“Η γατούλα”

(Άλλη μια ιστορία με καύλες, αλκοόλ και χασίς)

Εχθές ήρθε μια φίλη μου σπίτι που γουστάρω πολύ την παρέα της…

Είχε έρθει για να δει κάτι στο ίντερνετ επειδή δεν έχει Η/Υ και να τα πούμε.

Εγώ ήμουνα μόνο με μια βερμούδα και τίποτα από κάτω. Αυτή φορούσε μια πολύ καλοκαιρινή μπλούζα με ραντάκι και τζιν παντελόνι ενώ  στο λαιμό της φορούσε ένα μακρύ κολιέ με γαλάζια κοχύλια που ήταν περασμένο διπλή φορά κι έτσι όπως κρεμότανε στο μπούστο της και της χάιδευε τα βυζάκια, τόνιζε τη γυναικεία φύση της και προκαλούσε τις ορμές μου τόσο που η βερμούδα μου άρχισε φουσκώνει από τον ασυγκράτητο και αχόρταγο πούτσο μου  που είχε, όπως φαίνεται, άγριες διαθέσεις. Οι γονείς μου ήταν μέσα, τις άνοιξε η μάνα μου. Εγώ έπαιζα κιθάρα με πολύ βρώμα στον ενισχυτή και πολύ δυνατά ενώ είχα ξεκουρδίσει σε “ρε” για να ακούγεται ακόμα πιο βαρύς ο ήχος μου κι έτσι δεν την άκουσα που ήρθε. Όταν μπήκε λοιπόν στο δωμάτιο συνέχιζα να παίζω τα χαρντκοράδικα ριφάκια μου κι αυτή με παρατηρούσε. Μετά άφησα την κιθάρα για να ασχοληθώ μαζί της. Μπήκαμε λοιπόν στο ίντερνετ και την άφησα για λίγο να κάνει τη δουλειά της ενώ της έβαζα τραγούδια για να δουλέψει πιο ευχάριστα. Πότε—πότε της αποσπούσα την προσοχή για να της διαβάσω κάποιο ποίημα της Κατερίνας Γώγου ή του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και μετά έβαζα παλιά κομμάτια από Σιδηρόπουλο, Λάκη Παπαδόπουλου και Αριστείδη Μυταρά (γιος του ζωγράφου αλλά πολύ καλός μουσικός). Σε άσχετες στιγμές της έδινα κάνα φιλάκι στο λαιμό ή τα χείλη της για να την εξιτάρω και να της αποσπάσω την προσοχή. Το ξέρω πως την καύλωνα αλλά μου έκανε πως αντιστέκεται κι αυτό γιατί υποτίθεται πως κάτι συμβαίνει με κάποιον άλλο και… ξέρεις τώρα, μαλακίες. Έχω όμως τον τρόπο μου. Κάποια στιγμή μπαίνει η μάνα μου μέσα και μου φέρνει το τηλέφωνο. Ήταν ένας φίλος μου. Η Εβελίνα  κρατούσε ένα κουτάκι σόδα—παγωμένο ενώ εγώ έπινα κλασικά τις μπίρες μου. Ενώ μιλούσα, για να με πειράξει, ακούμπαγε το παγωμένο κουτάκι σόδα στην κοιλιά μου κι εγώ τσίτωνα. Ακούγοντας τη φωνή μου να αλλάζει διακυμάνσεις, ο φίλος μου, με ρωτάει: «τι έχουμε… γατούλα, γατούλα;». Ναι, του απαντάω και θέλει παιχνιδάκια… Μετά από λίγο κλείσαμε να με αφήσει με την γατούλα μου.

Εγώ λοιπόν που είχα φρεσκοξυρισμένα αρχίδια και κοντοκουρεμένο το πάνω μέρος του πούτσου μου, θέλησα να της το δείξω να μου πει αν της αρέσει έτσι. «όχι, όχι, δεν θέλω να το δω» μου λέει και γυρνάει από την άλλη μεριά. Στην ιδέα και μόνο, το μαρκούτσι μου είχε αρχίσει να καυλώνει πάλι. Μόλις λοιπόν γυρνάει να με ξανακοιτάξει εγώ κάνω να της το δείξω πάλι. «Κοίτα» της λέω, «δεν θέλω να σου δείξω τον πούτσο μου, το ξύρισμα μόνο να δεις, να μου πεις αν σου αρέσει» Κι έτσι κατεβάζω τη βερμούδα και της το δείχνω ενώ το γυρνάω από όλες τις μεριές για να καταλάβει πόσο το έχω ξυρίσει. Της αρέσει αλλά μου λέει πως στο πάνω μέρος θέλει περισσότερη τρίχα γιατί τονίζει την αρρενωπότητα μου.

Έχω καταστρώσει σχέδιο, αν και ξέρω πως με τους γονείς μου μέσα δύσκολα θα γίνει κάτι παραπάνω. Μπορούμε όμως να το διασκεδάσουμε μέχρι εκεί που μας παίρνει ή και λίγο παραπάνω… ότι κάτσει. Μετά βλέποντας την κιθάρα, της λέω «έλα να σε βγάλω μια φωτογραφία με την κιθάρα. Είναι μια morris που μοιάζει με κάποιο παλιό μοντέλο της Gibson και έχει το χρώμα του ξύλου—είναι πολύ όμορφη κιθάρα. Χρησιμοποιούμε το κινητό της για τη φωτογραφία γιατί δεν είναι εύκαιρη φωτογραφική μηχανή. Την τραβάω κάνα δύο φώτο με την κιθάρα και μετά της λέω να με τραβήξει αυτή, αλλά γυμνό με την κιθάρα. Πετάω λοιπόν τη βερμούδα μου και φοράω την κιθάρα στον ώμο. Ποζάρω έτσι με την κιθάρα να κρέμεται και στο τελείωμα της να περισσεύει ο ταυραντωμένος  και πάντα ορεξάτος πούτσος μου. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι αισθησιακή αυτή η εικόνα, αλλά μόλις την είδα, μου φάνηκε κάφρικη… Εγώ με άγριο ύφος, με τα γένια μου και τα μαλλιά κάτω, γυμνός, την κιθάρα και τον πούτσο μου να περισσεύει από κάτω, σα να λέω «όποια κι αν είσαι, τώρα “τη γάμησες!!!”»

Συνεχίσαμε να βγάζουμε φωτογραφίες. Μετά την προκάλεσα να βγάλει μόνο τον πούτσο μου για να δω πως φαίνεται έτσι ξυρισμένος στο φακό. Κανονικά σε στύση όπως πάντα, ποζάρω επιδεικτικά καμαρώνοντας για αυτό μου το μεγαλείο. Εκείνη δεν κρατιέται και μου κάνει επίθεση χουφτώνοντας μου τα αρχίδια και φιλώντας με καυλιάρικα στο στόμα. Γαμώτο, αν λείπανε οι γονείς μου θα την είχα γαμήσει, αλλά δεν μπορεί  να γίνει κάτι τέτοιο με τους γονείς μου μέσα. Δεν έχει σημασία, καλά περνάμε κι έτσι. Μετά άρχισα να χοροπηδάω εδώ κι εκεί και να φωνάζω:

«Είμαι σάτυρος και χορεύω γύρω σου με τα τραγίσια πόδια μου και την ψωλή μου πάντα καυλωμένη—σε προσκαλώ! Έλα στο χορό μου κι εσύ, και δεν θα χάσεις! Έλα! Έλα! Έλα!…».

Κι εκείνη να μου λέει πως έχω ξεφύγει αλλά να γουστάρει τρελά, κι εγώ να συνεχίζω να χοροπηδάω και να κάνω κατακόρυφους, σβούρες και ακροβατικά—να μη θέλω να ντυθώ με τίποτα! Την αγκάλιαζα, την φίλαγα κι ακουμπούσα το πέος μου πάνω της. Μου αρέσει πολύ να την τρελαίνω έτσι…

Τέλος πάντων, έπρεπε να φύγουμε κάποια στιγμή αφού, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες.

Εγώ είχα να πάω σε ένα φίλο για να βγούμε κι αυτή σπίτι της για ύπνο γιατί μου είχε έρθει πιωμένη από ούζα στην Πειραϊκή όπου είχε πάει με την παρέα της. Με πέταξε μέχρι το σπίτι του φίλου μου, με καληνύχτισε και μου υποσχέθηκε να μου στείλει τις φωτογραφίες που τραβήξαμε μέσω  e-mail.

Φτάνοντας στον φίλο μου με περίμενε ένα μεγάλο τσιγάρο με χασίς πρώτης ποιότητας. Το πίνουμε και ξεκινάμε να πάμε στο μαγαζί που δούλευε η κοπέλα του όπου εγώ συνεχίζω με μπίρες κι αυτός με ουίσκι. Ήμουνα κομμάτια—μεθυσμένος, γλυκά μαστουρωμένος και με κάτι απίστευτες καύλες. Τα είπαμε. Η κοπέλα του είναι από την Αγγλία και τον τελευταίο καιρό δεν τα πηγαίνανε και τόσο καλά. Τα είπαμε και με την κοπέλα του. Είναι και οι δυο εκκεντρικοί (όπως όλοι μας άλλωστε…) και γαμώ τα άτομα. Ήπια τις μπίρες μου και αποχώρισα, λιώμα για το σπίτι, σέρνοντας το σώμα μου μετά βίας ως την πιάτσα ταξί. Έφτασα σπίτι, έβαλα να δω μια τσόντα και μετά πέθανα στον ύπνο γυμνός όπως ήμουνα στο καναποκρέβατο με το χέρι μου να αγγίζει  το πιο ευαίσθητο σημείο του σώματος μου.

Οι γονείς μου θα φεύγανε το πρωί κι εγώ έπρεπε να προετοιμαστώ για την επόμενη μέρα που θα είχα το σπίτι ελεύθερο.  Δε θα μου τη γλίτωνε…

Μοιχάλης Μοίχος

*Από το βιβλίο «Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου»

ΟΤΙ ΣΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΑΗΔΙΑ, ΚΑΝΤΟ ΠΟΙΗΣΗ

Τι είναι ποιητής;
Αυτός που ποιεί
Με αυτή την έννοια ποίηση είναι
όλες οι μορφές τέχνης
Η μουσική, η ζωγραφική,
το φώς του ήλιου και οι καταστρεπτικές του ιδιότητες
η γέννηση ενός φυτού ή ζώου ή κάποιου στίχου…
και ο θάνατος αυτών
Ποίηση είναι και η δουλειά του υδραυλικού, του ηλεκτρολόγου
Του ελαιοχρωματιστή
Αλλά μεγαλύτερη απ’ όλες
είναι αυτή του σκουπιδιάρη
που μας καθαρίζει
απ’ όλα τα σκατά, ώστε να μπορούμε
να τα ξανακάνουμε
Ποίηση είναι αυτό!
Έτσι κι εγώ—σαν γνήσιος ρακοσυλλέκτης—μαζεύω όλα αυτά τα σκουπίδια
Όλα τα σκατά που πετάτε τριγύρω
Τα συγκεντρώνω όλα για πάρτι μου
και δεν αποχωρίζομαι κανένα, για κανέναν λόγο
αφήνοντας έτσι όλους εσάς
καθαρούς και αποστειρωμένους
να λάμπετε μες την άγνοια σας.
Έτσι, μέσα σε όλη αυτή τη δυσωδία
των απορριμμάτων και των περιττώματών σας
Κάνω την ιεροτελεστία μου…
Τα βάζω όλα σε ένα μεγάλο καζάνι,
Τα ανακατεύω
Και μετά πηδάω κι εγώ μέσα
κι έπειτα βγαίνω γεμάτος από την πιο σιχαμερή  ποίηση
που εσείς οι ίδιοι με κάνατε να νοιώσω
Έτσι πιάνω μια λευκή κόλλα χαρτί
και πιέζω πάνω την παλάμη μου
τη ψυχή μου
έτσι ώστε να αποτυπωθεί
όλη η αηδία μου για σας και τον πολιτισμό σας,
Ότι πιο άχρηστο.
Ε, με αυτή την έννοια,
Ναι,
Είμαι ποιητής!

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο του Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

…κατεβάστε το από τη βιβλιοθήκη μας

δίχως τίτλο

Δεν με τρομάζει ο κόσμος σου
Μόνο που τον λυπάμαι
Τα βήματα του να ακολουθήσω δεν αντέχω
Και όλο με διώχνει να φύγω
Να μην του χαλάω τις γραμμές
Εγώ από γραμμές δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω
Τις διαταγές δεν τις φοβάμαι
Και πάλι τους λυπάμαι
Άνθρωπος σ’ άνθρωπο να δίνει διαταγές
Μάτια να βγάζει και να βαράει προσοχές
Μα δεν με νοιάζει γιατί ο φόβος είναι δικός σου και δικό τους
Και τις αμαρτίες μου τις πλήρωσα ακριβά
Μα η αρρώστια στο μυαλό δεν λέει να φύγει
Σαν τιμωρία από αμάρτημα παλιό
Σαν του μεσημεριού την Καλοκαιρινή τη θλίψη
Όλο σε βλέπω μες τον κόσμο να γελάς
Να με καλείς με χάδια στον ρυθμό σου
Μα εγώ θα κρύβομαι σε υπόγειες χαρές
Μέσα σε μέρες βαθιές και σκοτεινές
Με τα ταξίδια μου στα βάθη της ψυχής
Και τα δικά σου στην άκρη αυτού του κόσμου
Εγώ να νοιώθω πως δεν με χωράει πια εδώ
Μα εσύ γλεντάς, χορεύεις και γελάς
Εγώ δακρύζω, πονάω και χτυπιέμαι
Και ο πόνος του κορμιού δεν με αγγίζει
Μα της ψυχής οι πληγές οι ξεσκισμένες
Δε λεν να κλείσουν μα μένουν ζωντανές
Να μου θυμίζουν πως ακόμα ζω και υπάρχω
Δεν τις αντέχω τις ατέλειωτες τις μέρες
Πια δεν αντέχω συνέχεια να ζω
Ένα διάλλειμα σχολικό μου έχει λείψει
Αλλά κουδούνι δεν ξέρω που να βρω

Γιώργος

Ένας τρόπος να διαβάσεις σύγχρονη ποίηση

Ένας τρόπος να διαβάσεις σύγχρονη ποίηση είναι,
την ώρα που θα είσαι κλεισμένος στην τουαλέτα
—χέζοντας με το βιβλίο στο χέρι—
να προσπαθείς να συγκεντρωθείς ενώ το τηλέφωνο χτυπά,
η γιαγιά και η θεία σου να φωνάζουν συζητώντας,
ο πατέρας σου να κοιμάται,
κι εσύ να κουνάς το χέρι σου χαρωπά
με την ηλίθια χορευτική μελωδία του κινητού που ακούγεται, γελοιοποιώντας την όλη κατάσταση,
καθώς το βιβλίο με όλες τις έννοιες  του και όλη του τη σοφία,
περιμένει υπομονετικά στα γόνατα σου
και οι «οσμές» από τα περιττώματα σου,
να σου πνίγουν τη μύτη!

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο  Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου. Κατεβάστε το από εδώ

Cannibal Corpse

Δεν θυμάμαι τι ώρα γύρισα σπίτι και σίγουρα δεν ήτανε νωρίς. Ξύπνησα όμως αρκετά νωρίς το πρωί, με κάτι φριχτούς πόνους στον αυχένα και τις ωμοπλάτες. Νύσταζα ακόμη και το κεφάλι μου γυρνούσε από τα ποτά που είχαν προηγηθεί, αλλά μου φαινότανε αδύνατο να συνεχίσω τον ύπνο μου. Τα αυτιά μου είχαν αυτό το τρομερό βουητό που συνηθίζουν να έχουν κάθε φορά που γυρνάω από συναυλία και ιδιαίτερα το αριστερό αυτί που, κάποια φορά, θέλοντας να δω τι αποτελέσματα θα έχει, είχα κολλήσει  το κεφάλι μου πάνω σε ένα ηχείο που ήταν για να καλύπτει ηχητικά έναν συναυλιακό χώρο. Είχε πειραχτεί το τύμπανο του αριστερού μου αυτιού και τα αποτελέσματα αυτού, τα ένιωθα μετά από κάθε συναυλία. Ένα φριχτό βουητό που αν δεν είχα και το δεξί αυτί για να ακούω, δεν θα άκουγα τίποτα παρά μονάχα αυτό το βουητό. Υπέροχα δηλαδή. Όλα επέμεναν να μου θυμίζουν την προηγούμενη νύχτα. Τι είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα; Τόλμησα να παραβρεθώ στην συναυλία των Cannibal Corpse!

Είχα πάει από νωρίς στο σπίτι ενός φίλου να προετοιμαστούμε για τη συναυλία. Ακούγαμε μουσική και πίναμε μπύρες συνοδευόμενες με σφινάκια τσίπουρο και τηγανιτά μανιτάρια(!?!). Είχαμε φτιάξει ήδη κεφάλι όταν έφτασε η ώρα να φύγουμε. Η συναυλία θα ξεκίναγε 8, αλλά γνωρίζοντας καλά τις ελληνικές  διοργανώσεις, ξέραμε πως θα καθυστερήσει. Όταν φτάσαμε έξω από το Αν ήταν 8:30 και όλος ο κόσμος περίμενε απ’ έξω. Ήταν μαζεμένοι όλοι οι κάφροι της Αθήνας αλλά ήταν και κάτι γκομενάκια που δεν περίμενα να δω εκεί. Οι ηλικίες ήταν από 20 ως 40, καλό αυτό. Πήγαμε δίπλα στο σουβλατζίδικο να πάρουμε μπύρα περιμένοντας να ανοίξουν οι πόρτες. Εκεί ήταν και ένας άλλος φίλος που είχε έρθει για την συναυλία και σχολίασε χαρακτηριστικά πως ήμασταν «φέσι». Μια χαρά ήμασταν, απλά προετοιμασμένοι για την συναυλία. Σε λίγο ανοίγουν οι πόρτες και αρχίζει να μπαίνει μέσα ο κόσμος. Θα παίζανε στην αρχή οι Unkraft και οι Disavowed για να προετοιμάσουν το έδαφος στους κανίβαλους. Μπαίνοντας, η πρώτη μπάντα είχε αρχίσει ήδη να παίζει. Κλασικά, γαμημένες ελληνικές διοργανώσεις. Το ιδιαίτερο που είχε αυτή η μπάντα ήταν πως είχε τον ντράμερ  να κάθεται μπροστά αντί για πίσω. Χταπόδι ο ντράμερ τους και ο ήχος τους έμοιαζε με τον ήχο των Cannibal corpse, αλλά δεν ήτανε τόσο καλοί όσο οι Cannibal. Δεν γνώριζα τις μπάντες που παίζανε στην αρχή κι έτσι δεν ήξερα σε ποια από τις δυο μπάντες ποιο όνομα ανήκει. Ο κόσμος φαινότανε να έχει άγριες διαθέσεις και μπροστά στην σκηνή είχε αρχίσει ήδη ένα ανελέητο headbanking και ο χορός του θανάτου που θα έπρεπε να το σκεφτείς διπλά αν θελήσεις να μπείς κι εσύ. Είπαμε να κρατήσουμε ενέργεια για μετά κι έτσι πήγαμε να τους απολαύσουμε από το μπαρ συνεχίζοντας να πίνουμε την άθλια ληγμένη μπύρα που σερβίρανε, μη έχοντας εναλλακτική επιλογή. Η δεύτερη μπάντα που βγήκε (Unkraft ή Disavowed;) ήταν καλύτερη και ο ήχος τους πιο punk death core. Στρώνανε το χαλί προετοιμάζοντας το έδαφος για τους Cannibal Corpse. Πολύ καλοί! Μόνο που κι αυτοί είχανε τον ντράμερ μπροστά. Έτσι παρατήρησα πως πίσω υπήρχε μια σκεπασμένη ντραμς. Πίσω περιμένανε τα ντραμς των κανίβαλων υπομονετικά μέχρι να αρχίσουν να δέχονται τα θανατηφόρα χτυπήματα της μπάντας όπου ανήκανε. Cannibal Corpse!!!

Κάποια στιγμή βλέπω ένα όμορφο και μικρό κοριτσάκι να έχει έρθει στο μπαρ για μπύρα! Με εντυπωσιάζει το γεγονός αυτό κι έτσι της λέω πως είναι πολύ μικρή και όμορφη για να παραβρίσκεται σε μια τέτοια κάφρικη συναυλία. Αυτή μου απαντάει πως δεν είναι μικρή και πως είναι 26 χρονών. «Ωραία, και γουστάρεις τους Cannibal Corpse, έτσι;» «Ναι!» μου απαντάει και φεύγω να πάω μπροστά να χτυπηθώ λίγο. Κλασικός μαλάκας μεταλάς, τι περιμένεις τώρα.

Το άλλο το απίστευτο, είναι που ήρθε ένα ερωτευμένο ζευγαράκι να παρακολουθήσει τη συναυλία. Δεν φαινόντουσαν καν για μεταλάδες και τους είπα πως με εντυπωσιάζουν. Τους ρώτησα, «πώς κι έτσι;» και μου απάντησαν πως η κοπέλα του είναι μουσικός! Αυτό είναι, οι μουσικοί ξέρουν να εκτιμούνε το καλό. Μετά έρχεται ένας τύπος λιωμένος στον ιδρώτα από τον χορό του θανάτου και το ανελέητο  headbanking να ζητήσει μπύρα. Ήταν εύσωμος, ψηλός και γεμάτος tattoo. Είχε ξυρισμένο κεφάλι και φάτσα υπερφυσικού μπέμπη. «Με το εισιτήριο δεν παίρνεις μπύρα;» «όχι, η μπύρα έχει 3 ευρώ.» «όχι ρε φίλε τι θα κάνω τώρα…;» είπε απελπισμένος. «Μη σε νοιάζει τίποτα ρε, θα κανονίσω εγώ!» του λέω που δεν με ένοιαζε να τον κεράσω μια μπύρα. Γυρνώντας το κεφάλι μου στο μπαρ,  βλέπω να έχει ετοιμάσει ήδη ένα ποτήρι μπύρα η barwoman και να ετοιμάζει ένα δεύτερο που προφανώς κάποιοι είχανε παραγγείλει. Δεν το σκέφτομαι καθόλου, δεν ρωτάω καν και παίρνω το ποτήρι και του το δίνω. Τον συγκίνησα φαίνεται τον γορίλα και με πιάνει με τα τεράστια χέρια του και μου δίνει ένα φιλί ευγνωμοσύνης στα γένια μου! Αλληλεγγύη, είναι καλά παιδιά αυτοί οι μεταλάδες. Ούτε ευχαριστώ, ούτε μαλακίες. Το ευχαριστώ το έδειξε με την κίνηση του. Παίρνει το ποτήρι και χώνεται ξανά στο πλήθος να συνεχίσει το headbanking. Το θέμα είναι πως κανείς δεν μου ζήτησε λεφτά γι’ αυτό το ποτήρι. Ήταν να το πάρει, και το πήρε.

Με τα πολλά, άρχισαν να ακούγονται οι δοκιμές των οργάνων και οι ρυθμίσεις από τους τεχνικούς των Cannibal Corpse. Ακούγοντας τον ήχο της κιθάρας, σε προϊδέαζε για το τι θα ακολουθούσε. Θανατηφόρος! Έπειτα οι ρυθμίσεις των τύμπανων που τα ξεκουρδίζανε ίσα που να πάλλονται και να έχουν έναν ήχο, σαν κλωτσιά στο στομάχι. Το πλήθος άρχισε να καλεί την μπάντα φωνάζοντας δυνατά Ca-nni-bal Ca-nni-bal… και η ατμόσφαιρα ήταν έτοιμη να εκραγεί. Οι Cannibal Corpse ετοιμαζόντουσαν να τινάξουν στον αέρα τον χώρο με εμάς να πεταγόμαστε εδώ κι εκεί. Όλα μυρίζανε μπαρούτι και η κόλαση άρχισε να βράζει κάτω από τα πόδια μας. Και τότε, βγήκανε. Δεν θυμάμαι αν χαιρέτισαν πρώτα ή αρχίσανε να παίζουνε κατευθείαν, αυτό που θυμάμαι, είναι πως μας τίναξαν όλους στον αέρα και χτυπιόμασταν κάτω σαν χταπόδια. Ένα κύμα απίστευτης ενέργειας!

Αρχίσαμε όλοι να κάνουμε το πιο ανελέητο headbanking που μπορούσαμε και να γυρνάμε εδώ κι εκεί σαν τρελοί. Κάποια στιγμή, χάνω την ισορροπία μου και πάω να πέσω. Αυτό ήταν, λέω, θα με ποδοπατήσουν και δεν θα βγώ με τίποτα ζωντανός από δω μέσα. Μόλις με είδαν, με έπιασαν αμέσως οι διπλανοί μου και με βοήθησαν να σηκωθώ. Να ‘ναι καλά τα παιδιά, με έσωσαν από βέβαιο θάνατο. Και μετά, μη έχοντας βάλει μυαλό, ξαναχώθηκα στο χαμό και από το headbanking νόμισα πως θα μου ξεκολλήσει το κεφάλι. Οι Cannibal έπαιζαν αφηνιασμένα και όλο το Αν βρισκόταν σε μια συνεχή έκρηξη από τους θανατηφόρους ρυθμούς τους.

Ο τραγουδιστής των Cannibal, εξαιρετικός. Γνήσια κάφρικη φωνή με βάρος και βάθος υπονόμου που έφτυνε την βρωμερή ψυχή του στα μούτρα μας. Ακούραστος, αφού όποτε άφηνε το μικρόφωνο δεν σταμάταγε το headbanking ούτε για δευτερόλεπτο. Η υπόλοιπη μπάντα, καταπληκτική! Θανατηφόροι μουσικοί, πολύ δεμένοι μεταξύ τους, που προκαλούσαν οστικό κύμα καταστρέφοντας τα πάντα στον δρόμο τους με την ένταση και την τεχνική που παίζανε. Κι όμως, τεχνική, απίστευτη βρώμικη τεχνική! Απίστευτα τύμπανα, απίστευτες κιθάρες, απίστευτο μπάσο, έκαναν το Αν να δονείται τόσο πολύ, που έλεγες πως σύντομα θα καταρρεύσει και δεν θα βγεί ζωντανός κανείς από κει μέσα. Αν όχι η πιο εκρηκτική, από τις πιο εκρηκτικές συναυλίες που έχω βρεθεί.

Όταν σταμάτησαν τους κανιβαλισμούς τους, νιώθαμε όλοι κατάκοποι με πόνους στο σβέρκο από το headbanking, γρατσουνιές και μελανιές παντού από τον χορό του θανάτου και τον ιδρώτα να στάζει στο λεηλατημένο πάτωμα του κακόμοιρου του Αν. Εξοντωμένοι όπως ήμασταν κινήσαμε για τον δρόμο της επιστροφής, μη έχοντας άλλο κουράγιο για συνέχεια σε κάνα μπαρ για ποτό. Σταματήσαμε το πρώτο ταξί που βρέθηκε στον δρόμο μας και πήγαμε σπίτι έχοντας την ικανοποίηση πως ζήσαμε μια από τις καλύτερες συναυλίες του είδους. Αυτό ήταν! Έτσι, για να έχουμε να λέμε κάτι στα εγγόνια αν προλάβουμε να γεράσουμε και δεν αφήσουμε τα κόκαλα μας σε κάποια άλλη συναυλία.

Υ.Γ. πονάει απίστευτα ο αυχένας μου… πως θα πάω αύριο στη δουλειά…;

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο του, Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

Το λεξιλόγιο του καλού αποθηκάριου.

Έχει ως εξής:

Αντάμπαρα: το αντάμπαρα είναι η πρώτη λέξη που πρέπει να μάθεις, μετά το τουρουτουτούρου βέβαια. Το αντάμπαρα το χρησιμοποιούμε όταν μια κατάσταση έχει καλώς. Για παράδειγμα όταν ρωτάμε: την έβγαλες την παραγγελία; Απαντάμε με αυτή τη λέξη.

Τουρουτουτούρου: το τουρουτουτούρου το χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να πούμε πως κάτι είναι σε εξέλιξη. π.χ. “να δέσω αυτό το κιβώτιο;” η απάντηση είναι τουρουτουτούρου. Το τουρουτουτούρου ήταν και η πρώτη λέξη που βγήκε και πάει με όλα.

Ουασάλαπα: αυτή η λέξη ακολουθεί τις δυο προηγούμενες και είναι το συμπέρασμα των δυο πρώτων. π.χ. αντάμπαρα+τουρουτουτούρου=ουασάλαμπα. Δηλαδή όλα έχουν γίνει όπως πρέπει.
Τραβουντέι: αυτή η λέξη χρησιμοποιείται όταν κάτι συμβαίνει. π.χ. τι έχεις ρε? Τραβουντέι! Ο συνομιλητής καταλαβαίνει πως κάτι έχεις.

Γκαγκανιέλα: αυτή η λέξη είναι συμπερασματική και κι ενδεικτική παράλληλα. Δηλαδή παίρνω χαμπάρι τι γίνεται.

Αμπέμπα μπεάκουε: χρησιμοποιείται ως ονομαστική λέξη για κάποιο πρόσωπο.

Γιουπρουκρούτνι: δείχνει μια κατάσταση… περίεργη.

Αλ Μαχμούτ γουασάλαπα: αυτή η λέξη είναι για πολύ προχωρημένους και δεν θα καταλάβεις.

Γουασάλαπα πάπαλα!: η κατάληξη και το τέλος μια κατάστασης.

Μπάκα—μπάκα: αυτή η λέξη προσδιορίζει πως όλα εξελίσσονται καλώς.

Αβαβά!: αυτή η λέξη δείχνει μια κατάσταση. Λέμε η κατάσταση είναι αβαβά!

Κουρκουτέλια!: αυτή η λέξη σημαίνει πως όλα είναι ανακατεμένα και μπερδεμένα.

Πιπιρικιτίκι: λέξη πειραχτική με αίσθηση χιούμορ κι επίσης δύσκολη για νέους χρήστες να την κατανοήσουν.

Ούμα πάρα ούμα: ε, μη θέλεις να τα ξέρεις και όλα… αυτό δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνει. Ας κρατήσουμε και κάτι για μας να συνεννοούμαστε χωρίς να καταλαβαίνουν οι επιτήδειοι

Ασάταρα—τάταρα: αυτή η λέξη σημαίνει το αυτονόητο. Ότι όλα είναι φώς φανάρι.

Σούξου μούξου τουρουρού: κουραφέξαλα! Αυτό δεν σημαίνει τίποτα!

Πλίτσι—πλίτσι: θα στάξεις!!!

Τσίντσιρι: σκατά στα μούτρα σας βρομώπουστες, μαλάκες ανυποψίαστοι.

Αφού λοιπόν μάθεις να χρησιμοποιείς αυτές τις λέξεις στο καθημερινό σου λεξιλόγιο, είσαι έτοιμος να πιάσεις δουλειά ως χαμάλης σε μια αποθήκη χωρίς μησθό και ΙΚΑ, αλλά με πολλούς ΡΟΥΦΙΑΝΟΥΣ!
Εμπρός λοιπόν άξιε νέε!

Μοιχάλης Μοίχος

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2006

*από το βιβλίο  Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

Ύμνος Εις Μέγα Πούτσο

 

satyr.jpg

Ο Πούτσος μου είναι αξιοθέατο! Θα βάλω ζωγράφους να Τον ζωγραφίσουν, φωτογράφους να Τον φωτογραφίσουν και ποιητές λυρικούς, μελωδικά με στίχους λατρείας να Τον εκθειάσουν!

Θα Τον εκθέσω σε μουσεία, γκαλερί και εικαστικές εκθέσεις, να πληρώνουν είσοδο για να Τον δουν και να Τον θαυμάσουν από κοντά, τουρίστες και λοιποί φίλοι του κάλους και του εκλεκτού.

Θα γίνει αντικείμενο μελέτης από τους ειδικούς και θα κερδίσει την Αθανασία που του πρέπει.

Για την διάδοση της γνώσης του κάλους, θα διδάσκεται στα σχολεία και θα είναι απαραίτητο μάθημα για όλες τις ειδικότητες στα πανεπιστήμια. Η ημέρα της πρώτης Του εκσπερμάτωσης, θα κηρυχθεί επίσημη αργία παγκοσμίως. Οι νέοι που θα θέλουν να λάβουν λίγο από το μεγαλείο Του, θα μαζεύονται στις πλατείες και θα αυνανίζονται φιλοσοφώντας προς τιμήν του.

Θα γίνει σύμβολο λατρείας και γονιμότητας και θα τιμάται από χιλιάδες πιστούς ανά τον κόσμο. Θα καθιερωθεί ημέρα λατρείας η ημερομηνία της γέννησης Του, και θα στηθεί στον τόπο όπου έζησε και μεγαλούργησε, ένας μεγαλοπρεπής ναός, όπου θα φέρει αγαλμάτινο ομοίωμα Του σε πραγματικές διαστάσεις(!) εντός του ναού. Επίσης, γύρω Του θα υπάρχουν και διάφορα άλλα ομοιώματα Του, σε διάφορες φάσεις (στητός, πεσμένος, ντεμί, προφίλ, αμφάνς κ.α.) Το εξωτερικό σχήμα του ναού θα έχει το σχήμα Του—σε τεράστιες όμως διαστάσεις για να χωράνε όλοι οι πιστοί.

Τα Αιδοία που θα Τον έχουν γευτεί, θα τιμώνται και θα δοξάζονται σε ειδικές τελετές ως ευλογημένα απ’ Αυτόν. Θα αγιοποιηθούν και θα συνουσιάζονται με κάθε πιστό για να μεταδώσουν λίγη από την ευλογία Του. Στο εσωτερικό του ναού θα υπάρχουν αγαλμάτινα ομοιώματα των Αιδοίων αυτών και θα είναι στημένα περιμετρικά γύρω από το ομοίωμα Αυτού. Το ομοίωμα Αυτού θα βρίσκεται στο κέντρο του ναού.

Εκεί θα μαζεύονται οι πιστοί και θα κάνουν τις τελετές δοξασίας. Έπειτα θα συνουσιάζονται όλοι μαζί ενώ θα ψάλουν λόγια τιμητικά που—ο Μέγας Πούτσος—τους αξίωσε να απολαύσουν αυτή την μεγάλη παρτούζα και σήμερα. Κατά τη διάρκεια της ομαδικής συνουσίας, θα εκστασιάζονται με κρασί, μπύρα και χασίς πρώτης ποιότητας. Μετά την τελετή λατρείας, θα αποχωρούν από τον ναό ευλαβικά, ενώ στο πέρασμα τους δεν θα αφήνουν τίποτα όρθιο και αγάμητο  από την έκσταση και την ευλογία που έχουν πάρει από τον Μέγα αυτό αναρχικό, φιλήδονο, ποιητικά πλασμένο, θεϊκό Πούτσο.

Θα αποκτήσει αποστόλους που θα γυρνάν τον κόσμο και θα διδάσκουν το έργο Του. Θα γίνει θρησκεία και οι πιστοί θα Τον τιμούν με έναν αυνανισμό κάθε μέρα ή ένα γαμήσι.

Αμαρτωλοί θα θεωρούνται εκείνοι που μένουν ανέραστοι και αυτοί που αρνούνται, κόντρα στη φύση τους, τον αυνανισμό. Η τιμωρία τους θα είναι αυτό που οι ίδιοι επιλέξανε, δηλαδή να παραμείνουν ανέραστοι μακριά από κάθε ηδονή της ζωής. Όσοι μετανοούν, ο Μεγάλος Πούτσος θα τους συγχωρεί και θα τους δέχεται στο Βασίλειο της “ΜΕΓΑΛΗΣ ΗΔΟΝΗΣ”!

Και οι δοξολογίες αυτές θα γίνονται εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μοιχάλης Μοίχος

*από το βιβλίο  Μπουρδολογίες ενός σάτυρου

Μια φορά κι έναν καιρό…

Μια φορά κι έναν καιρό σε κάποιον άλλο κόσμο, που καμία σχέση δεν έχει με τον δικό μας συνέβησαν τα εξής:

Ήταν νωρίς το πρωί όταν ο Νίκος σηκώθηκε να πάει στη δουλειά του. Δεν μπορούσε να λείψει γιατί θα την έχανε αν δεν παρουσιαζόταν. Τα δάνεια κόντευαν να τον πνίξουν, η πρώην γυναίκα του ζητούσε ολοένα και πιο μεγάλη διατροφή. Οδηγούσε αμέριμνος. Πέρασε με το αυτοκίνητο του μπροστά απ’την πλατεία.” Παλιά υπήρχαν δέντρα εδώ, τώρα φύτρωσαν κάμερες” λέει στον εαυτό του. “Δεν πειράζει που τα έκοψαν όλα πάντως, τουλάχιστον μπορώ να βρω πάρκινγκ.”

Φτάνει με κάποια λεπτά καθυστέρηση στη δουλειά του. “Ο διευθυντής ζήτησε να σε δει” του είπε βιαστικά η γραμματέας καθώς έτρεχε για να πάει για ψώνια στο νέο μεγάλο εμπορικό κατάστημα που άνοιξε στην περιοχή. Ο Νίκος ένιωθε πνιγμένος.” Τι να θέλει τώρα?” σκεφτόταν από μέσα του.

Μπαίνει στο γραφείο. Ο διευθυντής όταν τον βλέπει κουμπώνει το παντελόνι του, δένει τη ζώνη του και διώχνει τις γυμνές υπαλλήλους του. “Καλώς τον” λέει με ευδιάκριτη ειρωνεία. “Γιατί άργησες? Ξέρεις καλά ότι τα θύματα (όπως συνήθιζε να λέει τους καταναλωτές των προϊόντων του) ολοένα και αυξάνονται. Το ίδιο και οι απαιτήσεις μου από σένα. Το τσιπάκι σου έδειξε ότι δεν εργάζεσαι αρκετά για να πλουτίσω περισσότερο, και ότι δεν ακολούθησες κατά γράμμα τις εντολές που σου έδωσα για το πώς να ζεις. ΑΠΟΛΥΕΣΑΙ.”

Ο Νίκος γύρισε σπίτι. Άνοιξε την τηλεόραση. Ήταν απαραίτητη για κάθε σπίτι. Ακόμη και τα παιδιά στο σχολείο καλλιεργούσαν το πνεύμα τους μέσω αυτής. Είδε κάποιους μεσσίες, οι οποίοι έταζαν πράγματα στον κόσμο αλλά ποτέ δεν τηρούσαν τις υποσχέσεις τους. Δεν καταλάβαινε ποτέ όμως πως εκλέγονταν πάντα αυτοί. Ο μεσσίας ενός κόμματος μίλαγε για την πάταξη της τρομοκρατίας. Οι τρομοκράτες έσπασαν πάλι μία τζαμαρία ενός πολυεθνικού καταστήματος και έγραψαν συνθήματα στον τοίχο. Καταστρέφουν τον κόσμο υποστήριξε ο μεσσίας.

Κυριακή πρωί. Ο Νίκος σηκώθηκε για να πάει στην εκκλησία να παρακαλέσει τον Θεό να τον σώσει και να αναστήσει τη καημένη τη μητέρα του που πέθανε πέρσι. Πηγαίνει στην εκκλησία προσεύχεται και φιλάει κάποιες ζωγραφιές σε ξύλο. Πιθανώς πίστευε ότι θα τον βοηθήσουν να συνεχίσει τη ζωή του. Μόλις φεύγει απ’το ιερό για εκείνον μέρος κατά λάθος χτυπάει το κεφάλι του σε κάποια εικόνα και του φεύγει το τσιπάκι. Ένιωσε για λίγα δευτερόλεπτα να ξεθολώνει το μυαλό του και να βλέπει καθαρά ότι ζει σε μία απάτη. Συνειδητοποιεί όμως ότι οι παρευρισκόμενοι στην εκκλησία τον είδαν σαν παρείσακτη απειλή. Αυτός άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει απ’το οργισμένο πλήθος . Δύο στενά πιο κάτω τον άρπαξε ένα χέρι. Ήταν τρομοκράτης. Δεν τον φοβόταν όμως. Σιγά-σιγά μαζεύτηκε όλη η ομάδα τρομοκρατών και του εξήγησε τα σχέδιά της. Αυτός δέχτηκε να τους βοηθήσει.

Αργά το βράδυ πηγαίνει με τους συντρόφους τους στη βουλή. Από αυτό το κτήριο δίνονταν εντολές στα τσιπάκια. Αφού μπήκαν αθόρυβα μέσα κατέβασαν τον διακόπτη που τα έθετε σε λειτουργία.

Μέσα σε μία ώρα είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία ένας μανιασμένος όχλος. Οι μεσσίες που κυβερνούσαν επιστράτευσαν κάποιους παράξενους τρομοκράτες. Τους αποκαλούσαν αστυνόμους. Δεν ήταν σαν εμάς. Φορούσαν κράνος και όχι κουκούλα και ήταν οπλισμένοι με θανατηφόρα όπλα και όχι πέτρες και ξύλα όπως εμείς. Όταν τους επιτέθηκαν πολλοί οπισθοχώρησαν και άλλοι έπεσαν νεκροί. Αυτός με κάποια άλλα στελέχη πήγαν στη βουλή. Εκεί είχαν μείνει λίγοι απ’τους αστυνόμους. Αφού τους σκότωσαν γρήγορα μπήκαν μέσα. Έπαθαν έκπληξη όταν είδαν όλους τους μεσσίες να φρουρούνται από μεγάλο αριθμό αστυνόμων. Ο Νίκος είχε πάρει τα μέτρα του. Δεν το είχε πει στους δικούς του. Ήταν ζωσμένος με εκρηκτικά. Ξέφυγε απ’τους αστυνόμους και άρχισε να κυνηγάει κάποιον απ’τους μεσσίες που μόλις τον είδε άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Έφτασαν σε ένα μικρό δωμάτιο. Όταν αντίκρισε το πρόσωπό του είδε ότι ήταν ο μεσσίας του αριστερού κόμματος. Άκουγε πυροβολισμούς. Οι σύντροφοί του σίγουρα είχαν πέσει. Ο μεσσίας του πρόσφερε μια θέση στην εξουσία και μεγάλο αριθμό χρημάτων. Αυτός το σκέφτηκε λίγο. Απάντησε” Ούτε ένας από σας δεν πρέπει να μείνει ζωντανός”. Και ακούγεται μια έκρηξη απ΄το κτήριο της βουλής. Κανείς δεν πρέπει να έμεινε ζωντανός.

Την αυγή το σύστημα είχε πέσει. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Κάποιοι έπρεπε να θυσιαστούν. Οι τρομοκράτες. Εκείνο το πρωί όλα τα λεφτά μαζεύτηκαν στην πλατεία και τα έκαψαν για να ζεσταθούν οι φτωχοί. Τα αστυνομικά τμήματα γκρεμίστηκαν και έγιναν παιδικές χαρές. Παντού φυτεύτηκαν δέντρα. Οι τράπεζες έγιναν ιδρύματα και οι εκκλησίες σχολεία. Όλες οι τηλεοράσεις καταστράφηκαν. Η βουλή τέλος έγινε χώρος για να γίνονται συναυλίες και εκδηλώσεις. Πλέον δεν κυβερνούσε κανείς. Όλοι ήταν τώρα ευτυχισμένοι.

Στους τοίχους γράφτηκε: ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ ΟΛΟΙ-ΟΛΟΙ.

Σπύρος

Ο ΔΕΣΜΙΟΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

κι όσοι από σας νομίζετε ψεύτικη την ιστορία αυτή
περιμένετε λίγα χρονάκια, ώσπου να επαληθευτεί

Kάποια στιγμή νομίζεις ότι όλα τελείωσαν. Και τότε η ζωή σπεύδει να σε διαψεύσει. Όλα καταρρέουν. Νιώθεις μόνος. Αβοήθητος. Ψάχνεις κάποιον να σε σηκώσει. Να σου δώσει το χέρι. Να σου μιλήσει. Να μιλήσει αληθινά όμως. Νιώθεις τόση δυστυχία, εδώ και χρόνια. Αρχίζεις να τη συνηθίζεις. Τώρα σου αρέσει! Δε σε ενοχλεί. Την αγαπάς. Αγαπάς την αρρωστημένη αυτή κατάσταση.

Κάποιος που είναι στο σκοτάδι για χρόνια, αυτό που λαχταρά περισσότερο είναι το φως. Κι όμως, όταν κάποιος ανοίξει την πόρτα της φυλακής του, και το φως ορμητικό, κατακλύζει το δωμάτιο, δεν μπορεί να το αντέξει. Κλείνει τα
μάτια του γιατί πονάνε. Θέλει πίσω το σκοτάδι του.

Έτσι, κάποια στιγμή έρχεται αυτός που περίμενες πολύ καιρό πριν. Άργησε αλλά ήρθε. Θέλει να σου ανοίξει τα μάτια. Να σου δείξει το δρόμο, να σου διδάξει τα μυστικά του φωτός. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο, θέλεις το σκοτάδι σου, το αγαπάς πλέον. Κι έτσι τον διώχνεις. Διώχνεις το μοναδικό πλάσμα που ενδιαφέρεται για σένα. Όμως, αυτό το πλάσμα που δεν το έχεις ξαναδεί στη ζωή σου, αν και είναι συνεχώς δίπλα σου, σε αγαπάει. Και δεν φεύγει. Επιμένει να σε σώσει.

Αν δεν δώσεις στο φυλακισμένο το σκοτάδι του γρήγορα, τα μάτια του καταστρέφονται. Έτσι, τυφλώνεται.
Κι έτσι, ο φίλος σου σου δείχνει το φως. Προσπαθεί να σε σώσει με όλη του τη δύναμη. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο πονάς. Η Αλήθεια είναι σαν καρφιά που καρφώνονται στο σώμα σου. Και εσύ τότε τρελαίνεσαι, χάνεις τα λογικά
σου. Τώρα βλέπεις μόνο ένα τέρας να σε τοξοβολεί με φωσφορίζοντα φαρμακερά βέλη.

Τώρα ο φυλακισμένος, τυφλός πλέον, ορμά εναντίον του άγνωστου εισβολέα. Κλείνει την πόρτα με μανία. Τώρα είναι και οι δυο στο σκοτάδι. Έχει πλεονέκτημα. Του επιτίθεται, τον σκοτώνει, και αφήνει το σκοτάδι να καλύψει τα ίχνη του εγκλήματος.

Όχι άλλο φως, τσιρίζεις. Τότε βγάζεις μια πολεμική κραυγή και επιτίθεσαι στο τέρας. Είναι ασύγκριτα δυνατότερο αλλά δεν αντιστέκεται. Αφού σε αγαπάει. Τα χέρια σου σφίγγεις γύρω από το λαιμό του και σε λίγο είναι νεκρό.
Όμως, το σώμα του φεγγοβολεί και το σκοτάδι δεν μπορεί να καλύψει τα ίχνη αυτού του εγκλήματος. Πρέπει να γίνει το φως σκοτάδι. Πώς όμως; Μα φυσικά! Φωτιά! Και φτιάχνεις έναν τεράστιο βωμό στα έγκατα της αβύσσου. Εκεί πάνω τοποθετείς τον φωτεινό άγγελο και ανάβεις τη φωτιά. Και το φως έγινε σκοτάδι, τα φτερά του έγιναν στάχτη και τα χρυσαφιά μαλλιά του έγιναν καπνός. Τώρα είσαι ελεύθερος να ζήσεις στο σκοτάδι σου.

Και τότε καταλαβαίνεις ότι μόλις πέθανες.

Θοδωρής

*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος του περιοδικού

Η ΟΛΟ ΒΛΑΒΕΣ ΛΟΛΙΤΑ

Ήταν ένα πρωινό στο Μεξικό όπου ο ήλιος ξεχνάει να δύσει… Οι πρωταγωνιστές μας κάθονται και πίνουν καφέ στην βεράντα του διώροφου σπιτιού τους… Όταν η Λολίτα ρωτάει τον Χόρχε αν ήθελε ένα πλούσιο πρωινό εκείνος της απαντά κοιτάζοντας την στα μάτια τα οποία λαμπύριζαν στο φως του ήλιου «Ναι, Λολίτα»… Η Λολίτα σαγηνευμένη τρέχει στην κουζίνα να φτιάξει το πλούσιο πρωινό του Χόρχε. Όπως έτρεχε, είχε ξεχάσει ότι είχε κλείσει την τζαμαρία και έτσι έπεσε επάνω της με αποτέλεσμα ένα γυαλί να πέσει στο χέρι της και να το κάνει κομμάτια… Ο Χόρχε χωρίς να καταλάβει τίποτα, φώναζε «Μωρή Λολίτα, κόκαλα έχουν τα νάτθοθ??».Και εκείνη απάντησε «Όχι Χόρχε, μιθό λεπτό μόνο!!» χωρίς να θέλει να καταλάβει τίποτα ο Χόρχε, η Λολίτα προσπαθούσε να κολλήσει πάλι το χέρι στον ώμο της. Όταν δεν έβρισκε άκρη, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάτι για να κολλήσει το χέρι της, πήγε τρέχοντας στο γραφείο του Χόρχε και βρήκε συρραπτικό και άρχισε να χτυπάει το χέρι της με μανία… Γεμάτη αίματα, φτάνει στην βεράντα και λέει στον Χόρχε με δάκρυα στα μάτια «Χόρχε… είδα μια κατθαρίδα θτο θυρτάρι του γραφείου θου!!!».Τότε, ο Χόρχε νευριασμένος λέει στη Λολίτα «Μωρή τεμπέλα πάλι κθέχαθες να βγάλειθ έκθω το πθώφιο ποντίκι??» Και τότε η Λολίτα απάντησε «Όχι Χόρχε μάλλον θα φταίει ο πθωφιος αθβός…» Τρέχει ο Χόρχε επάνω και βλέπει την κατσαρίδα στο συρτάρι… Άνοιξε τα μάτια τόσο πολύ που οι βολβοί των ματιών του πετάχτηκαν έξω και ούρλιαξε «Λολίίίίίίίταααααααα!!!!!!!». Όταν εκείνη με ένα χέρι του απάντησε «Χόρχε?». Κατεβαίνει ο Χόρχε σαν μανιασμένος ψάχνοντας απεγνωσμένα την Λολίτα… Εκείνη είχε κρυφτεί στο ντουλάπι που είχαν για να βάζουν τα παπούτσια τους. Η Λολίτα, τρομαγμένη καθώς ήταν, είχε ξεχάσει ότι το χέρι της έτρεχε αίμα και όπου πήγαινε άφηνε μικρές στάλες αίματος… Τότε ο Χόρχε ανοίγοντας το ντουλάπι βρίσκει την Λολίτα με το κομμένο χέρι και την τραβάει έξω από τα μαλλιά. Με το τράβηγμα αυτό ο Χόρχε ξερίζωσε όλα τα μαλλιά της με αποτέλεσμα να μείνει καραφλή. Άρχισε να την χτυπάει μανιωδώς στο κεφάλι ρωτώντας την γιατί η κατσαρίδα κυκλοφορούσε στο συρτάρι του γραφείου του… Καθώς την χτυπούσε στο κεφάλι όλα της τα δόντια έπεσαν στο πάτωμα του διώροφου σπιτιού… Η Λολίτα γεμάτη αίματα φώναζε «Χοθέέέέέέ Αρμάάάάντοοοο» Τότε ένας άντρας μικροσκοπικός μπαίνει μέσα στο δωμάτιο του τρόμου κλαίγοντας για την Λολίτα… Με το ντουφέκι του στον ώμο πυροβολεί με κλειστά μάτια και πετυχαίνει τη Λολίτα στο πόδι. Από το ουρλιαχτό και το χάος που επικρατούσε στο δωμάτιο έσπασε το τύμπανο της Λολίτας και έτσι έμεινε κουφή από το δεξί αυτί… Ο Χοσέ Αρμάντο από τον πανικό του πυροβολούσε όποιον έβρισκε μπροστά του με αποτέλεσμα να σκοτώσει τον Χόρχε, να σκοτώσει τον πιτσαδόρο που έφερνε την πίτσα, να σκοτώσει την γκόμενα του Χόρχε που ήταν κρυμμένη στην ντουλάπα με τα ρούχα, να σκοτώσει την κατσαρίδα και να πετύχει τη Λολίτα στο αριστερό μάτι… Η κουλή, καραφλή, φαφούτα, κουτσή, κουφή και πλέον τυφλή Λολίτα, πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα σε ηλικία 99 ετών… Και από τότε έζησαν αυτοί καλά (όσοι σώθηκαν δηλαδή)και εμείς καλύτερα….

By afro

*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος