλέπει, λίγα πιστεύει και πάρα πολλά αγνοεί… Ρώτα όποιον θες, θα σου πει ότι η ιστορία αυτή είναι ψεύτικη…Και πώς το ξέρει? Εγώ λέω ότι είναι αληθινή… Όμως εγώ έχω δει και ξέρω… Και μη νομίσεις ούτε στιγμή ότι η ιστορία αυτή είναι ψεύτικη…Δεν θες να δεις τι υπάρχει κάτω από τη μάσκα… Συνέχισε αν θες να μην πιστεύεις, μέχρι το βράδυ που θα τους ακούσεις να σε καλούν κι εσένα στο χορό τους…

Come on, little boy

move your fucking ass

come join the harlequins

in our crazy dance!

(οι αρλεκίνοι δεν ξέρουν ελληνικά!!!)

Θοδωρής

*από το πέμπτο τεύχος του περιοδικού ΤΟ ΚΟΛΟ

ΜΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ (2)

Σε λίγες μέρες πλησιάζουν οι εκλογές και η τηλεόραση βρήκε θέμα να ασχοληθεί. 3% προηγείται ο ένας 3.8% έχασε ο άλλος – ποσοστά , νούμερα, ομιλίες ,παρακάλια προς τους ψηφοφόρους. Όλοι μας αγαπάνε αυτές τις μέρες και έχουν στο μυαλό τους πάνω απ’ όλα εσένα και την ευημερία σου και τον πληθωρισμό και τους μισθούς και τις συντάξεις και την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό και…

Τόνοι χαρτιού σπαταλώνται για να μας υποσχεθούν και να μας πείσουν ότι πρέπει να τους ψηφίσουμε αλλά και να μην ψηφίσουμε καθόλου και πάλι το ίδιο τους κάνει γιατί αυτοί θα ψηφιστούν από αυτούς που πρέπει και είναι σίγουροι για ‘αυτό οπότε το αποτέλεσμα πάλι θα είναι το ίδιο – αλλά κατά βάθος έχουν και οικολογική ευαισθησία.

Και ναι τελικά αποφασίζω να πάω να ψηφίσω και να μπω στη διαδικασία να ακούσω τι λένε για να ψηφίσω τουλάχιστον αυτόν που είναι πιο κοντά σε αυτά που πιστεύω και κάθομαι και τους ακούω να λένε και zzzzzzzzzzzzzzzzzzz με παίρνει ο ύπνος – ακούω το ίδιο πράγμα ίσως λίγο αλλαγμένο αλλά κατά βάθος είναι το ίδιο πράγμα με σκοπό να με κερδίσουν και μετά να με ξεχάσουν μέσα στα προβλήματα μου γιατί τότε τα προβλήματα θα΄ναι δικά μου ενώ τώρα είναι και δικά τους-τώρα =  για 15 μέρες.

Εγώ θα ψηφίσω γιατί θέλω να ξέρω ότι δεν τους είπα  <<κάντε ότι θέλετε>> χωρίς να πω τουλάχιστον την γνώμη μου και μετά θα περιμένω πάλι την ίδια στιγμή για να γίνουν τα ίδια πράγματα και να συζητάμε πάλι για τα ίδια προβλήματα.

Ένας κύκλος είναι η ζωή

Και οι εκλογές έγιναν και τα αποτελέσματα βγήκαν και όλοι ξαφνιάστηκαν με το γεγονός ότι οι υπέρμαχοι του φασισμού τελικά είναι πολλοί-είναι ανάμεσα μας αλλά και τι με αυτό-48% προτίμησαν να κάτσουν σπίτι η να πάνε για μπάνιο σνομπάροντας το μέλλον μας-το μέλλον τους-το μέλλον αυτού του τόπου ακούγοντας αυτούς που τους είπαν μην πάτε γιατί έτσι θα’στε οι καλύτεροι. Μπράβο τους / μας λοιπόν. Πάντα τέτοια.

OTTO

*από το πέμπτο τεύχος του περιοδικού που μπορείτε να βρείτε εδώ

Ο «ΣΑΤΥΡΟΣ» ΚΑΙ Η «ΑΦΡΟΔΙΤΗ»

Η «Αφροδίτη» λατρεύει τον πούτσο μου. Όποτε βρισκόμαστε δεν χάνει ευκαιρία και μου το αποδεικνύει όπως μόνο αυτή ξέρει. Ήμουνα σάτυρος και πριν τη γνωρίσω αλλά αφότου τη γνώρισα έγινα και νάρκισσος. Όταν βρισκόμαστε αρέσκομαι να της πειράζω συνέχεια το μουνάκι,  παιχνιδιάρικα στην αρχή για να την καυλώσω κι έπειτα να της δείχνω τι ζημιά έκανε! Δηλαδή της επιδεικνύω το καυλωμένο πέος μου σαν γνήσιος νάρκισσος και σάτυρος και την προκαλώ να απολαύσει την ομορφιά του.  Έτσι αρχίζει η ιεροτελεστία μας.

Στην αρχή, ενώ κάθεται και το θαυμάζει, μου λέει να το κρύψω και να ντυθώ. Κάνει τη δύσκολή αλλά ξέρω πως δε μου χαλάει χατίρι. Εγώ της λέω εντάξει, αρκεί πρώτα να το χαϊδέψει λίγο. Τότε έρχεται κοντά κι αρχίζει να με χαϊδεύει απ’ τα αρχίδια μέχρι πάνω δίνοντας μου αυτά τα καυτά φιλάκια που προδίδουν ασυγκράτητο πάθος και πολύ μεγάλη καύλα. Τότε με βάζει να καθίσω άνετα στον καναπέ κι επικεντρώνει όλο το ενδιαφέρον της στον πούτσο μου που ήδη κοντεύει να εκραγεί από καύλα. Αρχίζει λοιπόν να τον γεύεται φιλώντας πρώτα το πουτσοκέφαλο. Εγώ νοιώθω το γλυκύτατο και καυτό φιλί της με αυτή την μαλακή γλώσσα να σαλιώνει με πόθο τον πούτσο μου, κατεβαίνοντας σιγά-σιγά προς τα αρχίδια, όπου μένει κι εκεί λίγο για να μην τα αφήσει παραπονεμένα. Έπειτα  χρησιμοποιώντας μόνο τη γλώσσα και τα χείλη, ανεβαίνει αργά και βασανιστικά προς το πουτσοκέφαλο ενώ κάνει κι εκεί μια στάση. Τώρα είναι ώρα να τον βάλει ολόκληρο στο στόμα της κάνοντας με να πεθαίνω από καύλα. Σιγά-σιγά…όλο! Αρχίζει λοιπόν ρυθμικά αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας και τα δόντια της που το βρίσκω τρομερά ερεθιστικό. Έχει αποκτήσει εξαιρετική τεχνική κι έτσι δεν φοβάμαι μην τυχών και μου τον δαγκώσει κι έτσι νοιώθω όλο το υπέροχο στόμα της στο καυλί μου. Όταν κοντεύω να χύσω το καταλαβαίνει κι έτσι επιταχύνει το ρυθμό ρουφώντας τώρα πιο σφιχτά. Είναι υπέροχα και η ηδονή μου μοιάζει ατελείωτη καθώς φεύγει η πρώτη δόση από σπέρμα στο στόμα της. Έπειτα το βγάζει από το στόμα της έτσι ώστε η υπόλοιπη δόση από σπέρμα να την πετύχει γύρω στο όμορφο πρόσωπο της και να φαντάζει σαν θεά του σεξ με τα χύσια  μου να στάζουν από το στόμα της. Νομίζω πως θα λιποθυμήσω από την ηδονή! Μου λέει να κάτσω εκεί ακίνητος ενώ πάει να πλυθεί και να φέρει χαρτί να καθαρίσει κι εμένα από τα υπόλοιπα χύσια γύρω από το πέος και την κοιλιά μου.

Τώρα είναι η σειρά μου να της δείξω πόσο την ευχαριστώ προσφέροντας της μια παρόμοια ηδονή με αυτή που με έκανε να νοιώσω. Την ξαπλώνω στον καναπέ κι αρχίζω να τη φιλάω παντού. Ξεκινάω από τα χείλη που μου πρόσφεραν όλη αυτή την ηδονή και συνεχίζω στον τρυφερό λαιμό της όπου στέκομαι για λίγο. Κατεβαίνοντας προς τα κάτω, σειρά έχουν τα βυζάκια που είναι τρομερά απολαυστικά. Μπορώ να κάθομαι εκεί με τις ώρες! Συνεχίζω όμως και στην κοιλίτσα που κάνει σπασμούς από τα φιλιά μου. Προχωρώντας προς τα κάτω, περνάω δίπλα από το μουνάκι της φιλώντας την στα μπούτια για να την εξιτάρω περισσότερο και μετά, κατευθύνομαι στην καρδιά της ηδονής της. Τη κλειτορίδα! Εκεί κάνω μεγάλο παιχνίδι. Το μουνάκι της είναι τόσο μούσκεμα, τόσο ζεστό και τόσο γλυκό μαζί, που το απολαμβάνω όσο τίποτε άλλο. Αρχίζω λοιπόν να παίζω με τη γλώσσα μου τα μουνόχειλα της, τη κλειτορίδα, διεισδύοντας  και λίγο στον κόλπο της,  για να γευτώ όλα τα υγρά του οργασμού της, που είναι τόσο νόστιμα…!!!  Έτσι  όπως έχει ανοίξει το μουνάκι της γεύομαι όλη την ομορφιά που μου προσφέρει. Το τρώω κανονικά προσέχοντας μόνο να μην τη φτάσω σε κορύφωση, επιβραδύνοντας τους ρυθμούς ή φυλώντας την για λίγο κάπου άλλού,  και μετά ξανά εκεί. Αυτό το κάνω μέχρι να μου πει πως θέλει αμέσως τον πούτσο μου μέσα της και δεν αντέχει άλλο.

Τότε αρχίζω τη διείσδυση. Καθώς εισχωρώ μέσα της  νοιώθω το θεσπέσιο  μουνάκι της να πλημμυρίζει με καυτά υγρά τον πούτσο μου. Αρχίζω αργά, επιταχύνοντας στην πορεία και μετά ξανά αργά έχοντας σηκώσει τα πόδια της έτσι ώστε να στηρίζονται  από τους ωμούς μου για να έχω έτσι τον απόλυτο έλεγχο. Θέλω να της προσφέρω πάντα την απόλυτη ηδονή και ξέρω πως, όσο κι αν το απολαμβάνει έτσι, αυτή δεν είναι η στάση η οποία έρχεται σε οργασμό.

Αφήνω λοιπόν τη θέση του επιβήτορα για να πάρω τη θέση του πασά, καθώς ξαπλώνω και τη  βάζω  να ιππεύσει πάνω στον πούτσο μου σαν αμαζόνα. Φτάνω τέρμα μέσα της σε αυτή τη στάση κι αυτό την τρελαίνει. Αρχίζει λοιπόν να ιππεύει πάνω στον πούτσο μου. Στην αρχή ρυθμικά και μετά πιο γρήγορα, ώσπου σύντομα χάνει κάθε έλεγχο των κινήσεων της. Σφίγγεται πάνω μου φωνάζοντας από ηδονή με άρρυθμες αλλά δυνατές κινήσεις, κάνοντας τον πούτσο μου να καρφώνεται στο τέρμα του κόλπου της. Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από μια γυναίκα να φτάνει σε οργασμό κάνοντας αυτές τις σπασμωδικές κινήσεις οι οποίες προδίδουν υποταγή αλλά και απόλυτη ελευθερία μαζί. Η ύστατη στιγμή της ηδονής!

Την αφήνω να ηρεμίσει λίγο έχοντας ακόμα τον καυλωμένο πούτσο μου μέσα της . Μετά την γυρνάω στα τέσσερα, που είναι και η αγαπημένη μου στάση, και συνεχίζω να παίρνω το μουνάκι της καθώς τα κωλομέρια της χτυπούν στην κοιλιά μου. Πλαφ πλάφ πλάφ… Α, έχει τέλεια  κωλάρα και με καυλώνει τόσο πολύ ώστε να χύνω πάντα σε αυτή τη στάση! Την κρατάω από τους γοφούς και την πιέζω με δύναμη στο σκληρό μου πέος. Όταν νοιώθω πως θα εκραγώ, βγάζω γρήγορα τον πούτσο μου και χύνω όλη αυτή τη συσσωρευμένη καύλα μου, στα κωλομέρια και την πλάτη της! Έπειτα ηρεμούμε λίγο ενώ ετοιμαζόμαστε για τον επόμενο γύρο. Μετά επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά και ξανά…

Υ.Γ. Ενώ έγραφα αυτό το κείμενο, έκανα ένα διάλειμμα να τον παίξω και μετά συνέχησα.

Μοιχάλης Μοίχος

από το βιβλίο Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

“Η γατούλα”

(Άλλη μια ιστορία με καύλες, αλκοόλ και χασίς)

Εχθές ήρθε μια φίλη μου σπίτι που γουστάρω πολύ την παρέα της…

Είχε έρθει για να δει κάτι στο ίντερνετ επειδή δεν έχει Η/Υ και να τα πούμε.

Εγώ ήμουνα μόνο με μια βερμούδα και τίποτα από κάτω. Αυτή φορούσε μια πολύ καλοκαιρινή μπλούζα με ραντάκι και τζιν παντελόνι ενώ  στο λαιμό της φορούσε ένα μακρύ κολιέ με γαλάζια κοχύλια που ήταν περασμένο διπλή φορά κι έτσι όπως κρεμότανε στο μπούστο της και της χάιδευε τα βυζάκια, τόνιζε τη γυναικεία φύση της και προκαλούσε τις ορμές μου τόσο που η βερμούδα μου άρχισε φουσκώνει από τον ασυγκράτητο και αχόρταγο πούτσο μου  που είχε, όπως φαίνεται, άγριες διαθέσεις. Οι γονείς μου ήταν μέσα, τις άνοιξε η μάνα μου. Εγώ έπαιζα κιθάρα με πολύ βρώμα στον ενισχυτή και πολύ δυνατά ενώ είχα ξεκουρδίσει σε “ρε” για να ακούγεται ακόμα πιο βαρύς ο ήχος μου κι έτσι δεν την άκουσα που ήρθε. Όταν μπήκε λοιπόν στο δωμάτιο συνέχιζα να παίζω τα χαρντκοράδικα ριφάκια μου κι αυτή με παρατηρούσε. Μετά άφησα την κιθάρα για να ασχοληθώ μαζί της. Μπήκαμε λοιπόν στο ίντερνετ και την άφησα για λίγο να κάνει τη δουλειά της ενώ της έβαζα τραγούδια για να δουλέψει πιο ευχάριστα. Πότε—πότε της αποσπούσα την προσοχή για να της διαβάσω κάποιο ποίημα της Κατερίνας Γώγου ή του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και μετά έβαζα παλιά κομμάτια από Σιδηρόπουλο, Λάκη Παπαδόπουλου και Αριστείδη Μυταρά (γιος του ζωγράφου αλλά πολύ καλός μουσικός). Σε άσχετες στιγμές της έδινα κάνα φιλάκι στο λαιμό ή τα χείλη της για να την εξιτάρω και να της αποσπάσω την προσοχή. Το ξέρω πως την καύλωνα αλλά μου έκανε πως αντιστέκεται κι αυτό γιατί υποτίθεται πως κάτι συμβαίνει με κάποιον άλλο και… ξέρεις τώρα, μαλακίες. Έχω όμως τον τρόπο μου. Κάποια στιγμή μπαίνει η μάνα μου μέσα και μου φέρνει το τηλέφωνο. Ήταν ένας φίλος μου. Η Εβελίνα  κρατούσε ένα κουτάκι σόδα—παγωμένο ενώ εγώ έπινα κλασικά τις μπίρες μου. Ενώ μιλούσα, για να με πειράξει, ακούμπαγε το παγωμένο κουτάκι σόδα στην κοιλιά μου κι εγώ τσίτωνα. Ακούγοντας τη φωνή μου να αλλάζει διακυμάνσεις, ο φίλος μου, με ρωτάει: «τι έχουμε… γατούλα, γατούλα;». Ναι, του απαντάω και θέλει παιχνιδάκια… Μετά από λίγο κλείσαμε να με αφήσει με την γατούλα μου.

Εγώ λοιπόν που είχα φρεσκοξυρισμένα αρχίδια και κοντοκουρεμένο το πάνω μέρος του πούτσου μου, θέλησα να της το δείξω να μου πει αν της αρέσει έτσι. «όχι, όχι, δεν θέλω να το δω» μου λέει και γυρνάει από την άλλη μεριά. Στην ιδέα και μόνο, το μαρκούτσι μου είχε αρχίσει να καυλώνει πάλι. Μόλις λοιπόν γυρνάει να με ξανακοιτάξει εγώ κάνω να της το δείξω πάλι. «Κοίτα» της λέω, «δεν θέλω να σου δείξω τον πούτσο μου, το ξύρισμα μόνο να δεις, να μου πεις αν σου αρέσει» Κι έτσι κατεβάζω τη βερμούδα και της το δείχνω ενώ το γυρνάω από όλες τις μεριές για να καταλάβει πόσο το έχω ξυρίσει. Της αρέσει αλλά μου λέει πως στο πάνω μέρος θέλει περισσότερη τρίχα γιατί τονίζει την αρρενωπότητα μου.

Έχω καταστρώσει σχέδιο, αν και ξέρω πως με τους γονείς μου μέσα δύσκολα θα γίνει κάτι παραπάνω. Μπορούμε όμως να το διασκεδάσουμε μέχρι εκεί που μας παίρνει ή και λίγο παραπάνω… ότι κάτσει. Μετά βλέποντας την κιθάρα, της λέω «έλα να σε βγάλω μια φωτογραφία με την κιθάρα. Είναι μια morris που μοιάζει με κάποιο παλιό μοντέλο της Gibson και έχει το χρώμα του ξύλου—είναι πολύ όμορφη κιθάρα. Χρησιμοποιούμε το κινητό της για τη φωτογραφία γιατί δεν είναι εύκαιρη φωτογραφική μηχανή. Την τραβάω κάνα δύο φώτο με την κιθάρα και μετά της λέω να με τραβήξει αυτή, αλλά γυμνό με την κιθάρα. Πετάω λοιπόν τη βερμούδα μου και φοράω την κιθάρα στον ώμο. Ποζάρω έτσι με την κιθάρα να κρέμεται και στο τελείωμα της να περισσεύει ο ταυραντωμένος  και πάντα ορεξάτος πούτσος μου. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι αισθησιακή αυτή η εικόνα, αλλά μόλις την είδα, μου φάνηκε κάφρικη… Εγώ με άγριο ύφος, με τα γένια μου και τα μαλλιά κάτω, γυμνός, την κιθάρα και τον πούτσο μου να περισσεύει από κάτω, σα να λέω «όποια κι αν είσαι, τώρα “τη γάμησες!!!”»

Συνεχίσαμε να βγάζουμε φωτογραφίες. Μετά την προκάλεσα να βγάλει μόνο τον πούτσο μου για να δω πως φαίνεται έτσι ξυρισμένος στο φακό. Κανονικά σε στύση όπως πάντα, ποζάρω επιδεικτικά καμαρώνοντας για αυτό μου το μεγαλείο. Εκείνη δεν κρατιέται και μου κάνει επίθεση χουφτώνοντας μου τα αρχίδια και φιλώντας με καυλιάρικα στο στόμα. Γαμώτο, αν λείπανε οι γονείς μου θα την είχα γαμήσει, αλλά δεν μπορεί  να γίνει κάτι τέτοιο με τους γονείς μου μέσα. Δεν έχει σημασία, καλά περνάμε κι έτσι. Μετά άρχισα να χοροπηδάω εδώ κι εκεί και να φωνάζω:

«Είμαι σάτυρος και χορεύω γύρω σου με τα τραγίσια πόδια μου και την ψωλή μου πάντα καυλωμένη—σε προσκαλώ! Έλα στο χορό μου κι εσύ, και δεν θα χάσεις! Έλα! Έλα! Έλα!…».

Κι εκείνη να μου λέει πως έχω ξεφύγει αλλά να γουστάρει τρελά, κι εγώ να συνεχίζω να χοροπηδάω και να κάνω κατακόρυφους, σβούρες και ακροβατικά—να μη θέλω να ντυθώ με τίποτα! Την αγκάλιαζα, την φίλαγα κι ακουμπούσα το πέος μου πάνω της. Μου αρέσει πολύ να την τρελαίνω έτσι…

Τέλος πάντων, έπρεπε να φύγουμε κάποια στιγμή αφού, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες.

Εγώ είχα να πάω σε ένα φίλο για να βγούμε κι αυτή σπίτι της για ύπνο γιατί μου είχε έρθει πιωμένη από ούζα στην Πειραϊκή όπου είχε πάει με την παρέα της. Με πέταξε μέχρι το σπίτι του φίλου μου, με καληνύχτισε και μου υποσχέθηκε να μου στείλει τις φωτογραφίες που τραβήξαμε μέσω  e-mail.

Φτάνοντας στον φίλο μου με περίμενε ένα μεγάλο τσιγάρο με χασίς πρώτης ποιότητας. Το πίνουμε και ξεκινάμε να πάμε στο μαγαζί που δούλευε η κοπέλα του όπου εγώ συνεχίζω με μπίρες κι αυτός με ουίσκι. Ήμουνα κομμάτια—μεθυσμένος, γλυκά μαστουρωμένος και με κάτι απίστευτες καύλες. Τα είπαμε. Η κοπέλα του είναι από την Αγγλία και τον τελευταίο καιρό δεν τα πηγαίνανε και τόσο καλά. Τα είπαμε και με την κοπέλα του. Είναι και οι δυο εκκεντρικοί (όπως όλοι μας άλλωστε…) και γαμώ τα άτομα. Ήπια τις μπίρες μου και αποχώρισα, λιώμα για το σπίτι, σέρνοντας το σώμα μου μετά βίας ως την πιάτσα ταξί. Έφτασα σπίτι, έβαλα να δω μια τσόντα και μετά πέθανα στον ύπνο γυμνός όπως ήμουνα στο καναποκρέβατο με το χέρι μου να αγγίζει  το πιο ευαίσθητο σημείο του σώματος μου.

Οι γονείς μου θα φεύγανε το πρωί κι εγώ έπρεπε να προετοιμαστώ για την επόμενη μέρα που θα είχα το σπίτι ελεύθερο.  Δε θα μου τη γλίτωνε…

Μοιχάλης Μοίχος

*Από το βιβλίο «Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου»

ΟΤΙ ΣΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΑΗΔΙΑ, ΚΑΝΤΟ ΠΟΙΗΣΗ

Τι είναι ποιητής;
Αυτός που ποιεί
Με αυτή την έννοια ποίηση είναι
όλες οι μορφές τέχνης
Η μουσική, η ζωγραφική,
το φώς του ήλιου και οι καταστρεπτικές του ιδιότητες
η γέννηση ενός φυτού ή ζώου ή κάποιου στίχου…
και ο θάνατος αυτών
Ποίηση είναι και η δουλειά του υδραυλικού, του ηλεκτρολόγου
Του ελαιοχρωματιστή
Αλλά μεγαλύτερη απ’ όλες
είναι αυτή του σκουπιδιάρη
που μας καθαρίζει
απ’ όλα τα σκατά, ώστε να μπορούμε
να τα ξανακάνουμε
Ποίηση είναι αυτό!
Έτσι κι εγώ—σαν γνήσιος ρακοσυλλέκτης—μαζεύω όλα αυτά τα σκουπίδια
Όλα τα σκατά που πετάτε τριγύρω
Τα συγκεντρώνω όλα για πάρτι μου
και δεν αποχωρίζομαι κανένα, για κανέναν λόγο
αφήνοντας έτσι όλους εσάς
καθαρούς και αποστειρωμένους
να λάμπετε μες την άγνοια σας.
Έτσι, μέσα σε όλη αυτή τη δυσωδία
των απορριμμάτων και των περιττώματών σας
Κάνω την ιεροτελεστία μου…
Τα βάζω όλα σε ένα μεγάλο καζάνι,
Τα ανακατεύω
Και μετά πηδάω κι εγώ μέσα
κι έπειτα βγαίνω γεμάτος από την πιο σιχαμερή  ποίηση
που εσείς οι ίδιοι με κάνατε να νοιώσω
Έτσι πιάνω μια λευκή κόλλα χαρτί
και πιέζω πάνω την παλάμη μου
τη ψυχή μου
έτσι ώστε να αποτυπωθεί
όλη η αηδία μου για σας και τον πολιτισμό σας,
Ότι πιο άχρηστο.
Ε, με αυτή την έννοια,
Ναι,
Είμαι ποιητής!

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο του Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

…κατεβάστε το από τη βιβλιοθήκη μας

δίχως τίτλο

Δεν με τρομάζει ο κόσμος σου
Μόνο που τον λυπάμαι
Τα βήματα του να ακολουθήσω δεν αντέχω
Και όλο με διώχνει να φύγω
Να μην του χαλάω τις γραμμές
Εγώ από γραμμές δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω
Τις διαταγές δεν τις φοβάμαι
Και πάλι τους λυπάμαι
Άνθρωπος σ’ άνθρωπο να δίνει διαταγές
Μάτια να βγάζει και να βαράει προσοχές
Μα δεν με νοιάζει γιατί ο φόβος είναι δικός σου και δικό τους
Και τις αμαρτίες μου τις πλήρωσα ακριβά
Μα η αρρώστια στο μυαλό δεν λέει να φύγει
Σαν τιμωρία από αμάρτημα παλιό
Σαν του μεσημεριού την Καλοκαιρινή τη θλίψη
Όλο σε βλέπω μες τον κόσμο να γελάς
Να με καλείς με χάδια στον ρυθμό σου
Μα εγώ θα κρύβομαι σε υπόγειες χαρές
Μέσα σε μέρες βαθιές και σκοτεινές
Με τα ταξίδια μου στα βάθη της ψυχής
Και τα δικά σου στην άκρη αυτού του κόσμου
Εγώ να νοιώθω πως δεν με χωράει πια εδώ
Μα εσύ γλεντάς, χορεύεις και γελάς
Εγώ δακρύζω, πονάω και χτυπιέμαι
Και ο πόνος του κορμιού δεν με αγγίζει
Μα της ψυχής οι πληγές οι ξεσκισμένες
Δε λεν να κλείσουν μα μένουν ζωντανές
Να μου θυμίζουν πως ακόμα ζω και υπάρχω
Δεν τις αντέχω τις ατέλειωτες τις μέρες
Πια δεν αντέχω συνέχεια να ζω
Ένα διάλλειμα σχολικό μου έχει λείψει
Αλλά κουδούνι δεν ξέρω που να βρω

Γιώργος

Ένας τρόπος να διαβάσεις σύγχρονη ποίηση

Ένας τρόπος να διαβάσεις σύγχρονη ποίηση είναι,
την ώρα που θα είσαι κλεισμένος στην τουαλέτα
—χέζοντας με το βιβλίο στο χέρι—
να προσπαθείς να συγκεντρωθείς ενώ το τηλέφωνο χτυπά,
η γιαγιά και η θεία σου να φωνάζουν συζητώντας,
ο πατέρας σου να κοιμάται,
κι εσύ να κουνάς το χέρι σου χαρωπά
με την ηλίθια χορευτική μελωδία του κινητού που ακούγεται, γελοιοποιώντας την όλη κατάσταση,
καθώς το βιβλίο με όλες τις έννοιες  του και όλη του τη σοφία,
περιμένει υπομονετικά στα γόνατα σου
και οι «οσμές» από τα περιττώματα σου,
να σου πνίγουν τη μύτη!

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο  Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου. Κατεβάστε το από εδώ