Ο ΔΕΣΜΙΟΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

κι όσοι από σας νομίζετε ψεύτικη την ιστορία αυτή
περιμένετε λίγα χρονάκια, ώσπου να επαληθευτεί

Kάποια στιγμή νομίζεις ότι όλα τελείωσαν. Και τότε η ζωή σπεύδει να σε διαψεύσει. Όλα καταρρέουν. Νιώθεις μόνος. Αβοήθητος. Ψάχνεις κάποιον να σε σηκώσει. Να σου δώσει το χέρι. Να σου μιλήσει. Να μιλήσει αληθινά όμως. Νιώθεις τόση δυστυχία, εδώ και χρόνια. Αρχίζεις να τη συνηθίζεις. Τώρα σου αρέσει! Δε σε ενοχλεί. Την αγαπάς. Αγαπάς την αρρωστημένη αυτή κατάσταση.

Κάποιος που είναι στο σκοτάδι για χρόνια, αυτό που λαχταρά περισσότερο είναι το φως. Κι όμως, όταν κάποιος ανοίξει την πόρτα της φυλακής του, και το φως ορμητικό, κατακλύζει το δωμάτιο, δεν μπορεί να το αντέξει. Κλείνει τα
μάτια του γιατί πονάνε. Θέλει πίσω το σκοτάδι του.

Έτσι, κάποια στιγμή έρχεται αυτός που περίμενες πολύ καιρό πριν. Άργησε αλλά ήρθε. Θέλει να σου ανοίξει τα μάτια. Να σου δείξει το δρόμο, να σου διδάξει τα μυστικά του φωτός. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο, θέλεις το σκοτάδι σου, το αγαπάς πλέον. Κι έτσι τον διώχνεις. Διώχνεις το μοναδικό πλάσμα που ενδιαφέρεται για σένα. Όμως, αυτό το πλάσμα που δεν το έχεις ξαναδεί στη ζωή σου, αν και είναι συνεχώς δίπλα σου, σε αγαπάει. Και δεν φεύγει. Επιμένει να σε σώσει.

Αν δεν δώσεις στο φυλακισμένο το σκοτάδι του γρήγορα, τα μάτια του καταστρέφονται. Έτσι, τυφλώνεται.
Κι έτσι, ο φίλος σου σου δείχνει το φως. Προσπαθεί να σε σώσει με όλη του τη δύναμη. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο πονάς. Η Αλήθεια είναι σαν καρφιά που καρφώνονται στο σώμα σου. Και εσύ τότε τρελαίνεσαι, χάνεις τα λογικά
σου. Τώρα βλέπεις μόνο ένα τέρας να σε τοξοβολεί με φωσφορίζοντα φαρμακερά βέλη.

Τώρα ο φυλακισμένος, τυφλός πλέον, ορμά εναντίον του άγνωστου εισβολέα. Κλείνει την πόρτα με μανία. Τώρα είναι και οι δυο στο σκοτάδι. Έχει πλεονέκτημα. Του επιτίθεται, τον σκοτώνει, και αφήνει το σκοτάδι να καλύψει τα ίχνη του εγκλήματος.

Όχι άλλο φως, τσιρίζεις. Τότε βγάζεις μια πολεμική κραυγή και επιτίθεσαι στο τέρας. Είναι ασύγκριτα δυνατότερο αλλά δεν αντιστέκεται. Αφού σε αγαπάει. Τα χέρια σου σφίγγεις γύρω από το λαιμό του και σε λίγο είναι νεκρό.
Όμως, το σώμα του φεγγοβολεί και το σκοτάδι δεν μπορεί να καλύψει τα ίχνη αυτού του εγκλήματος. Πρέπει να γίνει το φως σκοτάδι. Πώς όμως; Μα φυσικά! Φωτιά! Και φτιάχνεις έναν τεράστιο βωμό στα έγκατα της αβύσσου. Εκεί πάνω τοποθετείς τον φωτεινό άγγελο και ανάβεις τη φωτιά. Και το φως έγινε σκοτάδι, τα φτερά του έγιναν στάχτη και τα χρυσαφιά μαλλιά του έγιναν καπνός. Τώρα είσαι ελεύθερος να ζήσεις στο σκοτάδι σου.

Και τότε καταλαβαίνεις ότι μόλις πέθανες.

Θοδωρής

*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος του περιοδικού

Η ΟΛΟ ΒΛΑΒΕΣ ΛΟΛΙΤΑ

Ήταν ένα πρωινό στο Μεξικό όπου ο ήλιος ξεχνάει να δύσει… Οι πρωταγωνιστές μας κάθονται και πίνουν καφέ στην βεράντα του διώροφου σπιτιού τους… Όταν η Λολίτα ρωτάει τον Χόρχε αν ήθελε ένα πλούσιο πρωινό εκείνος της απαντά κοιτάζοντας την στα μάτια τα οποία λαμπύριζαν στο φως του ήλιου «Ναι, Λολίτα»… Η Λολίτα σαγηνευμένη τρέχει στην κουζίνα να φτιάξει το πλούσιο πρωινό του Χόρχε. Όπως έτρεχε, είχε ξεχάσει ότι είχε κλείσει την τζαμαρία και έτσι έπεσε επάνω της με αποτέλεσμα ένα γυαλί να πέσει στο χέρι της και να το κάνει κομμάτια… Ο Χόρχε χωρίς να καταλάβει τίποτα, φώναζε «Μωρή Λολίτα, κόκαλα έχουν τα νάτθοθ??».Και εκείνη απάντησε «Όχι Χόρχε, μιθό λεπτό μόνο!!» χωρίς να θέλει να καταλάβει τίποτα ο Χόρχε, η Λολίτα προσπαθούσε να κολλήσει πάλι το χέρι στον ώμο της. Όταν δεν έβρισκε άκρη, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάτι για να κολλήσει το χέρι της, πήγε τρέχοντας στο γραφείο του Χόρχε και βρήκε συρραπτικό και άρχισε να χτυπάει το χέρι της με μανία… Γεμάτη αίματα, φτάνει στην βεράντα και λέει στον Χόρχε με δάκρυα στα μάτια «Χόρχε… είδα μια κατθαρίδα θτο θυρτάρι του γραφείου θου!!!».Τότε, ο Χόρχε νευριασμένος λέει στη Λολίτα «Μωρή τεμπέλα πάλι κθέχαθες να βγάλειθ έκθω το πθώφιο ποντίκι??» Και τότε η Λολίτα απάντησε «Όχι Χόρχε μάλλον θα φταίει ο πθωφιος αθβός…» Τρέχει ο Χόρχε επάνω και βλέπει την κατσαρίδα στο συρτάρι… Άνοιξε τα μάτια τόσο πολύ που οι βολβοί των ματιών του πετάχτηκαν έξω και ούρλιαξε «Λολίίίίίίίταααααααα!!!!!!!». Όταν εκείνη με ένα χέρι του απάντησε «Χόρχε?». Κατεβαίνει ο Χόρχε σαν μανιασμένος ψάχνοντας απεγνωσμένα την Λολίτα… Εκείνη είχε κρυφτεί στο ντουλάπι που είχαν για να βάζουν τα παπούτσια τους. Η Λολίτα, τρομαγμένη καθώς ήταν, είχε ξεχάσει ότι το χέρι της έτρεχε αίμα και όπου πήγαινε άφηνε μικρές στάλες αίματος… Τότε ο Χόρχε ανοίγοντας το ντουλάπι βρίσκει την Λολίτα με το κομμένο χέρι και την τραβάει έξω από τα μαλλιά. Με το τράβηγμα αυτό ο Χόρχε ξερίζωσε όλα τα μαλλιά της με αποτέλεσμα να μείνει καραφλή. Άρχισε να την χτυπάει μανιωδώς στο κεφάλι ρωτώντας την γιατί η κατσαρίδα κυκλοφορούσε στο συρτάρι του γραφείου του… Καθώς την χτυπούσε στο κεφάλι όλα της τα δόντια έπεσαν στο πάτωμα του διώροφου σπιτιού… Η Λολίτα γεμάτη αίματα φώναζε «Χοθέέέέέέ Αρμάάάάντοοοο» Τότε ένας άντρας μικροσκοπικός μπαίνει μέσα στο δωμάτιο του τρόμου κλαίγοντας για την Λολίτα… Με το ντουφέκι του στον ώμο πυροβολεί με κλειστά μάτια και πετυχαίνει τη Λολίτα στο πόδι. Από το ουρλιαχτό και το χάος που επικρατούσε στο δωμάτιο έσπασε το τύμπανο της Λολίτας και έτσι έμεινε κουφή από το δεξί αυτί… Ο Χοσέ Αρμάντο από τον πανικό του πυροβολούσε όποιον έβρισκε μπροστά του με αποτέλεσμα να σκοτώσει τον Χόρχε, να σκοτώσει τον πιτσαδόρο που έφερνε την πίτσα, να σκοτώσει την γκόμενα του Χόρχε που ήταν κρυμμένη στην ντουλάπα με τα ρούχα, να σκοτώσει την κατσαρίδα και να πετύχει τη Λολίτα στο αριστερό μάτι… Η κουλή, καραφλή, φαφούτα, κουτσή, κουφή και πλέον τυφλή Λολίτα, πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα σε ηλικία 99 ετών… Και από τότε έζησαν αυτοί καλά (όσοι σώθηκαν δηλαδή)και εμείς καλύτερα….

By afro

*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος

ΜΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ (1)

Ως υπέρμαχος του «χρησιμοποιείστε τα ΜΜΜ» χρησιμοποιώ αρκετά συχνά το μέτρο και λιγότερο τα λεωφορεία.

Μέσα σε αυτά μπορείς να συναντήσεις όλων των ειδών τους ανθρώπους. Ανθρώπους που ποτέ σου δεν θα πίστευες πως υπάρχουν κάπου ανάμεσά μας και όμως…

Κατεβαίνεις τις κυλιόμενες. Κάθεσαι στην άκρη. Ουπς, κάποιος σε σπρώχνει να περάσει βιαστικά από δίπλα. Γιατί τρέχει? Δεν έχει καν φτάσει το μετρό.

Είσαι στη σήραγγα. Το μετρό φτάνει σε 2 λεπτά όπως φαίνεται στο κρεμαστό ταμπλό. Γρήγορα, ωραία. Βιάζεσαι? Όχι…Όλοι έχουν μαζευτεί στο σημείο που βγάζουν οι σκάλες – ένας κυριούλης γυρνάει βιαστικά το κομπολόι του – μια κυρία βρίζει γιατί την έσπρωξε ένας τύπος με σκουλαρίκια και μαλλιά «αλήτης» σιγομουρμουράει –  ένας χοντρούλης ανθρωπάκος μασουλάει το κρουασάν «πρέπει να το φάω όλο πριν έρθει ο συρμός» σκέφτεται –

Έφτασε ο συρμός. Πριν καν βγει ο κόσμος όλοι τρέχουν να σπρώξουν για να μπουν. «Να βγούμε πρώτα» ακούγεται μια φωνή,«Τι λέει τούτος» σκέφτεται κάποιος άλλος προσπαθώντας να σπρώξει τη γριούλα που δυσκολεύεται να μπει στο τραίνο λόγω της απόστασης από την αποβάθρα – «προσοχή το μωρό»φωνάζει μια μητέρα κρατώντας ένα πιτσιρίκι στο χέρι και τραβώντας το για να το χωρέσει πριν κλείσουν οι πόρτες.

Κρατιέμαι από την σιδερένια μπάρα. Μια κυρία με σπρώχνει σκύβοντας να μαζέψει κάτι νάιλον σακούλες,«τεράστιος κώλος» – Δίπλα μου κάτι μυρίζει άσχημα, ένας τύπος αρκετά περίεργα μελαχρινός αφήνει ελεύθερη να αναδυθεί η μυρωδιά του σώματός του – ένας αλήτης (μούσια και σκουλαρίκια) ακούει death metal και μαζί ακούει και όλος ο συρμός (μάλλον τα ακουστικά του είναι φτηνιάρικα) –
1Η στάση, μια θέση αδειάζει , η κυριούλα με τις νάιλον σακούλες σκύβει αρπάζει τις σακούλες όπως όπως παραμερίζοντάς με ξανά με την κολάρα της, σπρώχνει τους πάντες και χώνεται στην κενή θέση αφήνοντας έναν αναστεναγμό «αχχ παναγία μου» (τι να σου κάνει και η Παναγία) –

2Η στάση, μπαίνει ένας δίμετρος με ξανθιά περούκα και ψηλοτάκουνα. Τι το θέλαμε τώρα αυτό…Τα μάτια όλου του συρμού (ακόμη και τα δικά μου) πάνω στο δίμετρο πλάσμα που δείχνει αδιάφορο (και καλά κάνει).

3Η στάση, μπαίνει ένα ατημέλητο παλικαράκι με σκισμένα ρούχα και αρχίζει την γνωστή κασέτα «βγήκα από τη φυλακή και…» κανείς δεν τον ακούει όλοι κοιτάζουν το πάτωμα – το ταβάνι , μόνο μια γριούλα του δίνει μερικά λεπτάκια άλλωστε και να δώσεις δεν ξέρες αν όντως κάνεις καλό ή κακό (ακόμα δεν έχω καταλήξει)

4Η στάση, ήρθε η ώρα να κατέβω, ένα χέρι με βουτάει από τον αγκώνα με πιέζει προς τα πίσω «συγνώμη να κατέβω μου λέει» «μα…» προσπαθώ να πω ,με περνάει, κατεβαίνει «μπιπ μπιπ» κάνουν οι πόρτες πετάγομαι…

Βγήκα στο τσακ.

Ξεκινάει ο συρμός και εγώ πηγαίνω μαζί του…«μα πως…»…
η τσάντα μου πιάστηκε…
ευτυχώς ο συρμός σταματάει…freedom στην τσάντα μου…ίσα ίσα που τσαλακώθηκε λιγάκι…όλοι γελάνε με μένα…κοκκινίζω  από ντροπή αλλά δεν πειράζει…

συγνώμη τσαντούλα…δεν σε είχα στο μυαλό μου.

ΟΤΤΟ * τεύχος#4

“ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ”

Ήταν πρωί στο νησί του Πάσχα. Όλα τα πρόβατα μαζευτήκαμε και πήγαμε να σκοτώσουμε τον βοσκό πριν μας σκοτώσει και μας σουβλίσει όπως έκανε πέρσι στους γονείς μας. Καθώς βελάζαμε ομαδικά στο δρόμο, ξεπρόβαλαν δύο πρόβατα με κόκκινο μαλλί στην ομοιόμορφη μάζα μας. Οι περισσότεροι  συνοδοιπόροι μας τα γνώριζαν και έδειξαν αμέσως τον θαυμασμό τους κρατώντας κόκκινες σημαίες με άγνωστα σε εμάς εργαλεία. Άρχισαν να μιλούν για αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, τον δυϊσμό και τον πληθυσμό. Τα περισσότερα πρόβατα συμφώνησαν και αγόρασαν κουπόνια για κάποιο διαγωνισμό χωρίς δώρα. Εγώ και άλλα δέκα πρόβατα δεν καταλαβαίναμε τι σόι διαγωνισμός είναι αυτός χωρίς δώρα. Επίσης ξέραμε ότι ο στόχος μας ήτανε ο βοσκός και όχι ο ισμός. Τελικά μετά από μια βόλτα την οποία καθοδήγησαν αρκετοί λύκοι ανοίγοντας μας το δρόμο, βρεθήκαμε μπροστά στο αρχηγείο του βοσκού όπου το περιφρουρούσαν αρκετοί λύκοι, κάποιοι ήταν με πολιτικά. Αφού βελάσαμε μερικές τελευταίες φορές, τα κόκκινα πρόβατα και οι ακόλουθοι τους, άρχισαν να φεύγουν ξεχνώντας τον σκοπό μας: να σκοτώσουμε τον βοσκό. Τότε εμείς τα έντεκα πρόβατα επιτεθήκαμε στο αρχηγείο με πέτρες και ξύλα. Αμέσως όρμησαν πάνω μας όχι οι λύκοι, αλλά κόκκινες νεαρές προβατίνες, που με κάποια ασύλληπτη γλώσσα προσπαθούσαν να μας αποτρέψουν, εμποδίζοντας ταυτόχρονα την πορεία μας προς τον στόχο. Τελικά απογοητευμένοι, πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το μαντρί. Ξαφνικά ο Μπέκος πέταξε μιαν ιδέα: γιατί δεν το σκάμε στην εξοχή; Πέντε πρόβατα από τα έντεκα τον αποκάλεσαν ηλίθιο και επέστρεψαν στο μαντρί. Αυτά τα πέντε ήταν τα πρώτα που σφάχτηκαν την Κυριακή του Πάσχα. Ακολούθησαν δέκα ανεξάρτητα τρία με ψυχολογικά προβλήματα και ένα που ήταν μαύρο. Όσο για εμάς τα υπόλοιπα έξι, ζούμε στην εξοχή με τους απογόνους μας τα έξι τελευταία χρόνια.

Γιώργος Μικάλεφ  (2007)

SCREAM

scream with fear, scream like death
because your life is under threat

scream with suspicion, I’m coming to find you
You’re feeling me there, I’m right behind you

And now, I catch you, let’s play a game
and then I fuck you, you scream with pain

But, no wonder, you like it, you scream with desire
You have only one option, sell lust for your life

I swear I won’t kill you and you scream with joy
and you laugh when I say you’re for me just a toy

But you’re driving me crazy, I get fucking annoyed
when you say I’m a bastard, an obsessive paranoid

I’m not so bad a guy, people want me to be
just be a little patient, I’ll prove it, you’ll see

An the only one reason, I’m doing all these things to you
is because I love you, and I wanna be with you

Θοδωρής

Φτάσε Ψηλά

Ψηλά, φτάσε ψηλά
Ξεκίνα από τα χαμηλά
Άλλαξε μυαλά, άλλαξε ματιά
Δες τον κόσμο αλλιώς, γίνε πονηρός
Δες τα όλα αλλιώς, γίνε πιο σωστός
Ένα ένα τα σκαλιά, ανέβα πιο ψηλά
Φύγε μακριά,άνοιξε πανιά
Τρέχα σταθερά, σβήσε τα παλιά
και πίσω μην κοιτάς
συγνώμες μην ζητάς
Και όσους αγαπάς, θυμήσου να ξεχνάς
Γίνε ένας φονιάς και όσα λησμονάς
πάψε να ζητάς, θυμήσου να ξεχνάς
Κανένας είσαι και από παντού είσαι
Στο πουθενά πηγαίνεις, κι αν ξέρεις που πηγαίνεις
Στα ψηλά εκεί θα πας
Την βοήθεια να ξεχνάς και όσα προσπερνάς
Γίνε ένας φονιάς, για όσους σ’αγαπούν
για όσους σε μισούν, όσους θέλουν να σε δουν
Ψηλά, κει στα ψηλά
Και κάψ’ τα χαμηλά
Γκρέμισ’ τα παλιά, συ σαι για  ψηλά
Γίνε ένας άλλος
Άπ’ τον εαυτό σου πιο μεγάλος
Άπ’ το σώμα σου να βγεις
Στο μάτι όλων συ θα μπεις
Γίνε κάποιος φοβερός, από όλους πιο ψηλός
Γίνε συ ηθοποιός, καλλιτέχνης ξακουστός
Γίνε ένας πολιτικός, εγκληματίας ορκωτός
Μάθε να πετάς, γίνε σαματάς
Όλο πιο πολλά, μάθε να ζητάς
Μα ποτέ κει στα ψηλά μην κοιτάξεις χαμηλά
Δεν υπάρχει χαμηλά, μονάχα πιο ψηλά
Το λάθος αν το κάνεις σου το λέω
Θα πεθάνεις.

Πάνος

Γεια

–      Γεια σου Α, μου αρέσεις
–      Εμένα πάλι όχι.

–      Γεια σου Β, θες να πάμε για καφέ ;
–      Ναι πάρε με τηλέφωνο
–      Γεια σου Β, θα πάμε για καφέ;
–      Δεν μπορώ σήμερα, αύριο ή μεθαύριο. Μάλλον δεν θα μπορέσω και ποτέ αργότερα.

–      Για σου Γ, θες να πάμε μια βόλτα;
–      Τι ωραία που περνάμε θα σου πω τα πάντα για εμένα, άκου
–      Γ μου αρέσεις
–      Ξέρεις εγώ σε βλέπω φιλικά.

–      Γεια σου Δ
–      Γεια σου. Λοιπόν, θα πάμε για καφέ, θα πάμε μετά σπίτι μου να δούμε ταινία, μετά θα βγούμε για ποτό, αργότερα…
–      Δ, είμαι ερωτευμένος μαζί σου
–      ……….
–      Δ νομίζω πως δεν μου μιλάς πια…

–      Γεια σου
–      Γεια σου Ε, αντίο Ε
–      Γεια σου
–      Γεια σου Ζ, αντίο Ζ
–      Γεια σου
–      Γεια σου, αντίο, γεια, αντίο, γεια …

Πάνος

Και 3 δημοτικά

Το μουνί στην αχλαδιά κι ο πούτσος από κάτω
Χίλιες μετάνοιες έκανα, “μουνί κατέβα κάτω”
“Δεν κατεβαίνω πούτσε μου γιατί είσαι λιχουδιάρης
και θα μου κάνεις το μουνί σαν κόκκινο φεγγάρι”

Το μουνί δεν είναι αρνί να το βάλεις στο παχνί
Το μουνί θέλει παιχνίδια με τον πούτσο και τ’ αρχίδια

Το μουνί το μουναρέλι, έπεσε μες το βαρέλι
Πάει ο πούτσος να το βγάλει, κι έπεσε με το κεφάλι
Πάει κι ο κώλος να βοηθήσει κι έγινε τρελό γαμήσι

Επιμέλεια, Ελένη

Ανθολογία (παρακαλώ μετρήστε τα άνθη)

Γεια σου φίλε μου αντρειωμένο φίδι,
σαράντα σε γαμάγανε στης Άρτας το γιοφύρι.
Και όλοι απορήσανε ποιος είναι αυτός ο νέος,
σαράντα πούτσους έφαγες και στάθηκες γενναίος!

Κάνω βάρη κάθε μέρα
για να σε γαμώ μ’ αέρα.
Έχω σφίξει, έχω δέσει,
θα πονάς και θα σ’ αρέσει.
Θα γαμιόμαστε στον κάμπο
και θα λες “σκίσε με Rambo!”

Από τη ρούγα σου περνώ, φωνές ακούω σταματώ
Πάλι γαμάει νόμισα, μα ύστερα απόρησα
Περίμενα να έλεγες “μωρό μου στήσε κώλο”
Εσύ όμως ξεφώνησες “Βαγγέλη χώσ’ τον όλο!”

Ο κώλος σου αμύγδαλο και το καυλί μου μέλι,
έλα να τα ενώσουμε να κάνουμε παστέλι!

Το μουνί μου με πονεί,
αχ και να ‘χα ένα καυλί!

Από μικρός δεν ήσουνα πολύ φανατικός.
Σιγά-σιγά ο κώλος σου μας βγήκε πεταχτός.
Κι από Μιχάλης έγινες Μισέλ
και μαζί με τον Γιωργάκη άρχισες τα σουσέλ!

(Αφιερωμένο στην κα. Αλίκη)

Κρουσταλένια, Κρουσταλένια το μουνί σου βγάζει γένια!
Βγάζει γένια και μαλλί, φτου να μην αβασκαθεί!

Ελένη

*Ποιήματα της προσωπικής μου
συλλογής. Ευχαριστώ τα ξαδέλφια μου
για τη βοήθεια τους.

A STORY

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μικρός ήρωας παραμυθιού. Επειδή έλεγε πολλά πράγματα που στους άλλους φαίνονταν περίεργα, αποφάσισε μια μέρα να πάψει να μιλάει. Αυτό κράτησε για χρόνια.

Κάποια στιγμή ο μικρός μας ήρωας μεγάλωσε λιγάκι. Και μία μέρα όπως έκανε βόλτα με το ποδήλατο του είδε μία ηρωίδα ενός άλλου παραμυθιού. Αμέσως του τράβηξε την προσοχή. Πάει κοντά της ανοίγει το στόμα του να πει κάτι…. μα…… δεν έχει τίποτα να πει. Τρομοκρατημένος και καθώς η κοπέλα τον κοίταζε έτοιμη να γελάσει με την αστεία συμπεριφορά του, καβάλησε γρήγορα το ποδήλατο του και εξαφανίστηκε. Έφτασε στην κοντινότερη παραλία και εκεί έκατσε όλο το απόγευμα. Ξαφνικά είχε καταλάβει πως είχε ξεχάσει να μιλάει με τους ανθρώπους, μάλλον ακόμα χειρότερα, δεν είχε μάθει ποτέ να μιλάει μαζί τους. Από εκείνη την μέρα τα χρόνια πέρασαν. Ο μικρός μας ήρωας τώρα είχε γίνει πια νεαρός φοιτητής.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν είχε αρχίσει και πάλι να μιλάει άλλα κυρίως για πεζά πράγματα. Απέφευγε να εκδηλώνει περίεργες ιδέες και είχε μάθει να σχολιάζει χωρίς να δείχνει πως βαριέται τα όσα ηλίθια πράγματα άκουγε από τους γύρω του. Ήταν κάτι που έκανε αναγκαστικά ώστε να μπορεί τουλάχιστον να έχει μια κάποιου είδους παρέα. Όμως όσες μικρές ηρωίδες και να συνάντησε μετά από εκείνη την πρώτη φορά, ακόμα δεν είχε καταφέρει πάρα να κάνει ελάχιστη πρόοδο. Τουλάχιστον τώρα άνοιγε το στόμα του και προτού το ξανακλείσει προλάβαινε να πει και κάνα δυο βλακείες.

Πέρασαν τα χρόνια λοιπόν και ο μικρός μας ήρωας έγινε φοιτητής. Ξαφνικά και χωρίς να το περιμένει οι σχέσεις του με όλους άρχισαν να πηγαίνουν πολύ καλύτερα . Και αν και δεν ήταν πάντα εφικτό, τώρα πια μπορούσε να μιλάει πολύ πιο ελεύθερα για όλα τα περίεργα πράγματα που στριφογύριζαν μέσα στο μυαλό του. Και πλέον έκανε παρέα και με ηρωίδες από πολλά και διαφορετικά παραμύθια και. Και σιγά σιγά έκανε παρέα με τον κόσμο όλο.

Και όλα κύλαγαν σχεδόν καλά άλλα πάντα το πρόβλημα του παρέμενε και τον περίμενε κάθε βράδυ που γύριζε μόνος στο σπίτι. Όσο και αν είχε καταφέρει να γνωρίσει διάφορες ηρωίδες, δεν είχε καταφέρει σε καμία να πει πως θα ήθελε να ζήσουν αυτοί καλά και οι υπόλοιποι καλύτερα.

Τον εμπόδιζε πιο πολύ το γεγονός πως καμία δεν ενδιαφέρονταν για τις περίεργες ιδέες του και αντίστοιχα αυτός δεν ενδιαφέρονταν για καμιάς τις πεζές αντιλήψεις. Αν και όπως κατάλαβε αργότερα αυτό ήταν απλά μια δικαιολογία.
Και ο καιρός περνούσε και όλα έμοιαζαν βαρετά επαναλαμβανόμενα. Ώσπου μια μέρα έγινε κάτι το αναπάντεχο. Εντελώς τυχαία ο ήρωας μας γνώρισε μια ηρωίδα τόσο διαφορετική από τις άλλες. Αρχικά αυτή δεν του έδωσε καμία σημασία, τουλάχιστον έτσι φάνηκε. Σιγά σιγά όμως οι μέρες πέρασαν και μια μέρα μίλησαν. Και ο ήρωας μας έμεινε έκπληκτος από το πόσα έκρυβε αυτή η ηρωίδα. Το φοβερότερο από όλα ήταν πως καταλάβαινε όλα τα περίεργα ενδιαφέροντα του.

Όμως το παραμύθι του ήρωα μας δεν θα είχε αίσιο τέλος. Έτσι μετά από πολύ λίγο καιρό η ηρωίδα χάθηκε. Ο ήρωας δεν είπε τίποτα. Δεν ήταν κάτι που του φάνηκε περίεργο. Ήξερε πως απλά αυτό επρόκειτο να είναι το παραμύθι του μέχρι το τέλος. Και ο καιρός πέρασε και ο ήρωας μας συνέχισε να ζει την μονότονη ιστορία του σελίδα σελίδα. Και κάθε βράδυ τα έβαζε με τον συγγραφέα που τον είχε αδικήσει τόσο πολύ σε σχέση με τους άλλους ήρωες. Και σιγά σιγά ξέχασε τις σκέψεις του και χάθηκε μέσα στις σελίδες του παραμυθιού του. Χάζευε την εικονογράφηση και όσεςσκέψεις του είχαν απομείνει τις έκανε σαΐτες τις οποίες πετούσε μακριά και τις έπαιρνε ο άνεμος.

Μέχρι που μια μέρα ο ήρωας μας γυρίζοντας σελίδα ξαναβρέθηκε να έχει απέναντί του την ηρωίδα που τόσο είχε αγαπήσει. Μα τα πράγματα ήταν πια διαφορετικά. Ο ήρωας μας είχε καιρό τώρα αλλάξει συμπεριφορά και όλα τα τόσα όμορφα πράγματα που κάποτε είχε να πει τώρα πια τα είχε κάνει σαΐτες που τις σκόρπισε εδώ και εκεί. Και έτσι αυτός και η ηρωίδα πέρασαν λίγες σελίδες παρέα και μετά ξαναχάθηκαν.

Τώρα πια ο ήρωας μας ένιωθε χειρότερος από ποτέ και ακόμα είχε πολλά να δει. Καθώς περνούσαν οι μέρες ο ήρωας μας σιγά σιγά άφησε πίσω του οτιδήποτε του κρατούσε παρέα μέχρι τότε και έμεινε γυμνός να περιπλανιέται στο επόμενο κεφάλαιο του παραμυθιού. Ένα κεφάλαιο τόσο ανώφελο τόσο απροσδιόριστο και μπερδεμένο που ο ήρωας μας έφτασε στο σημείο να νιώθει πια εντελώς εγκλωβισμένος και χωρίς κανένα πάτημα για ανάκαμψη.

Μην αντέχοντας άλλο αυτή την κατάσταση αποφάσισε να φύγει από το βιβλίο του…

Ελπίζω κάποιος να το συνεχίσει…

Πάνος

Εκδόσεις Το Κόλο