Όλες οι δημοσιεύσεις από ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ

Διαδικτιακές μη κερδοσκοπικες ανένταχτες εκδόσεις


Not long ago, in a village called Kanalia, there lived a family deeply devoted to their old ways that everyone thought they were amiss. The couple had a retarded son, Jeremy, and a weird daughter, Silvia. As for the parents, John was bright enough for a 12th century man, and his wife Georgia suffered from depression after the birth of her son. But in an old-fashioned village that this, everybody called her slow or stupid.

The family lived away from the other villagers, close to the fields called Kambos. That was the place were all the villagers had some land to farm or had some cattle. The weirdoes had both. John had to work hard to crop vegetables, wheat and gather fruits from the trees. His wife stayed mainly at home to take care of the household. Silvia used to help both at home and on the fields. Jeremy had to take care of the cattle – an old goat, a ram and his father’s pride and joy, a cow. This poor animal produced milk for them but was forced to carry the wagon around the village so the family could do their shopping.

But the cow had another story to tell, something that no villager could ever suspect or imagine. That retard, Jeremy constantly raped her because he simply never had a chance to do the job right. And between wanking and sucking he chose fucking the cow.  The problem was the cow’s lover, the ram. He could not stand that bastard boning his lady and he also knew that Silvia had feelings for him. She was always willing to help him around and used to hug him and kiss him every morning.

One day, while Jeremy was trying to hump the cow, Silvia entered the stable. She was absolutely freaked!! She could actually see her brother’s hard willy anticipating to enter the holly hole and the cow mooing desperately for help. The retard tried to explain the situation and reached out to grab his sister’s arm, but Silvia filled with disgust ran out of the stable. She ran out of breath into their house and called her mother. Georgia rushed downstairs and almost broke her leg going down the stairs.

Silvia told her mum what was going on in the stable and they both went for the rescue of the cow. When they approached the stable, the women froze. Out of the stable, next to the window, stood John, who was looking into the building and masturbating wildly.

While all these things were happening, the ram decided he couldn’t take it any more! His horns had grown bigger all this time. Just like a battling ram, he rolled from the back of the stable and hit Jeremy’s butt with his nasty and horny horns!!! The pain Jeremy experienced was beyond anyone’s imagination, because a few seconds after the first attack, another came. The desperate cow turned around and stabbed the retard with her horn. Unfortunately she got him in his bottom and her “weapon” remained stuck in the horny bastard’s arse. The rest of the family was shocked to watch this scene and rushed to help their relative. John managed to take control of his dick and joined the others.

Yet, they weren’t fast enough, because as they invaded the place they witnessed another shocking sight: the ram, which had gone completely insane, was jumping on Jeremy and headed him everywhere. Eventually, the cow’s horn was out of that awful part of Jeremy’s body, but the ram had just not finished his task. Before the surprised family, he neared Jeremy and with an extremely fast bite, he cut off Jeremy’s penis.

That awful bestial screamed his head out but there was no mercy for him. His parents went close to him and tried to stop the bleeding with every means available. Silvia set off to the village for help. All of a sudden, while John and Georgia were trying to help, the goat went mad and attacked John. She couldn’t stand the fact that the cow had reacted against her rapist and she had done nothing to stop being raped every other day. Georgia got what was going on behind her back so she joined forces and finished her husband off with some help of her rival.  She simply grabbed a reaphook and castrated John. “You had enough dick for her, but you couldn’t fuck me? Is it because I gave birth to a miserable creature like your son?” Georgia shouted. John replied in agony “I wish I didn’t but I could never hump the cow, she was Jeremy’s lover. You are not as fresh as they are”. Those words were his last. Silvia, who had entered the stable before, tossed a spade and decapitated that beast known as her father.

A few minutes later some curious villagers arrived, not sure yet if that weirdo had told them the truth. They had seen none of the horrible scenes that had taken place before. All they witnessed was Jeremy bleeding badly, Georgia weeping above her dead husband and wounded son, and Silvia frozen, starring at the scene. From what they had known they concluded that the father had attacked his son and that retard, trying to defend himself, had chopped his father’s head and balls. Nobody ever thought that the ram, the cow and the goat had started everything.

Right after John’s funeral, his son was taken to court and was convicted for murder. He was sentenced for 10 years but was going to be imprisoned in an asylum. Silvia was able to overcome the shock, left home and finally went to school at the age of 26. She got a job at a horse ranch and people claim she’s been crazy about a saddle horse. Her mother, who got even more depressed, set the cattle free, and left home to live in the wild. Some villagers say she lost it for good. Little by little, she convinced herself she was a hen and left her house to live on a tree. The strangest thing is that her cow, her ram and her goat never leave her side and protect her from strangers.

The end


This is a plea to every person who is about to read this story: if possible, stay away from Kanalia village and the area around it. The locals can still remember that freaky story and will be glad to narrate it to you and show you around the crime scene. You will find out that this is not a joke at all.



Το κεφάλι μου είναι καζάνι που βράζει
Η βία και η αγάπη αρρώστια σφηνωμένη
Λοβοτομή σε σπίτι, σε μεσαιωνικό χωριό
Γάμος σε σπιτικό ψυχιατρείο
Χίλιοι γιατροί άχρηστοι την ψυχή να φτιάξουν
Αρρώστια παιδική και φυτεμένη
Τρεις μαχαιριές δεν φτάνουν
Και τριάντα είναι πολλές
Θέλω να πάω σπίτι
Αλλά μακάρι να ‘ξερα που είναι
Θα ‘ναι σαν τα όνειρα μου
Αλλά κι αυτά ναυάγησαν μαζί με τις ελπίδες
Και τα μάτια σου
Κάποτε με κοίταζαν και έλεγα… όλα θα πάνε καλά
Τώρα χίλια προβλήματα
Και με μένα χίλια κι ένα
Δεν την αντέχω τούτη τη σιωπή
Και η αρρώστια αγιάτρευτη στα σπλάχνα ριζωμένη
Και το μυαλό στροφές δεν παίρνει
Και τα χέρια αχρηστεύονται
Και το κορμί κρυώνει
Στο διάολο όλα
Δεν θα πάω σπίτι μου γιατί εγώ σπίτι δεν έχω
Την αγάπη δεν την γράφω πια με κεφαλαία
Και τα γράμματα μήτε και ‘γω μπορώ να τα διαβάσω

Γιώργος Σάπιος

Η Χώρα Του ‘Ηλιου

Η χώρα του ήλιου είναι ακόμα μακριά
θα χρειαστεί να περάσουμε πολλά κύματα ακόμα
για να αράξουμε στο λιμάνι της

Τη χώρα του ήλιου ψάχναμε για χρόνια
και όμως δεν μπορέσαμε να τη βρούμε
κι έτσι γυρίσαμε πίσω λυπημένοι

Η χώρα του ήλιου δεν ήταν εκεί που ψάχναμε
λάθος πληροφορίες μας είχαν δώσει
είχαν ερμηνεύσει λάθος το χρησμό

Στη χώρα του ήλιου για να πας
πρέπει να έχεις ένα ιπτάμενο καράβι
μα εμείς δεν είχαμε

Στη χώρα του ήλιου θέλαμε πολύ να πάμε
γι’ αυτό κατασκευάσαμε το ιπτάμενο καράβι
και ξεκινήσαμε ξανά από την αρχή

Στη χώρα του ήλιου για να πάμε
περάσαμε όλοι μας βάσανα πολλά
η ευτυχία είναι δυσεύρετη

Με τη χώρα του ήλιου μοιάζουνε πολλές
μα είναι όλες ψεύτικες, ξεδιάντροπα
σου προσφέρουν δυστυχία και θάνατο

Στη χώρα του ήλιου φτάσαμε επιτέλους
και πήραμε λίγο από το φως του
και γίναμε θεοί



Ο μικρός Κωστάκης ξάπλωσε στο κρεβάτι του και άνοιξε την τηλεόραση. Η ώρα ήταν περίπου τρεις το πρωί, ξημερώματα Τρίτης. Δεν έβγαλε τα παπούτσια του ούτε τα ρούχα του. Αυτή η τηλεόραση δεν  είχε σταματήσει να δείχνει ειδήσεις από το πρωί της Δευτέρας. Σκατά βδομάδα άρχισε για όλους εκτός απ’ τους μαθητές, τουλάχιστον εν μέρει. Οι προσευχές του Κωστάκη απέδωσαν, κι όλα τα σχολεία και τα φροντιστήρια έκλεισαν. Σκέφτηκε πως θα παίζει με τους φίλους του όλη μέρα κι ίσως τελικά να πει στη Μαιρούλα ότι θέλει να παντρευτούν και να κάνουν έξι παιδιά. Την καημένη τη Μαιρούλα….

Ο θόρυβος απ’ το πλυντήριο κι ο βήχας της μαμάς του δεν τον άφηναν να ηρεμήσει. Ρε γαμώτο, τώρα βρήκε να πλύνει τα ρούχα; Αφού θα μοίραζαν καινούργια σε όλους, είπαν στις ειδήσεις. Κι επιτέλους, δεν βαρέθηκαν να μιλάνε για το ίδιο θέμα; Η νόσος, η νόσος, η νόσος…Τι σκατά σημαίνει νόσος; Ένα εφτάχρονο παιδί δεν καταλαβαίνει. Βέβαια η μαμά, όταν μπορούσε να μιλήσει καθαρά, του εξήγησε τα πάντα. Ήταν όμως ανάγκη να μην τον αφήσει να πάει στην αλάνα να συναντήσει τον Πάκη, το Λευτέρη και τους άλλους; Αφού υποσχέθηκε, θα φοράει μάσκα και γάντια. Σκέφτηκε πως αύριο θα έβγαινε κρυφά, όπως έκανε η Μαιρούλα σήμερα. Μετά όμως θυμήθηκε πως ο χοντρός άντρας με τα χακί ρούχα, τη μάσκα και το κράνος την είδε. Ο Κωστάκης τα είδε όλα από το παράθυρό του στον έκτο. Η Μαιρούλα του…

Πάντα ο Κωστάκης χάζευε απ’ το παράθυρο και παρατηρούσε τον κόσμο που πέρναγε απ’ την αλάνα. Αυτό το έκανε τις βροχερές μέρες που δεν μπορούσε να κατέβει και να παίξει με τον Πάκη, το Λευτέρη και τους άλλους. Κορόιδευε τους άμυαλους που δεν είχαν ομπρέλες και γινόταν λούτσα. Θαύμαζε όμως τους χρωματικούς συνδυασμούς που κάνουν περισσότερες από δύο ομπρέλες. Σήμερα όμως λόγω της απαγόρευσης της τρελής μάνας του έμεινε μέσα και κοίταγε κάτω. Αφού δε βρέχει σήμερα, γιατί τον κλείνουν μέσα; Γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι ήρθαν κάτι μεγάλα αυτοκίνητα κι έκλεισαν την αλάνα. Ήταν του στρατού. Από μέσα βγήκαν κύριοι με χακί στολές, κράνη, γάντια και αρβύλες. Ο Κωστάκης σκέφτηκε πως ήταν βαριές. Οι κύριοι κράταγαν κάτι όπλα, σαν αυτά που του αγόρασε η γιαγιά του απ’ το πανηγύρι. Αυτά όμως έμοιαζαν πιο μεταλλικά, πιο κακά. Γρήγορα έστησαν προβολείς  κι από έναν τηλεβόα φώναζαν οδηγίες στους μεγάλους. Τι μπούρδες για ιούς, θνησιμότητα, καραντίνα. Τι είναι αυτά; Η μαμά δε μπορούσε να εξηγήσει. Είχε χειροτερέψει με το κρύωμα και κάθονταν όλο μόνη. Μάλλον θα μείνω εδώ για πάντα, σκέφτηκε ο Κωστάκης.

Γύρω στις δύο πείνασε, έφτιαξε ένα τοστ κι άνοιξε την tv  για να δει το αγαπημένο του μεσημεριανό. Όμως είχε όλο ειδήσεις κι έλεγαν αυτά τα οποία άκουσε κι από τους στρατιώτες. Μέχρι τις πέντε περίμενε να δει κανένα καρτούν. Τίποτα. Ύστερα έκατσε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Οι κύριοι, που μέσω της tv έμαθε πως ήταν στρατιώτες, έκοβαν βόλτες και μπαινοέβγαιναν στις γύρω πολυκατοικίες. Τρεις μπούκαραν στην πολυκατοικία που έμεναν ο Πάκης κι η Μαιρούλα, κι άλλοι τρεις στη δική του. Ο Κωστάκης έτρεξε στην πόρτα και κάθησε δίπλα, κολλητά στον τοίχο, για να ακούει έξω. Σε λίγο άκουσε βήματα βαριά στο διάδρομο και χέρια να γυρνάνε πόμολα και να τσεκάρουν πόρτες. Ευτυχώς η δικιά τους ήταν κλειδωμένη. Πήγε να δει πως ήταν η μαμά. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, είχε σκεπαστεί ως το λαιμό, έτρεμε και ίδρωνε. Ο Κωστάκης της έδωσε νερό. Ήπιε λίγο και του έκανε νόημα να φύγει. Αυτός επέστρεψε με μια  μπουκάλα νερό και μια πετσέτα. Τα άφησε δίπλα της κι έφυγε.

Ως τις εφτά καμία αλλαγή. Άκουγε ειδήσεις από την τηλεόραση και κοίταγε έξω. Όλο το ιστορικό της νέας γρίπης άκουσε αλλά τίποτα για το πώς σταματά ή πως θα γίνουν οι άρρωστοι καλά. Αυτός ήξερε πως παίρνουμε φάρμακα, κάνουμε εμβόλια και είμαστε καλά μετά. Τι βλάκες οι μεγάλοι, μεγαλώνουν το πρόβλημα αντί να το λύνουν. Τι ανόητοι. Οι στρατιώτες κάθονταν στ’ αυτοκίνητα πιο χαλαροί και ξεκουράζονταν. Ο  Κωστάκης κοίταγε προς τον όροφο της Μαιρούλας και σκέφτονταν τι μπορεί να έκανε μόνη της κι αυτή. Τουλάχιστον αυτή είχε και τη ζωγραφική της, αυτός μόνο τη μπάλα. Η Μαιρούλα θα γινόταν τέλεια σύζυγος, θα έψηνε και κουλουράκια που θα μοίραζαν στα έξι παιδιά τους και μετά θα έβλεπαν όλοι μαζί ποδόσφαιρο. Αχ, αυτή η Μαιρούλα του…

Ήταν σχεδόν εννιά κι οι προβολείς άναψαν. Σαν το γήπεδο ήταν, σκέφτηκε. Μασούλαγε ένα μήλο όταν ξαφνικά είδε τη Μαιρούλα να πετάγεται έξω. Φόραγε ένα γαλάζιο φόρεμα που τόνιζε τα ξανθά μαλλάκια της. Που στο καλό πήγαινε; Φαινόταν φοβισμένη, δε φόραγε ούτε μάσκα, ούτε γάντια. Στην αρχή δεν την είδαν κι αυτή κινούνταν στις σκιές. Όμως η άκρη του φορέματος γυάλισε σε μια αχτίδα φωτός κι ο χοντρός στρατιώτης την είδε. Η Μαιρούλα έτρεξε πίσω από ένα φορτηγό κι ο χοντρός σημάδεψε όπως έκανε κι ο μπαμπάς στη σκοποβολή στο λούνα παρκ. Φάνηκε να πυροβολεί αλλά δεν ακούστηκε ήχος. Έτρεξαν κι άλλοι κοντά αλλά ο Κωστάκης δεν έβλεπε, ήταν μπροστά το φορτηγό. Κανείς δεν φάνηκε να βγαίνει, να δει τι κάνει η Μαιρούλα. Πρέπει να έμεινε σχεδόν τρεις ώρες εκεί να δει τι απέγινε η μέλλουσα γυναίκα του. Είδε μόνο μια σακούλα με φερμουάρ να τη φορτώνουν σε μια καρότσα. Έπειτα από λίγο έβγαλαν και κάτι άλλες  μέσα από πολυκατοικίες, κι όπως είδε κι απ’ τη δικιά του. Δεν καταλάβαινε. Κάθισε να δει ειδήσεις. Ξάπλωσε. Η μάνα του έβηχε τόσο δυνατά που νόμιζες ότι θα έσκαγε κι αυτό το πλυντήριο τη συναγωνίζονταν. Ο Κωστάκης κοιμήθηκε με τα ρούχα. Το πρωί δεν άκουσε βήχα αλλά τα ρούχα ήταν ακόμα στο πλυντήριο. Δεν πήγε να δει τη μάνα του. Περίμενε όλη μέρα στο παράθυρο για να δει τη Μαιρούλα. Το ίδιο έκανε για μέρες. Το Σάββατο, ενώ καθόταν στο παράθυρο, άκουσε την πόρτα να σπάει με θόρυβο. Στρατιώτες μπήκαν μέσα κι έβγαλαν τη μαμά μέσα σε σακούλα. Αυτή μύριζε; Ένας στρατιώτης τον πλησίασε ενώ τον σημάδευε. «Είδα τη Μαιρούλα» του είπε ο Κωστάκης.

Κάτω στην είσοδο ο λοχίας έδωσε αναφορά στον ανώτερό του «Τελικά δύο τα πτώματα στον έκτο». «Συνεχίστε τις εφόδους», του απάντησε.


*πρωτοδημοσιεύτικε στο τέταρτο τεύχος του περιοδικού «το κόλο»


Εχτές το βράδυ πήγαμε νυχτερινή βαρκάδα
Κι ο πούτσος μου σηκώθηκε πασχαλινή λαμπάδα
Κι εσύ όλο τον έπιανες, τον έτριβες με χάρη
Και μαλακία τράβαγε ακόμα κι ένα ψάρι

Τι να ΄μουνα, τι να ΄μουνα
Μια πέτρα στην αυλή σου
Να κατουράς απάνω μου
Να βλέπω το μουνί σου

Του Θρασύβουλου η ψώλα έχει γεύση κόκα κόλα
Η δικιά σου όμως έχει γεύση fanta
Θα γαμιόμαστε για πάντα

40 έπαιρναν εσένα από την πλώρη
και άλλα τόσα έκανες τσιμπούκια στο βαπόρι
με καπετάνιο, ναύαρχο ακόμα και με μούτσο
αγυάλιστο δεν άφηνες εσύ κανένα πούτσο!

3 χρονάκια απόμειναν για την ολυμπιάδα
και εγγραφές ξεκίνησαν σε όλη την Ελλάδα
Έτρεξες κι εσύ μα λυπημένη ήρθες
βλέπεις δεν διοργάνωναν πρωτάθλημα στις πίπες


*από το τεύχος το κολο #3


Η μικρή Οκάξα σύρθηκε έξω από το φρεσκοσκασμένο τσόφλι του αυγού της. Κανένας δεν το κατάλαβε, γι’ αυτό κι η Οκάξα δυσκολεύτηκε πολύ στα πρώτα της βήματα. Στην αρχή ήταν τόσο μαλακή, σαν ένα μικρό πράσινο ζελεδάκι με τεράστια νυσταλέα, πράσινα μάτια. Όλοι οι άλλοι κοιμόνταν ακόμα όταν αυτή γεννήθηκε. Δε μπορούσε να περιμένει τα αδέρφια της, έπρεπε να φτάσει γρήγορα στην Έξω Χώρα. Εδώ και αιώνες, εκεί κατοικούσαν οι πρόγονοί της.

Μάζεψε όλη τη δύναμη που της έδιναν τα μωρουδίστικα  πόδια της για να τρέξει στην άμμο. Τίποτα όμως. Σαν πρόωρο μωρό που ήταν, δεν είχε πολύ δύναμη. Αποφάσισε τότε να πάει στην Έξω Χώρα από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο πιο πάνω. Ήξερε πως το σκοτάδι ακόμα την κάλυπτε και κινδύνευε μόνο από τα τεράστια μεταλλικά όντα που είχε δει πρωτύτερα να σέρνονται, φωτίζοντας το δρόμο με τα ασθενικά, κιτρινιάρικα μάτια τους.

Φοβόνταν πολύ γιατί ήξερε πως δεν είχε κοντά της μάνα, πατέρα ή άλλον γνωστό. Το σίγουρο ήταν πως δεν θα τους έβλεπε ποτέ. Και στο δρόμο να τους συναντούσε ούτε που θα γνώριζαν ο ένας τον άλλο. Ούτε τα’ αδέρφια της καλά-καλά δεν γνώρισε. Εκείνη τη στιγμή, ξεπρόβαλλαν άλλα δύο μικρά, ολόιδια με την Οκάξα μας, μωράκια. Μόλις είχαν γεννηθεί. Τρεκλίζοντας έφτασαν κοντά της κι αποφάσισαν να  πάνε με την μεγάλη αδερφή τους στο σπίτι. Η Οκάξα χάρηκε, «Θα έχω παρέα στο ταξίδι!» σκέφτηκε.

Ξεκίνησαν λοιπόν για το δρόμο. Καθώς διέσχιζαν το δρόμο, ένα τέρας εμφανίστηκε, με χοντρότερα πόδια από τα άλλα και περισσότερα μάτια! Άλλα ήταν άσπρα και άλλα ήταν κόκκινα!! Θεέ της Οκάξας, έτρεχε με απίστευτη ταχύτητα, ούτε που πρόλαβαν να κουνηθούν!!! Όταν πια εξαφανίστηκε,  το ένα μικρό ζελεδάκι, είχε γίνει μια μικρή μυξιασμένη χλαπάτσα, χωρίς σχήμα ή μορφή. Άλλωστε γι’ αυτό τη λέμε και χλαπάτσα…

Τα εναπομείναντα αδέρφια αφού θρήνησαν το χαμό του ζελεδακίου, πήραν ξανά το δρόμο για το σπίτι. Σιγά-σιγά ξημέρωνε και η δροσιά της νύχτας εξατμίζονταν στον ήλιο του πρωινού. Η Οκάξα κατάλαβε πως αν δεν έβρισκε νερό σύντομα, θα μεταμορφώνονταν σε ξεραμένο πετραδάκι. Με την αδερφούλα της, έπεσαν μέσα σε μια λιμνούλα δίπλα στο δρόμο. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. Η Οκάξα μας, σαν μεγαλύτερη και σοφότερη, κρύφτηκε σε κάτι βρώμικα χόρτα του νερού. Ένα χέρι με πέντε δάχτυλα άρπαξε την μικρή αδερφούλα και την έβγαλε από το νερό!!! «Εγώ έχω μόνο τέσσερα δάχτυλα» σκέφτηκε η φίλη μας «Τι να κάνω εναντίον του;».

Η αδερφούλα της, αν δεν κατέληξε μεζές του αφεντικού του παραπάνω χεριού, επέστρεψε στην άμμο και τη θάλασσα.

Η γλυκούλα Οκάξα άρχισε να πεινάει… Δηλαδή έπρεπε να αφήσει την κρυψώνα και να βγει για φαγητό. Για ώρες έψαχνε γύρω από τη λούμπα της, αλλά δεν υπήρχε κάτι του γούστου της. Ένα φύκι, ένα όστρακο, μια τσούχτρα βρε αδερφέ! Όλο κάτι άνοστα βρύα έβρισκε. Εξαντλημένη, άρχισε να παραπατάει στο διπλανό χωράφι σαν μεθυσμένη (αν μπορούσε φυσικά να είναι ποτέ μια Οκάξα μεθυσμένη). Ο ήλιος ξέραινε την πλάτη της σε κάθε βήμα. Για καλή της τύχη έπεσε σε ένα ξεσκέπαστο πηγάδι και κατέληξε στον κουβά που κρέμονταν μέσα στο άνοιγμα. Τυχερή ήταν γιατί είχε μέσα νερό.

Το απόγευμα ξύπνησε σε ένα περίεργο μέρος γεμάτο νερό, με ένα νησάκι στο βάθος πάνω στο οποίο και ξάπλωνε. Γύρω της έβλεπε κάτι περίεργα και κακοφτιαγμένα πλάσματα που, που ακούστηκε; περπατούσαν στα δύο πόδια!!! Είμαστε καλά;; Τα άλλα δύο πως έγιναν έτσι;; έμοιαζαν με το χέρι που έκλεψε την αδερφούλα της.. «Το τέλος είναι κοντά» μονολογούσε.

Εκεί όμως έμεινε για σχεδόν δύο μήνες, με την αγωνία πότε θα την φάνε ή θα την ταΐσουν σ’ εκείνο το τριχωτό ζώο που την κοιτούσε επίμονα. Σχεδόν δεν χωρούσε σ’ αυτό το στενό μέρος πια! Βαρέθηκε! Ήθελε να πάει στην Έξω Χώρα ή να πεθάνει προσπαθώντας!!!  Τότε ήταν που την πούλησαν σε ένα μαγαζί στην πόλη. Είχε τόση φασαρία εκεί, που η Οκάξα τρόμαζε πολύ. Είχε φτάσει σε σημείο να παρανοήσει. Όλα της φαίνονταν περίεργα!! Τόσοι να την αγκαλιάζουν, να τη χαϊδεύουν και να την αφήνουν πάλι μόνη της!!! Τώρα πια ούτε νερό δεν είχε. Απλά την έβρεχαν για να μην σκάσει. Τι άθλια ζωή για μια περήφανη  Οκάξα της Έξω Χώρας!

Ώσπου ένα βράδυ εμφανίστηκε εκείνο το ζευγάρι. Κάτι είχαν αυτοί οι άνθρωποι. Έφυγαν όμως αμέσως. Την άλλη μέρα, απλά πέρασαν ξανά και την έβγαλαν από αυτό τον εφιάλτη. Η Οκάξα γύρισε στην   Έξω Χώρα και μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Σκλήρηνε το καβούκι της και ζωήρεψε το βλέμμα της. Όμως δεν ήταν αχάριστη. Γύρισε στο ζευγάρι και τρύπωσε στην βαλίτσα της κοπέλας. Αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο και να δει άλλα νερά. Ζει τρισευτυχισμένη τώρα και συχνά πυκνά τραβάει για την Έξω Χώρα στα άλλα της αδέρφια (που όμως δεν τα ξέρει..)

Η Οκάξα κάθεται τώρα στο αναπαυτικό κρεβατάκι μου και νωχελικά τραβάει προς το μέρος μου. Με κοιτάει με τις τεράστιες ματάρες της κι ευχαριστεί που διαβάζετε την ιστορία της. Θα σας περιμένει κάθε καλοκαίρι στο Φιόρε του Λεβάντε και ζητάει να προσέχετε και λίγο που πατάτε! Μπορεί να πατήσετε τη φωλιά της!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα παραπάνω τα μετέφερα στο χαρτί όπως ακριβώς μου τα διηγήθηκε η ίδια η Οκάξα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Μετά τιμής


*η ιστορία της Οκάξας έχει πρωτοδημοσιευτεί στο βιβλίο του κώλου το 2008.

είμαστε ακόμα εδώ…

Πέρασε ένας χρόνος και κάτι μήνες από όταν πρωτοεμφανήστηκε ένα βιβλίο από τις εκδόσεις «ΤΟ ΚΟΛΟ» και είμαστε ακόμα εδώ. Για όσους δεν μας γνωρίζετε είμαστε οι εκδόσεις του κώλου… οι εκδόσεις του κώλου είναι άλλου τόπου και άλλου χρόνου. Δεν κυκλοφορούν σε χαρτί και δεν απευθύνονται στο πλήθος αλλά στο άτομο. Είναι κάπου ανάμεσα στο περιθώριο του περιθωρίου και το χαντάκι. Στα βιβλία περιλαμβάνονται κείμενα και ποιήματα σε ύφος μακριά από το αποδεκτό και συνηθησμένο. Πρώτα ανεβηκαν «η καταγραφή της μη-ζωής» & αργότερα «το βιβλίο του κώλου». Μετά ακολούθησαν δύο παραμύθια, «a fairy tale» & «τα 101 πρόβατα του κωλομπαρά» για τη σειρά «παραμύθια του κώλου». Σήμερα έχουν κυκλοφορήσει (ανέβει) άλλα τρία παραμύθια… «δράκος: η μανία του λυκανθρώπου», «μάνα μπορώ να πάω έξω και να σκοτώσω σήμερα?» & «Ο Μαλάκας Της Παρέας». Επίσης κυκλοφορούν και τα έξι τεύχη του περιοδικού «το κόλο». Είναι ανένταχτο περιοδικό ελεύθερης σκέψης στο οποίο παρουσιάζονται άρθρα, ιστορίες, ποιήματα, εικόνες, ταινίες και ότι άλλο μας/σας έρθει.  Κυκλοφορούν επίσης και τα βιβλία «Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου» & «Kolopolic» Ελπίζουμε όλα αυτά να συνεχιστούν. Επίσης αν κάποιος έχει οποιοδήποτε πρόβλημα, ας μας το πει και μπορούμε να το συζητήσουμε πολιτισμένα και όχι με γελεία «κριτικά» σχόλια. Πληροφοριακα: όλα τα γραπτά είναι τσάμπα και υπάρχουν μόνο ως αρχεία (μέχρι τώρα). Για να τα κατεβάσετε σε αρχεία pdf πηγαίνεται εδώ…  http://www.myspace.com/kolobooks Τα παραπάνω ως τώρα. Εμείς συνεχίζουμε… Αυτή εδώ η σελίδα ελπίζω να φτιαχτεί όμορφα κάποια στιγμή… Εδώ θα βρείτε κείμενα από τις εκδόσεις και ότι άλλο καταφέρουμε μόλις δω πως λειτουργεί. Και σήμερα είναι Σαββάτο 19 Δεκεμβρίου του σωτήριου έτους 2009.  Γιώργος Σάπιος