H ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΡΟΥΦΑΕΙ ΚΑΥΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ – Ιστορίες του Υάκινθου Ζαβολαίμη #05

Η μέρα που θα ερχόταν η Ερασμία είχε φτάσει. Κατέβηκα νωρίτερα στο καφενείο του Λάμπη, παράγγειλα φραπέ και χάζευα τη θάλασσα περιμένοντας την παντόφλα να φανεί. Μπροστά περνάγανε μιλιούνια τουριστών. Οι περισσότεροι πήγαιναν ή γυρνούσαν από κάποια παραλία. Χάζευα τις τουρίστριες με τα μαγιουδάκια τους και τα κόκκινα από τον ήλιο κορμιά τους. Είχα υπνωτιστεί από τα εισαγόμενα κωλομέρια όταν ένιωσα ένα χτύπημα στην πλάτη. “Καλώς τα δέχτηκες!” μου είπε ο Λάμπης δείχνοντας μου την παντόφλα…

Κατέβηκα στην προβλήτα. Πολύς κόσμος. Κακός χαμός! Καταφτάνει ένα ταχύπλοο που προσπερνάει την παντόφλα και έρχεται να δέσει στο λάθος σημείο. Πάνω του έξι νέοι, ωραίοι, με επιτυχημένους γονείς! Θέλανε να δέσουνε εκεί που θα έδενε η παντόφλα. Είναι ηλίθιοι. Νομίζουν πως ολόκληρο το νησί τους ανήκει επειδή έχει λεφτά ο μπαμπάς και η μαμά… και ίσως να είναι έτσι. Ο λιμενικός τους έκανε νόημα να φύγουν από εκεί και τους έδειχνε που σκατά να πάνε να δέσουν αλλά πρέπει να ήταν τόσο βλαμμένοι που δεν καταλάβαιναν Χριστό. Μια κορασίδα που περίμενε την παντόφλα με τις φίλες της, αποφάσισε να τις παρατήσει, να πλησιάσει τα καπιταλιστικά εξαμβλώματα και να το παίξει λιγάκι μοιραία μπας και παίξει φορτωτική και κάνει την τύχη της. Οι νεαροί την είδαν και την κάλεσαν στο ταχύπλοο για παρτούζα, βιασμό, φόνο ή ό,τι άλλο προκύψει. Ο λιμενικός την κατάλαβε τη δουλειά και της έκανε νόημα να την κάνει γιατί δεν είχε όρεξη να τη βρει πνιγμένη μεσοπέλαγα. Τι πιο σύνηθες για τούτο τον τόπο. Τα καρκινώματα φύγανε κάνοντας κωλοδάχτυλα στο λιμενικό. Εκείνος με δεμένα χέρια -γιατί ποιος ξέρει ποιον διάολο θα είχανε για πατέρα- απομακρύνθηκε βρίζοντας… “Γαμώ τον κώλο που σας ξέρασε πουτανοπιάσματα!”

Η παντόφλα έδεσε με μια μικρή καθυστέρηση και μέσα στο τσούρμο των τουριστών, ξεπρόβαλε η όμορφη ξαδέρφη μου με μια μεγάλη μαύρη τσάντα με ροδάκια. Ο αέρας φύσαγε τα καστανά, σγουρά μαλλιά της προς τα πίσω και το χαμόγελο της ζέστανε τη σκοροφαγωμένη ψυχή μου. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. “Πόσο μου έλειψες…” είπαμε ταυτόχρονα. “Πιάσε κόκκινο!” είπε και ψάχναμε σαν παιδιά να βρούμε κόκκινο αλλά μάταια. “Το βρακί μου είναι κόκκινο” μου ψιθύρισε στο αυτί “θα το διαπιστώσεις σε λιγάκι.” Τη φόρτωσα στο μηχανάκι μαζί με τη βαλίτσα και σπίτι ολοταχώς.

Μετά από ένα γαμήσι καλωσορίσματος, φάνηκε και ο Μαύρος. Η Ερασμία ενθουσιάστηκε με το γάτο μου και σηκώθηκε γυμνή να τον χαϊδέψει και να του κάνει χαρές. Εκείνος τριβόταν πάνω στα πόδια της νιαουρίζοντας χαρούμενος. “Άκου τον πως γουργουρίζει τον Μαύρο!” και πράγματι ακουγόταν μέχρι το κρεβάτι. “Είναι μουνάκιας σαν τον πατέρα του!” είπε γελώντας και όρμισε ξανά στο κρεβάτι. Μου τον πήρε στο στόμα αλλά μόλις είχα χύσει. Τον ρούφαγε, τον έγλυφε με φιλότιμο και σε ένα λεπτό ήταν αρκετά σκληρός για ένα δεύτερο γύρο.

Μετά από αυτό δεν μπορούσα να της αρνηθώ τη θάλασσα. Δεν θα μπορούσα να της αρνηθώ και πολλά ούτως ή άλλως. Είπαμε να πάμε σε μια πιο μακρινή παραλία για μπάνιο, μπας και έχει λιγότερο κόσμο γιατί το νησί είχε βουλιάξει και φέτος. Ανεβήκαμε στο μηχανάκι φορτωμένοι με ομπρέλα, πετσέτες, μπύρες και κάτι να τσιμπήσουμε και ξεκινήσαμε. Στο δρόμο μηχανάκια, αυτοκίνητα, γαμημένα φορτηγά, βοθρατζίδικα, νερουλάδικα και ταλαίπωρα άλογα που σέρνανε άμαξες μες τον καύσωνα γαμώ τις παραδόσεις τους γαμώ!

Ανηφόρα μπροστά μας, ο δρόμος στενός και ένας ποδηλάτης μπροστά με το κολάν του, το κράνος του… αθληταράς. Στον κώλο είχε τη φίρμα από κάποια τράπεζα χορηγό. Κράτησα λίγη απόσταση γιατί ήταν πριν από στροφή και δεν έβλεπα να προσπεράσω. Δεν μου άρεσε να κολλάω από πίσω σαν μαλάκας. Γύρισε και με κοίταξε καθώς έφτανε στην κορφή της ανηφόρας και σαν να μου έγνεψε κάτι σαν ευχαριστώ. Πάω μετά να τον προσπεράσω στην ευθεία που κατηφόριζε ο δρόμος και εκείνος άρχισε να τρέχει διαολεμένα και να μου κλείνει το δρόμο. Γκάζωσα το μηχανάκι και ο μαλάκας που έπιανε εξήντα στην κατηφόρα χώθηκε ξανά μπροστά μου. Έκοψα για να μην σκοτωθούμε. “ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΕ ΓΑΜΩ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ!!!” ούρλιαξε η Ερασμία. Έδωσα τέρμα γκάζι και τον προσπέρασα από δεξιά. “ΕΙΣΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΛΑΚΑΣ!!” του φώναξα καθώς φτάναμε στην επόμενη στροφή που ήταν απότομη. Έκοψα αρκετά και μετά από λίγα μέτρα βλέπω τον μαλάκα από πίσω μας να μας έχει κολλήσει και να μας βρίζει. Έτρεχε σαν διάολος. “Κόψε!” μου λέει αποφασιστικά η ξαδέλφη και την ώρα που μας προσπερνούσε ο γαμημένος από τα αριστερά βρίζοντας, του σκάει μία η Ερασμία με την ομπρέλα στο στόμα και τον σωριάζει στην άσφαλτο μετά από μερικές τούμπες. Το ποδήλατο συνέχισε μόνο του λίγα μέτρα και κατέληξε στο χαντάκι. “ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ ΑΡΧΙΔΙ;;;” φώναξε και γελώντας με διαβολική ικανοποίηση, με έσφιξε και μου είπε “Θα αργήσει να ξανακάνει ποδήλατο.” “Λες να ήταν τίποτα πρωταθλητής;” “Στη μαλακία!”

“Εδώ δούλευε η γυναίκα μου.” είπα δείχνοντας ψηλά στο λόφο ένα έρημο κτήριο που έμοιαζε με μεγάλη αποθήκη. “Ομπρέλες έφτιαχναν;” “Η ομπρέλα ήταν απλά το σήμα. Ήταν κάτι σαν μικροβιολογικό εργαστήριο αλλά ποτέ δεν μου έλεγε περισσότερα. Ίσως φταίω και εγώ που δεν τη ρωτούσα για τη δουλειά της. Πάντως για τα λεφτά που έπαιρνε, σίγουρα δεν έφτιαχνε ομπρέλες. Έκλεισε πριν έξι χρόνια. Λίγο καιρό μετά το θάνατο της Χριστίνας.” “Πάμε να δούμε τι έχει μέσα. Έλα! Τρελαίνομαι για εγκαταλελειμμένα κτήρια. Θα ανακαλύψουμε και τι δουλειά έκανε η γυναίκα σου. Πάμε και μετά τη ρίχνουμε τη βουτιά μας.”

Αφήσαμε το μηχανάκι και τα πράγματα κρυμμένα στα πεύκα γιατί ποτέ δεν ξέρεις αν υπάρχει φύλακας σε αυτά τα μέρη ή κάποιος μαλάκας που περνάει μία στο τόσο μήπως δει κάτι ύποπτο. Η καγκελόπορτα στην αρχή της ανηφόρας ήταν σκουριασμένη μα το λουκέτο και η αλυσίδα καινούρια. “Αγάπη” είπα “μη πάθουμε κανέναν τέτανο με τις λόγχες.” “Γιατί δεν λες πως φοβάσαι μη σου χωθεί η λόγχη στον κώλο; Χαχαχαχα!!” “Θα βρούμε άνοιγμα από το συρματόπλεγμα αν κάνουμε το γύρω.” “Μήπως θες να με αποπλανήσεις Υάκινθε; Χαχαχα! Θες να με πας στις ερημιές για να μου χώσεις στον κώλο την κρεάτινη λόγχη σου;; Χαχαχαχα!!” Γέλαγε σαν χαζό άλλα καύλωσα στην ιδέα και ας είχαμε ρίξει δύο γαμήσια πριν.

Δεν βρήκαμε άνοιγμα στο συρματόπλεγμα αλλά σκαρφαλώσαμε από πάνω με τη βοήθεια ενός δέντρου. Το κτήριο απ’ έξω φαινόταν εντελώς έρημο αλλά από μέσα κάποιοι ήχοι δεν μου άρεσαν καθόλου. Μπορεί να ήταν πρεζάκια, σατανιστές, ο φύλακας… “Δεν πάμε να φύγουμε μη βρούμε κανένα μπελά εδώ που ήρθαμε;” “Είσαι λιγάκι χέστης ξαδερφούλη.” Πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ… ποδοβολητά και γαβγίσματα επιβεβαίωσαν τους φόβους μου και δυο ροτβάιλερ φάνηκαν απ’ τη γωνία να τρέχουν κατά πάνω μας. Τρέξαμε σαν να μην υπάρχει αύριο. Στην πίσω μεριά φάνηκε ένα κτίσμα πιο χαμηλό, κολλημένο πάνω στο κεντρικό. Την βοήθησα να ανέβει, σχεδόν την εκτόξευσα στην οροφή του και σκαρφάλωσα έπειτα δεν ξέρω και εγώ πως…

Τα σκυλιά το βουλώσανε μετά από λίγα λεπτά μα ήταν κολλημένα από κάτω και μας περιμένανε. Ο ήλιος έκαιγε. Κανείς φύλακας δεν βγήκε από μέσα. Τουλάχιστον αν υπήρχε φύλακας, θα του εξηγούσαμε… θα μας βοηθούσε να φύγουμε με κάποιο τρόπο χωρίς να μας κατασπαράξουν αυτά τα κτήνη. Δυστυχώς για εμάς τα κινητά στην πίσω μεριά του νησιού δεν είχαν καθόλου σήμα. Τουλάχιστον από αυτό το κτίσμα μπορούσαμε να σκαρφαλώσουμε στο κεντρικό με λίγο κόπο. Τα καταφέραμε με λίγες γρατσουνιές. Στην ταράτσα υπήρχε ένα δώμα με μια μεταλλική πόρτα. Είχε ένα παραθυράκι πολύ μικρό πάνω της. “Αν το κλειδί ήταν από πίσω…” σκέφτηκα και έβγαλα τη μπλούζα μου. Την τύλιξα γύρω από τον αγκώνα μου και με μια δυνατή αγκωνιά, έσπασα το τζάμι. Πέρασα το χέρι μου από μέσα προσεχτικά. Δεν υπήρχε κλειδί αλλά ψηλαφώντας βρήκα έναν σύρτη. Τον τράβηξα και η πόρτα άνοιξε.

Μπήκαμε και κατεβήκαμε κάτι μεταλλικές σκάλες για να βρεθούμε σε ένα μεγάλο πλατύ διάδρομο γεμάτο ποντικοκούραδα. Στο βάθος η είσοδος και δεξιά και αριστερά δωμάτια. Άδεια δωμάτια. Τα ψάξαμε ένα-ένα. Ούτε πάγκοι, ούτε έπιπλα, γραφεία… μια καρέκλα έστω. Κάποια στιγμή άκουσα έναν περίεργο ήχο από το τέλος του διαδρόμου. “Το ακούς και εσύ;” με ρώτησε η Ερασμία. Έγνεψα καταφατικά και ακολουθήσαμε τον ήχο. Ερχόταν από ένα δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου… από το πάτωμα. Κάτω από ένα μεγάλο γκρίζο, χοντρό μουσαμά που κάτι έκρυβε. Τον σηκώσαμε για να ανακαλύψουμε μια καταπακτή. Στην άκρη είχε έναν κρίκο και έναν μεγάλο σύρτη. Τράβηξα το σύρτη και μαζί με την Ερασμία καταφέραμε με δυσκολία να ανοίξουμε τη βαριά καταπακτή. Αντικρίσαμε μια σκάλα μαρμάρινη. Ανάψαμε τους φακούς των κινητών τηλεφώνων μας και κατεβήκαμε τα σκαλιά για να βρεθούμε σε ένα απέραντο εργαστήριο που βρισκόταν σε πλήρη εγκατάλειψη. Βρώμα και δυσωδία. Αρχίσαμε να εξερευνούμε το χώρο. Υπολογιστές, πάγκοι γεμάτοι με μηχανήματα, δοκιμαστικούς σωλήνες, μαλακίες, σημειώσεις… Πλησίασα έναν πάγκο γιατί κάτι κινούταν πάνω του… κάτι… σάπιο. Ένας σαπισμένος, ανθρώπινος καρπός που κούναγε τα δάχτυλα του!

Φώναξα την Ερασμία μα δεν αντέδρασε. Έριξα το φως πάνω της. Είχε παγώσει και αυτή μπροστά σε έναν άλλο πάγκο. Πλησίασα. Ήταν ένα ανθρώπινο κρανίο καλυμμένο το μισό με σάπιο κρέας. Του έλειπε το κάτω μέρος του σαγονιού. Τότε… άνοιξε τα μάτια του! Τα κάρφωσε πάνω μας! “Τι στο διάολο έκανε η γυναίκα σου σε αυτό το μέρος;;” ρώτησε. “Δεν ξέρω… τι σκατά συνέβη εδώ μέσα… Πάμε να φύγουμε.” της είπα μα εκείνη προχώρησε προς το βάθος που βρισκόταν κάτι κλειστά δωμάτια με χοντρές τζαμαρίες. Πλησίασα και εγώ. Φωτίσαμε με το φακό μέσα στο πρώτο δωμάτιο να δούμε τι υπάρχει εκεί μέσα για να αντικρίσουμε την απόλυτη φρίκη. Πεσμένα στο πάτωμα ήταν σώματα, ανθρώπινα. Σαπισμένα, ανθρώπινα σώματα που σερνόταν πάνω στα σκατά τους. Δεν μας έβγαινε μιλιά. Εκείνα, μόλις είδαν το φως, προσπάθησαν να σηκωθούν. Πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά εκεί μέσα. Στο ένα πλάσμα αποκολλήθηκε το γόνατο από το υπόλοιπο κουφάρι και σωριάστηκε στο πάτωμα. Είχαμε παγώσει αλλά η φρίκη ποτέ δεν είναι αρκετή. Ακούστηκε θόρυβος και απ’ τα διπλανά δωμάτια. Πρέπει να ήταν γεμάτα από δαύτα. “Αρκετά νομίζω. Ας φύγουμε.” ψέλλισε η Ερασμία και τότε ένας διακόπτης ακούστηκε και στραβωθήκαμε από τα φώτα που άνοιξαν. Ο φύλακας!

Με μισόκλειστα μάτια είδαμε έναν άντρα να μας στοχεύει με ένα περίστροφο. Ήταν ψηλός, καραφλός, γεροδεμένος τριαντάρης… ήταν ο γιος της μακαρίτισσας της Πετρούλας που είχε το μανάβικο στην πάνω γειτονιά. “Που ‘σαι ρε Νικολάρα;” του λέω σηκώνοντας με αργές κινήσεις τα τρεμάμενα χέρια μου. “Εμείς… βασικά… φεύγαμε.” Πυροβόλησε ο καριόλης! Ο καριόλης πυροβόλησε προς το μέρος μου αλλά έτρεμα τόσο απ’ τον φόβο μου που με έναν σπασμό απέφυγα τη σφαίρα που πέρασε ξυστά απ’ το κεφάλι μου και καρφώθηκε στο τζάμι. Το τζάμι ράγισε. Τα πλάσματα θέριεψαν. Η Ερασμία άρχισε να τρέχει σκυφτή πίσω από έναν πάγκο. Πυροβόλησε προς το μέρος της. Δεν την πέτυχε. “H ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΡΟΥΦΑΕΙ ΚΑΥΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ!!!” του φώναξα με όλη μου τη δύναμη και άρχισε να πυροβολάει προς το μέρος μου. “Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΓΙΑ!!” ούρλιαζε. Έπεσα πίσω από έναν πάγκο και άρχισα να σέρνομαι την ώρα που πυροβόλαγε εδώ και εκεί. “ΨΩΛΟΡΟΥΦΗΧΤΡΑ ΗΤΑΝΕ Η ΜΑΝΟΥΛΑ ΣΟΥ ΝΙΚΟΛΑΡΑ!!” του φώναξε η Ερασμία από την άλλη πλευρά. Άδειασε το γεμιστήρα μα δεν μας πέτυχε.

Ένας θόρυβος μας έκανε να χεστούμε… Οι τζαμαρίες έσπαγαν η μία μετά την άλλη και τα πλάσματα ξεχύθηκαν έξω και όρμησαν στο μαλακοκαύλη την ώρα που άλλαζε γεμιστήρα. Ούρλιαζε καθώς του ξέσκιζαν τις σάρκες με τα δόντια τους ενώ εμείς τρέξαμε προς τις σκάλες και πεταχτήκαμε έξω. Αμέσως πήγαμε να κλείσουμε την καταπακτή αλλά σάπια χέρια ξεπρόβαλαν από το άνοιγμα… Ήταν μάταιο. Τρέξαμε στο διάδρομο. Η πόρτα ήταν κλειστή. Τα σκυλιά απ’ έξω γάβγιζαν τρελαμένα. Τρέξαμε ξέπνοοι προς τις μεταλλικές σκάλες. Στην κορυφή κοιτάξαμε πίσω. Άλλα πλάσματα σερνόταν στο πάτωμα μη μπορώντας να ανέβουν τα σκαλιά και άλλα ανέβαιναν με αργούς ρυθμούς. Βγήκαμε από το δώμα και έβαλα το σύρτη. Τα βρωμόσκυλα γάβγιζαν έξω από την είσοδο και δεν μας είχαν πάρει χαμπάρι. Ήταν και ένα αγροτικό παρκαρισμένο. Του Νικολάρα θα ‘ταν. Κατεβήκαμε ήσυχα αλλά με γρήγορες κινήσεις, πηδήξαμε τα σύρματα και τρέξαμε προς το μηχανάκι… μα το μηχανάκι δεν ήταν εκεί. “ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ!!!” φώναξα και τότε ακούστηκαν οι σειρήνες.

Συνεχίζεται…

Υάκινθος Ζαβολαίμης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.