Αρχείο ετικέτας Υάκινθος Ζαβολαίμης

Οι καμπάνες, ο μαύρος, η μπουλντόζα, και ο Τζίμης ο Πάνθηρας – Ιστορίες του Υάκινθου Ζαβολαίμη #04

Οι καμπάνες… Οι γαμημένες οι καμπάνες… Είναι εφτά παρά πέντε το πρωί. Εφτά παρά πέντε το πρωί, γαμώ την Παναγία, το Χριστό και τους Άγιους Ανάργυρους! Εφτά παρά πέντε και ο τράγος ψωλοβροντάει! Σου λέει… να ξυπνήσουνε, να πιούνε καφέ, να χέσουνε και να ‘ρθούνε στο ιερό μου κατάστημα. Και δεν φτάνει αυτό. Τα μεγάφωνο μετά στο τέρμα να ακούνε και οι άπιστοι της γειτονιάς. Γαμημένοι χριστιανοταλιμπάν. Και είχε μέρες να βαρέσει τις καμπάνες ο γαμημένος κωλόγερος και χάρηκα. Νόμιζα πως είχε ψοφήσει.

Έφτιαξα έναν φραπέ και άνοιξα το ραδιόφωνο. Δεύτερο πρόγραμμα και ο μαλάκας να τραγουδάει πως θέλει να βρεθούμε σε μαγικά νησιά… Από την άλλη στενοχωριόμουν στη σκέψη πως κανείς δεν θα ήθελε να βρεθεί μαζί του σε μαγικά νησιά. Το επόμενο ήταν ένα κλαψομούνικο έντεχνο που δεν θυμάμαι καν τι διάολο έλεγε και το τελευταίο που άκουσα πριν το κλείσω για να πάω τουαλέτα, επαναλάμβανε συνεχώς “νερό στη βάρκα, νερό στη βάρκα, νερό στη βάρκα…” Χίλιες φορές να ακούω σε επανάληψη το Καλοκαιρινό της Μόνικα.

Έστειλα στο viber καλημέρα στην Ερασμία και εκείνη μου έκανε βίντεο-κλήση. Ήμουν σαν κώλος. Εκείνη σκέτη καύλα. Θα πήγαινε στην κουμπάρα της στο Βόλο και θα ερχόταν μετά να περάσει τον Αύγουστο μαζί μου. “Αν με θες φυσικά…” είπε και σήκωσε λίγο το μπλουζάκι που φορούσε γελώντας. Χάζεψα τα βυζάκια της και μετά από λίγο κλείσαμε. Τράβηξα μια πρωινή και ντύθηκα να πάω μέχρι το καφενείο του φίλου μου του Λάμπη κάτω στο λιμάνι. Όταν με έπιαναν οι κοινωνικότητες μου, πήγαινα εκεί με τους μπαρμπάδες που ψάχνανε διαθέσιμα αφτιά για τις ιστορίες τους. Την ώρα που έβαλα μπρος τη μηχανή, ένα γατί, χοντρό και μαύρο με πλησίασε νιαουρίζοντας άγρια λες και με έβριζε. “Τι θέλεις ρε μαλάκα;” του είπα και εκείνο μου απάντησε στη γλώσσα του κάτι ακατάληπτες βρισιές και άρχισε να τρίβεται στα πόδια μου. “Θα σου φέρω κονσέρβα μαύρε, αρκεί να μη μου φέρεις και τους φίλους σου μαζί γιατί δεν βγαίνω.” Μου έγνεψε καταφατικά λες και καταλάβαινε τι διάολο του έλεγα, πέρασε ανάμεσα στα κάγκελα και μπήκε στην αυλή. Ήταν σαν ένας χοντρός πάνθηρας σε μικρογραφία. Πάνθηρας… Μου ήρθαν τότε στο μυαλό οι ιστορίες που μας λέγανε όταν ήμασταν μικρά για τον θρυλικό Τζίμη τον Πάνθηρα…

Λίγο παρακάτω, την ώρα που οδηγούσα και σκεφτόμουνα Αυγουστιάτικα γαμήσια, πετάγεται από ένα δρομάκι κατηφορικό κάθετα στο δρόμο μου μια γαμημένη, μικρή μπουλντόζα δίχως οδηγό και σκάει πάνω στην μάντρα στα δεξιά του δρόμου, γκρεμίζοντας τη. Για λίγα μέτρα θα με είχε κάνει κομμάτια. Σταμάτησα μπροστά στο σύννεφο σκόνης να δω τη ζημιά. Ένας νεαρός έφτασε ξέπνοος. “Αφού δεν θρηνήσαμε θύματα, όλα καλά” του είπα μα δεν έλαβα απάντηση. Τραβούσε τα κατσαρά μαλλιά του και άρχισε να βλαστημάει Θεούς και Δαίμονες. “Καλά ξεμπερδέματα.” Έβαλα μπρος και συνέχισα το δρόμο μου. Θα με είχε σκοτώσει ο μαλάκας. Θα μπορούσα να του κάνω μήνυση για την παραλίγο δολοφονία μου ή έστω για ψυχική οδύνη. Αν δεν με είχε καθυστερήσει ο γάτος… ποιος ξέρεις αν θα ζούσα τώρα. Αυτός ο γάτος μου έσωσε τη ζωή.

Άφησα το μηχανάκι σε έναν ίσκιο και σε μισό λεπτό έφτασα στο καφενείο. Χαιρέτησα την ομήγυρη και τον Λάμπη που εκείνη την ώρα κοιτούσε σε ένα ξεχαρβαλωμένο λάπτοπ τα νούμερα στο κίνο. Μέγας παίχτης… Παράγγειλα φραπέ και μου τον έφτιαξε χωρίς να ξεκολλήσει το βλέμμα του από την οθόνη. Ταυτόχρονα λέγαμε τα νέα μας. Αν έβγαζε το κεφάλι του και το τοποθετούσε μπροστά στην οθόνη για να πάει το υπόλοιπο σώμα να κατουρήσει, δεν θα μου φαινόταν παράλογο.

Έκατσα σε ένα τραπεζάκι έξω και χάζευα τη θάλασσα, έναν παππού που έπαιζε τάβλι με το εγγόνι του, το τροφαντό κωλαράκι μιας κοπέλας που κατέβαινε προς το λιμάνι. Ένας μπάρμπας παραμυθάς, στο διπλανό τραπέζι με καλημέρισε και αφού τον καλημέρισα και εγώ, τον ρώτησα για τον Τζίμη τον Πάνθηρα. “Εγώ θα σου πω…” απάντησε με χαμόγελο, τράβηξε μια ρουφηξιά απ’ το φλιτζάνι του καφέ του και ξεκίνησε.



Όλοι τον ήξεραν με το παρατσούκλι του τον Τζίμη τον πάνθηρα. Οι ιστορίες του έγιναν παραμύθια για να κοιμίζουν τα μικράκια του χωριού του, τότε που η τηλεόραση βρισκόταν μοναχά στο καφενείο του Γιώργη. Οι λωλοί και αρκετοί από τους γηραιότερους του χωριού, συνομιλούσαν με τους παρουσιαστές των ειδήσεων και τους σταρ των ταινιών. Πολλές φορές αν η κουβέντα με την τηλεόραση ερχότανε στα πολιτικά, ξέσπαγε καβγάς και έμπαινε στη μέση ο Γιώργης για να μην την τσακίσουν. Τα παιδάκια τότε, θεωρούσαν τον Τζίμη τον Πάνθηρα ίδιο με τους μεγάλους ασπρόμαυρους σταρ των ταινιών. Βέβαια το συγχωριανό τους τον έβαζαν πιο ψηλά.

Στον πόλεμο λένε, ο Τζίμης έτρεφε ολόκληρο το χωριό του. Πιτσιρίκι, με ένα κοντό τριμμένο παντελόνι που ξεκούμπωνε από πίσω για να χέζει, τιράντες και ένα ξεσκισμένο πουλόβερ… Τρύπωνε στις αποθήκες του οχτρού και φορτωνόταν σα μουλάρι, να ‘χουν να φάνε τα ορφανά, να ‘χουν να φάνε κι οι γέροι. Κάποτε λένε πριν προλάβει να το σκάσει από την αποθήκη, πλακώνουν οι ναζί και τον πετυχαίνουν στο σπασμένο το παράθυρο να βγαίνει… τρία φορτηγά γεμάτα και ένα άρμα μάχης. Ο Τζιμάκος χώθηκε πίσω στην αποθήκη ανάμεσα στις μπύρες και τα αλλαντικά. Έμπαιναν δέκα-δέκα στην αποθήκη και ο πιτσιρικάς τους ξεπάστρευε σαν πάνθηρας… ορμούσε και τους ξέσκιζε τα Γερμανικά λαρύγγια τους με ένα κονσερβοκούτι. Έμεινε στο τέλος ο διοικητής μέσα στο τανκ του και αποφάσισε να ισοπεδώσει την αποθήκη με δέκα βλήματα, φοβούμενος πως εκεί μέσα βρισκόταν μιλιούνια ανταρτών. Υπάρχει και βιβλίο που έγραψε ο κωλογερμαναράς μετά τον πόλεμο και τα γράφει αυτά λέξη προς λέξη.

Άλλοι λένε πως ο Τζίμης, νεαρός ακόμα, εποχές που τα άλλα παιδιά λιαζότανε στο ποτάμι, εκείνος δούλευε σκληρά στα χωράφια. Το σώμα του θύμιζε αθλητή της πάλης. Τα κορίτσια του χωριού τον χάζευαν κρυμμένες, να κατεβάζει το τσαπί με το ρωμαλέο κορμί του να γυαλίζει λουσμένο στον ιδρώτα και τις γκάστρωνε μονάχα με ένα βλέμμα. Ένα πρωινό του Νοέμβρη ακούστηκαν φωνές απ’ το ποτάμι. Η Βασιλική, η πιο όμορφη του χωριού, έπεσε να πνιγεί. Είχε ερωτευτεί τον Στέργιο, το μεγαλύτερο κάθαρμα του χωριού. Κόσμος μαζεύτηκε μα κανείς δεν ήξερε κολύμπι και τα νερά αγριεμένα. Όλο το χωριό μαζεύτηκε στο γεφύρι και την έκλαιγε, μέχρι που μια φωνή ακούστηκε “ΑΝΟΙΧΤΕ ΔΡΟΜΟ” θαρρείς και βγήκε από το στόμα… πάνθηρα! Ήταν ο Τζίμης που έβγαλε όλα του τα ρούχα και ολόγυμνος, με μια ψωλή σαν παλαμάρι, όρμησε ανάμεσα στο χαζεμένο πλήθος και βούτηξε στο ποτάμι σαν άγριο ζώο για να σώσει την κόρη και την έσωσε. Το έκανε λένε να φαίνεται τόσο εύκολο, ώστε οι ρεζιλεμένοι εχθροί του, αφήνιασαν και τον έπνιξαν ζωντανό. Την επομένη η Βασιλική, έβαλε στη λεμονάδα της δηλητήριο και φαρμακώθηκε.

Λέγανε, λέγανε και τι δε λέγανε, μα η αλήθεια είναι τούτη… Η μακαρίτισσα η μάνα μου τον ήξερε τον Τζίμη. Ήτανε στο ίδιο δημοτικό. Εκείνος έκατσε μονάχα δυο τάξεις. Η γιαγιά μου τις έκανε όλες. Δύσκολα χρόνια. Ιταλοί, Γερμανοί, δεξιοί και δεν συμμαζεύεται. Ο πατέρας του Πάνθηρα πολέμησε στα βουνά της Αλβανίας. Ήρωας μεγάλος αλλά κομμουνιστής… Σάπισε στη φυλακή. Κανείς δεν ύμνησε τους ηρωισμούς του, κανείς δεν έγραψε τους άθλους του. Μάνα δεν είχε. Ήταν φυματική και πέθανε ένα χρόνο μετά τη γέννα. Ο Τζιμάκος μεγάλωσε μόνος του σαν αγρίμι… έτσι του κόλλησαν και το παρατσούκλι “πάνθηρας”. Χαμαλίκι για ένα κομμάτι ψωμί, και λιώμα όλη μέρα στην καλύβα του με κρασί, τσίπουρο και ό,τι άλλο έβρισκε να πιει… Ένα βράδυ, η καλύβα του έπιασε φωτιά. Άλλοι είπαν πως κάηκε στο κρεβάτι του και άλλοι άρχισαν να του πλέκουν ιστορίες… μύθους! Να βγει και ένας Ηρακλής από αυτόν τον κωλότοπο… ένας Ηρακλής που μετά από κάθε του άθλο, τον κατασπάραζαν τα μαύρα κοράκια με τα γαμψά τους τα νύχια.



Στο γυρισμό για το σπίτι, σταμάτησα στο μαγαζί με τις ζωοτροφές να πάρω για τον γάτο τροφή. Του ψώνισα και κονσέρβα και κροκέτες. Ήμουν σίγουρος πως αυτός ο μαύρος θα ήταν σπίτι και θα με περίμενε. Μόλις έφτασα, άφησα το μηχανάκι κάτω απ’ το ίσκιο της πικροδάφνης και ο γάτος εμφανίστηκε μέσα από τα κάγκελα της αυλής νιαουρίζοντας. Μπήκα στο σπίτι και έψαχνα να του βρω ένα μπολάκι και εκείνος με ακολούθησε εξερευνώντας διεξοδικά το χώρο. Ήθελε να δει αν τον ικανοποιεί το νέο του σπίτι. Τον έβγαλα φωτογραφία και τον έστειλα στην Ερασμία την ώρα που χλαπάκιαζε ευχαριστημένος. “Ποιος είναι αυτός ο μαύρος; Είναι κούκλος! Θα τον κρατήσουμε;” Ο πληθυντικός με ξάφνιασε ευχάριστα. Χαμογέλασε το μέσα μου. “Είναι ο Μαύρος, είναι κούκλος και ναι θα τον κρατήσουμε!”

Υάκινθος Ζαβολαίμης

Στην ξαδέρφη και στη θεια πέντε πόντους πιο βαθιά – Ιστορίες του Υάκινθου Ζαβολαίμη #03

Egon Schiele – Pair embracing, 1917 (public domain)

Ιστορίες του Υάκινθου Ζαβολαίμη

Της είπα να περιμένει στη γωνία για να πεταχτώ να πάρω τσιγάρα απ’ το περίπτερο. “Αφού το έχεις κόψει…” μου είπε πονηρεμένη. “Από μνήμη καλά πάμε… Θες εσύ κάτι;” Έκανε πως σκέφτεται “Μπααα…” μου απάντησε και μόλις έφτασα στο περίπτερο μου φώναξε “ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΑ ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ!” Έγινα κόκκινος και εκείνη κλασικά… έσκασε στα γέλια. Αυτό το γέλιο της μου είχε λείψει είναι η αλήθεια… Πήγα στο ψυγείο και πήρα δυο μπύρες. “Προφυλακτικά να βάλω Υάκινθε;” ρώτησε ο μπάρμπα-Θόδωρας ο περιπτεράς. Διάολε! Έγινα ακόμα πιο κόκκινος! Του έγνεψα καταφατικά. “Ρε μπαγάσα, η ξαδέρφη σου δεν είναι αυτή;” “Ποια;” “Εγώ δεν κρίνω και στα οικογενειακά των άλλων δεν μπαίνω. Είναι όμορφη πολύ. Τη θυμάμαι από μικρή.” “Ρε μπάρμπα, άσε τα σάπια. Μια πλάκα έκανε η Ερασμία… Έχω γνωρίσει κάποια…” Με κοίταξε με νόημα… “Που τα πουλάς αυτά ρε μπαγάσα; Αν είχες γνωρίσει κάποια, δεν θα το είχα μάθει εγώ πρώτα; Σε αυτόν τον τόπο, κουκιά μετρημένα είμαστε. Ξέρω ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει και ποιος τον παίρνει. Άντε, πάρε τούτα εδώ με το επιβραδυντικό γιατί έχεις και καιρό να… και μη ξεχνάς την παροιμία!” “Ποια παροιμία;” ρώτησα καθώς έβγαλα να πληρώσω. “Στην ξαδέρφη και στη θεια, πέντε πόντους πιο βαθιά.”


Λες και σε όλες τις άλλες, αφήνουμε πέντε πόντους απ’ έξω. “Καλέ, πως κοκκίνισες πάλι έτσι;;;” μου είπε η Ερασμία που γελούσε με τα ντροπιασμένα μούτρα μου. “Χέσε με Ερασμία. Βούκινο θα γίνουμε.” “Και τι; Ντρέπεσαι για μένα;” “Είμαστε ξαδέρφια μωρέ. Πως προέκυψε όλο τούτο;” “Μη ρωτάς εμένα. Εσένα σου τρέχανε τα σάλια όταν με είδες με το μαγιό. Και όσο για το ξαδέρφη… ξέρεις τι λένε… Στην ξαδέρφη και στη θεια…” σκάσαμε στα γέλια μαζί αυτή τη φορά. Της έκανα κάτι σαν αγκαλιά περπατώντας και σε λίγο ήμασταν σπίτι.


Βρεθήκαμε στο κρεβάτι να χαζολογάμε φορώντας ακόμα τα μαγιό μας. Ήταν λίγο αμήχανο στην αρχή. Είπα να κάνω εγώ την πρώτη κίνηση αυτή τη φορά. Της κατέβασα το μαγιουδάκι και βάλθηκα να γλύφω το αλμυρό μουνάκι της. Εκείνη έσφιξε με τα μπούτια της το κεφάλι μου και με το χέρι της χάιδευε τα λιγοστά μαλλιά μου. “Πείνασες μωρό μου;” Μωρό μου; Ποτέ δεν μου άρεσε αυτή η προσφώνηση… “Φάε όλο το φαΐ σου!” είπε και άρχισε να γελάει σα βλαμμένο. “Άσε τα μωρά ξαδερφούλα και μη με κάνεις να γελάω!” “Γιατί, τι θα μου κάνεις αν σε κάνω να γελάς ξαδερφούλη;” με ρώτησε χαϊδεύοντας με την πατούσα της το τριχωτό μου στήθος. “Ξέρω και ‘γώ… Θα σε γαμήσω υποθέτω.” “Άντε έλα να το χώσεις στην ξαδερφούλα!” και άρχισε να γελάει σαν χαζό πάλι. Έλεος! Γδύθηκα αλλά το καυλί μου δεν ανταποκρινόταν με τόσα γέλια. “Επειδή πάει καιρός για μένα, ας το πάρουμε λίγο στο χαλαρό και απ’ την αρχή να βρούμε το ρυθμό μας. Κάτσε να βάλω και λίγη μουσική.” “Σταματάω. Σταματάω. Μη μου αγχώνεσαι. Δυνάμωσε και λίγο το κλιματιστικό για να μη μου γίνεις πάλι κόκκινος-κόκκινος.” Έβαλα στον υπολογιστή μια λίστα με Tom Waits και ξεκίνησε να παίζει το I hope that I don’t fall in love with you. Πήγα μπροστά απ’ το κρεβάτι και εκείνη χωρίς να μιλήσει τον πήρε στο στόμα της έτσι πεσμένο όπως ήταν και άρχισε να τον ρουφάει κοιτώντας με στα μάτια. Αυτά τα μάτια της… Καύλωσα σε δευτερόλεπτα και τότε τον έβγαλε από το στόμα της και άρχισε να τον παίζει και να τον γλύφει. Το κουτί με τα προφυλακτικά ήταν στο κομοδίνο. “Άντε, βάλε καπότα και έλα να γαμήσεις λίγο μουνάκι. Αν μου τον χώσεις ξεκάποτο θεωρείται αιμομιξία!”

Έβγαλα ένα προφυλακτικό, άνοιξα το περιτύλιγμα και προσπάθησα να το φορέσω. Είχα να φορέσω προφυλακτικό πάνω από δέκα χρόνια. Η Ερασμία σηκώθηκε να αλλάξει τραγούδι την ώρα που εμένα μου έπεφτε το προφυλακτικό στο πάτωμα. Βλαστήμησα κάποιον ξεχασμένο Άγιο και έβγαλα ένα δεύτερο. Αυτή τη φορά το έβαλα με επιτυχία. Το τραγούδι ήταν ο Εφιάλτης των Εκτός Ελέγχου. Εγώ της τα είχα μάθει αυτά όταν ήταν στο Λύκειο ακόμα. “Ωραίος ο Θωμάς για τα προκαταρτικά αλλά προτιμώ κάτι πιο δυνατό για το κυρίως πιάτο…” Ξάπλωσε ανάσκελα με ανοιχτά τα πόδια και μπήκα μέσα της αμέσως. Φώναξε από πόνο. “Εεε! Και για μένα πάει καιρός…” μου είπε. Άρχισα να μπαινοβγαίνω μέσα της με το μαλακό και μετά από δυο λεπτά άρχισα το σφυροκόπημα. Τα νύχια της είχαν χωθεί στα κωλομέρια μου και τα βογγητά της θα είχαν καυλώσει ολόκληρο το καφενείο απέναντι απ’ το σπίτι αν είχαμε ανοιχτά τα παράθυρα. Δεν έπαιρνε τα μάτια της απ’ τα δικά μου. Ανέβηκε από πάνω μου. Τον έπιασε και τον έβαλε μέσα της και άρχισε να κουνιέται πάνω-κάτω παίζοντας ταυτόχρονα το μουνάκι της. Σε κάποια φάση κατάλαβα ότι το προφυλακτικό είχε σπάσει. Της το είπα αλλά μου φώναξε να σκάσω και μου έκλεισε το στόμα. Τελειώσαμε μαζί μετά από κάνα δίλεπτο. Οι φωνές της ακούστηκαν σίγουρα σε όλη τη γειτονιά αυτή τη φορά.


Ξάπλωσε για λίγο πάνω μου ενώ ήμουν ακόμα σκληρός μέσα της. “Τη γάμησες καλά την ξαδερφούλα.” Κατάλαβε πως ανάσαινα λίγο ζόρικα και ξάπλωσε δίπλα μου. Ήμουν ακόμα μισοκαυλωμένος. Το είδε και άρχισε να τον χαϊδεύει και να μου λέει βρομόλογα στο αφτί. Αρχίσαμε να φιλιόμαστε με γλώσσα. Σηκώθηκα στα γόνατα και στάθηκα μπροστά στα ανοιγμένα πόδια της. Το σπέρμα μου κύλαγε απ’ το μουνάκι της στο σεντόνι. Άρχισα να τρίβω τον πούτσο μου στα μουνόχειλα της και μετά κατέβηκα προς τα κάτω. Τον έτριβα στην κωλοτρυπίδα της και με κοιτούσε στα μάτια πονηρά χωρίς να πει κάτι. Μόνο χαμογελούσε και ήταν τόσο όμορφη πανάθεμα με. Άρχισα να τον παίζω ενώ το κεφάλι έσπρωχνε την υγρή από το σπέρμα οπή της και σιγά σιγά, γλίστρησε το κεφάλι μέσα. Έβγαλε ένα πνιχτό βογγητό πόνου και καύλας. Άρχισα να της γαμάω τον κώλο με αργές κινήσεις χωρίς να το βάζω όλο μέσα. Εκείνη έχωσε στο μουνί της δυο δάχτυλα και εγώ που είχα τρελαθεί από την καύλα τον έσπρωξα πέντε πόντους πιο βαθιά και έχυσα ξανά.


Κοιμηθήκαμε γυμνοί και όταν ξυπνήσαμε κοιταχτήκαμε με το ίδιο βλέμμα σαν να μην πιστεύαμε τι είχαμε κάνει. Ανακαλύπταμε ο ένας τον άλλο απ’ την αρχή με τρόπους που δεν είχαμε φανταστεί. Με τρόπους απαγορευμένους. Κάναμε ντουζάκι και πήγαμε έξω να τσιμπήσουμε σε μια ταβέρνα που μας πήγαιναν οι γονείς μας όταν ήμασταν μικρά το Καλοκαίρι. Ήμουν σαράντα πέντε χρονών. Το πρωί ένιωθα γέρος με το ένα ποδάρι στον τάφο και λίγες ώρες μετά… Αυτή η γυναίκα με ανέστησε απ’ τους νεκρούς. Μου έδωσε ξανά ζωή. Το γαμήσι θα μου πείτε αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ήταν… όλα της.


Το βράδυ πήγαμε θερινό σινεμά και έπειτα γυρίσαμε στο σπίτι. Η ταινία ήταν αδιάφορη αλλά δεν μας ένοιαξε. Σαν να ήταν το πρώτο μας ραντεβού. Ήπιαμε μερικές μπύρες στη δροσιά της βεράντας και κουβεντιάζαμε με τις ώρες… Εκείνη ξαπλωμένη σε μια ξεχαρβαλωμένη ξαπλώστρα και εγώ στην καρέκλα μου απέναντι της. Δεν θέλαμε να τελειώσει εκείνη η νύχτα. Ο Θεός θα είχε τσαντιστεί πολύ μαζί μας για την αιμομιξία. Ίσως όμως η ένωση μας να ήταν το ελιξίριο της ζωής. Ένα απαγορευμένο φρούτο που τρώγοντας το επιστρέφεις στην Εδέμ. Εκείνο το βράδυ δεν γαμηθήκαμε ξανά αλλά κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι με ένα “σ’ αγαπώ” στο στόμα. Στην αρχή ψιθυριστό μα ύστερα αρχίσαμε να το φωνάζουμε, να το γελάμε, να το κομπάζουμε. “Σ’ ΑΓΑΠΩΩΩ!”


Το πρωί της Κυριακής ξυπνήσαμε και οι δύο καυλωμένοι και γαμηθήκαμε σαν τα κορμιά μας να γνωρίζονται αιώνια. Σαν να ήμασταν ένα κομμάτι κρέας που το κόψανε στα δύο και το πέταξαν στη Γη. Σαν να μου έχει θολώσει η καύλα το μυαλό και να υπερβάλω σαν ξεμωραμένος… Περάσαμε τη μέρα στο σπίτι. Μου μαγείρεψε μια ωραία μακαρονάδα με κύμα, ήπιαμε λευκό κρασί, γαμηθήκαμε άλλες δυο φορές ενδιάμεσα και έφτασε η καταραμένη η ώρα του αποχωρισμού. Την κατέβασα στο λιμάνι για να πάρει την παντόφλα της επιστροφής. Στο δρόμο δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Βουλιάξαμε σε μια μελαγχολία, σαν τα παιδιά λίγο πριν το τέλος του Καλοκαιριού…


“Και τώρα τι κάνουμε;” με ρώτησε σαν φτάσαμε στην προβλήτα και περιμέναμε την παντόφλα. Ήταν η πρώτη φορά που είδα το πρόσωπο της σκοτεινιασμένο. Την αγκάλιασα σφιχτά. “Θες να τα φτιάξουμε;” τη ρώτησα και πνίγηκε από το γέλιο. “Σοβαρά το λέω…” “Ναι. Θέλω.” Με φίλησε στο στόμα με μάτια δακρυσμένα και ανέβηκε στην παντόφλα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Δεν άντεχα να δω το πλοίο να φεύγει. Κατευθύνθηκα προς το μηχανάκι. Τότε άκουσα τη φωνή της… “ΥΑΚΙΝΘΕ!! Σ’ ΑΓΑΠΩ!!” φώναξε με όλη της τη δύναμη από το κατάστρωμα. Παραδόξως δεν έγινα κόκκινος. “ΚΑΙ ‘ΓΩΩΩΩ!!” φώναξα χωρίς να με νοιάζει κανείς και τίποτα. Μονάχα η Ερασμία, το κορίτσι μου, η αγάπη μου.

Στην επιστροφή άρχισα να κλαίω πάνω στο μηχανάκι. Δεν θυμάμαι από πότε έχω να κλάψω έτσι. Σκέψεις… η μια έφερνε την άλλη. Από ένα νοίκι ζω και δεν θα έφτανε και για τους δυο μας με τίποτα όσο φτηνά και αν μπορούσαμε να τη βγάλουμε εδώ. Από την άλλη εκείνη δασκάλα… Θα μπορούσε να πάρει μετάθεση να διδάσκει τα παιδιά των ιθαγενών γράμματα. Το σπιτάκι μου το έχω. Μικρό αλλά για δυο άτομα ό,τι πρέπει. Μετά τους έρωτες έρχονται τα πρακτικά ζητήματα. Ξάφνου μπροστά μου εμφανίζεται μια κοπέλα, καμιά εικοσαριά χρονών, πάνω στο ποδήλατο και φορούσε μονάχα το μαγιό της. Ζέστη… Καμάρωσα για λίγο το σφιχτό, ιδρωμένο της κωλαράκι που έσταζε καθώς την προσπερνούσα και σκέφτηκα… “Σαν τον κώλο της ξαδέρφης μου… κανένας!”


Υάκινθος Ζαβολαίμης

Η ξαδέλφη και η θάλασσα – Ιστορίες του Υάκινθου Ζαβολαίμη #02


Πρώτο μπάνιο για φέτος. Δεν μου αρέσει η θάλασσα… Βασικά δεν μου αρέσει ο δρόμος μέχρι τη θάλασσα, η ζέστη έξω από τη θάλασσα, μα κυρίως… οι άνθρωποι στη θάλασσα. Ήρθε όμως η ξαδέρφη μου η Ερασμία για Σαββατοκύριακο στο νησί και μου τα ‘πρηξε να την πάρω στη θάλασσα όπως τότε… Την συμπαθούσα την Ερασμία από μικρή. Πρώτη μου ξαδέρφη από το σόι της μάνας μου και πολύ ξύπνιο παιδί. Της έριχνα πέντε χρόνια. Τώρα, εκείνη σαράντα, εγώ σαράντα πέντε και πηγαίναμε στη θάλασσα όπως και τότε που ήμασταν μικράκια. Δυο βήματα μεν αλλά μέχρι να φτάσουμε είχα χάσει τρία κιλά ιδρώτα.


Για καλή μας τύχη δεν είχε πολύ κόσμο. Περάσαμε δυο τρεις οικογένειες. Τα μούλικα τους ουρλιάζανε λες και τα σφάζανε. Κάποιοι παίζανε ρακέτες. Ένας μπάρμπας με την κυρά του και το ραδιοφωνάκι στο αφτί να παίζει κλαρίνα. Ο Χριστός και η Παναγία… Εμείς πήγαμε και αράξαμε στην άκρη της παραλίας δίπλα σε κάτι βράχια. Στρώσαμε όμορφα τις ψάθες μας, έχωσα την ομπρέλα στην άμμο και αράξαμε. Είχε πέσει βουβαμάρα για λίγο. Είχα έξι χρόνια να τη δω. Από την κηδεία της Χριστίνας. Χτύπησε το τηλέφωνο την Παρασκευή και μου είπε “Ξάδερφε ετοιμάσου, αύριο έρχομαι.” Αναγνώρισα αμέσως εκείνη την κοριτσίστικη φωνή που δεν μπορούσε να την αλλάξει ο χρόνος. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από τα Καλοκαίρια εκείνα των παιδικών μας χρόνων. Με είχε πιάσει μια νοσταλγία. Περνάνε τα χρόνια. Εγώ ένιωθα ήδη γέρος αλλά εκείνη δεν άλλαξε καθόλου…

Η Ερασμία γύρισε μπρούμυτα. Τότε παρατήρησα ότι το μαύρο μαγιουδάκι που φορούσε, κάλυπτε ελάχιστα τον αψεγάδιαστο της κώλο. Έπειτα έλυσε το σουτιέν της για να μην της κάνει γραμμή όπως μου είπε. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από αυτά τα θεσπέσια, μαυρισμένα κωλομέρια. Δεν ξέρω αν φταίει που είχα καιρό να γαμήσω… ένιωθα την πούτσα μου να σαλεύει μέσα στο μαγιό. Μου ζήτησε να την αλείψω με αντηλιακό. Ανάθεμα με, πώς να πω όχι… Άρχισα να της αλείφω την πλάτη. Έκανα στην άκρη τις καστανές της μπούκλες και καθώς την άλειφα, διαπίστωσα πως είχα καυλώσει άσχημα. Προσπαθούσα να το κρύψω με μια ανορθόδοξη στάση σώματος. Τότε μου ζήτησε να της βάλω και πιο χαμηλά… “Χριστέ δείξε έλεος!” είπα από μέσα μου. Της έβαλα αντηλιακό στα κωλομέρια και άρχισα να τα αλείφω μαλακά-μαλακά. “Στα πόδια εννοούσα βρε” είπε γελώντας “αλλά αφού έβαλες που έβαλες, άλειψε τον καλά. Κρίμα να καεί…” Είχα γίνει κατακόκκινος και τότε γύρισε το κεφάλι προς τα εμένα και μου λέει με νάζι “Καλέ πως έγινες έτσι; Με ντρέπεσαι; Την ξαδερφούλα σου; Τη μικρή σου την ξαδερφούλα…” Και τότε κοίταξε και πιο κάτω και είδε τις καύλες μου… “Άπαπα καημενούλη… Με την ξαδέρφη σου βρε τέτοια πράματα;; Θα σε κάψει ο Θεούλης! Άντε, πήγαινε να πέσεις στη θάλασσα μπας και σου πέσει.” Πήγα και ευτυχώς ο κόσμος ήταν μακριά μας και κανείς δεν μπόρεσε να δει το “αντίσκηνο” μου. Μονάχα η Ερασμία που χαζογελούσε πίσω μου.


Βούτηξα αμέσως και άρχισα να κολυμπάω. Πήγα μέχρι τα βαθιά, κολύμπησα λίγο και μετά γύρισα στα ρηχά και άραξα σαν τη γριά κοιτώντας το πέλαγος. Εκείνη την ώρα βούτηξε μέσα και η Ερασμία. Έκανε μακροβούτι και ύστερα γύρισε προς τα μένα έχοντας τα μάτια και τη μύτη έξω απ’ το νερό. Έφτασε στα πόδια μου και έβγαλε τα χέρια της έξω κάνοντας πως είναι δαγκάνες από καβούρι “κλακ, κλακ, κλακ” και άρχισε να μου τσιμπάει τις γάμπες. Αρχίσαμε να γελάμε. Ήξερε πως γαργαλιέμαι. “Θυμάσαι;” μου λέει “Εγώ ήμουν πάντα το καβούρι και εσύ έκανες τον καρχαρία! Δεν πιστεύω κύριε καρχαρία να είστε ακόμα καυλωμένος;;;” είπε γελώντας. “Άντε μωρέ, δεν ντρέπεσαι να με πειράζεις γέρο άνθρωπο…” Ήρθε δίπλα μου. “Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν ξανάφτιαξες τη ζωή σου μετά την Χριστίνα…”


Πάνω στην κουβέντα διαπίστωσα πως είχε κατεβάσει το πάνω μέρος του μαγιό της και τα βυζάκια της τα έβλεπε ο ήλιος… και όχι μόνο ο ήλιος αλλά και ο ανώμαλος ξάδελφος της. Το κατάλαβε και γέλασε κοιτώντας με πονηρά. Άπλωσε το χέρι της προσποιούμενη πάλι το καβούρι… “Για να δω…” Τον γράπωσε. “Εγώ φταίω που μου τα πέταξες όλα έξω;;;” “Ω, καημενούλη…” Έχωσε το χέρι μέσα από το μαγιό μου και χάιδεψε στην αρχή το κεφάλι τρυφερά και μετά άρχισε να μου τον παίζει κοιτώντας αδιάφορα τη θάλασσα. Εγώ τη χάζευα και μου τρέχανε τα σάλια… μεταφορικά αλλά κυρίως κυριολεκτικά. “Κοίτα μπροστά θα καρφωθούμε! Πες μου μονάχα όταν τελειώνεις.” Κοίταξα μπροστά το πέλαγος. Για πρώτη φορά έμοιαζε τόσο όμορφο. Άδειασε το μυαλό μου από κάθε σκέψη. Μονάχα η Ερασμία ήταν μέσα στο κεφάλι μου, γύρω μου, παντού. Έκλεισα τα μάτια. Πάνω-κάτω το χέρι και καθώς η ένταση ανέβαινε κόντευα να χύσω. Της το ψιθύρισα και γύρισε και με κοίταξε στα μάτια καθώς τον έσφιγγε περισσότερο και πάνω-κάτω χάθηκα στα καστανά της μάτια, στο παιχνιδιάρικο χαμόγελο, το πρόσωπο της πλησίασε στο δικό μου, τα χείλη της ίσα που άγγιξαν τα δικά μου και το σπέρμα μου εκτοξεύτηκε από την ψωλή μου για να ταΐσει τα ψαράκια του γιαλού. “Έχουμε γίνει θέαμα” μου είπε και πράγματι κάποιοι μας κοίταζαν, κάποιοι φεύγανε με τα μούλικα τους βλαστημώντας… αλλά στα αρχίδια μας. Η ζωή ήταν ωραία, η Ερασμία σκέτη καύλα και τα ψαράκια χορτασμένα.

συνεχίζεται…

Υάκινθος Ζαβολαίμης

Το Καφενείο – Ιστορίες του Υάκινθου Ζαβολαίμη #01


Γιατί δεν με αφήνουν να κοιμηθώ τα γαμημένα τα μεσημέρια; Κάθονται στο καφενείο απέναντι απ’ το σπίτι και πίνουν τις μπύρες τους, εργάτες, χωριάτες και λοιποί φτωχοδιάβολοι μέσα στον διαολεμένο καύσωνα! Σπίτια δεν έχουν; Ο ήλιος να τους ψήνει και αυτοί να φωνάζουν τα όσα ασήμαντα λένε μπας και η ανούσια ύπαρξη τους αποκτήσει κάποιο νόημα. Πόσες φορές σκέφτηκα να κάψω αυτό το άθλιο καφενείο αλλά με προβλημάτιζαν οι νομικές συνέπειες.


Χθες το μεσημέρι τα πράγματα ξέφυγαν. Φωνές, φασαρία, κακό. Σηκώθηκα με το σώβρακο και βγήκα στη βεράντα να δω τι διάολο γινόταν. Φώναζε ένας εργάτης στον καφενετζή «ΘΑ ΜΟΥ ΓΑΜΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΠΥΡΑ; ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΠΥΡΑ ΘΑ ΜΟΥ ΓΑΜΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΚΩΛΟ;» Ένας χωριάτης προκαλούσε τον καφενετζή «Για να σε δούμε πως γαμάς! Για να σε δούμε!» Σπάει ένα μπουκάλι μπύρας ο καφενετζής και ουρλιάζει «ΚΑΝΟΝΙΣΤΕ ΝΑ ΜΕ ΒΑΛΕΤΕ ΦΥΛΑΚΗ ΓΑΜΩ ΤΗ ΜΠΑΝΑΓΙΑ ΣΑΣ!» «ΠΑΤΕΡΑ ΣΤΑΜΑΤΑ!!» Φώναξε η κόρη του και έτρεξε να τον σταματήσει. Έτρεξα και εγώ μέσα σπίτι να φορέσω μια βερμούδα για να πάω να δω από κοντά το θέαμα. Κι άλλα μπουκάλια σπάγανε κι άλλες φωνές «ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΠΥΡΑ ΘΑ ΜΕ ΓΑΜΗΣΕΙΣ ΡΕ; ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΜΠΥΡΑ;» Πόση χαρά μέσα μου μετά από καιρό! Θα σφαχτούνε και ύστερα θα το κλείσουν το μπουρδέλο και θα απολαμβάνω ξανά τον μεσημεριανό μου ύπνο. «Σε ευχαριστώ Θεέ μεγαλοδύναμε που εισάκουσες τις κατάρες μου!»


Πετάχτηκα έξω -προσπαθώντας να κρύψω το χαμόγελο μου- δήθεν για να βοηθήσω. Δεν χρειάστηκε. Πολύς κόσμος γύρω, τουρίστες, ιθαγενείς… παιδάκια που έτρεχαν μακριά κλαίγοντας. Κατάφερα με δυσκολία να βρω μια καλή θέση για να αντικρίσω αυτό το ανίερο θέαμα… Στα μπρούμυτα πεσμένος ο εργάτης να σκούζει ξεβράκωτος με τα πόδια ανοιχτά και τον καφενετζή από πάνω του να του τον καρφώνει με μανία φωνάζοντας «ΝΑΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΠΥΡΑ ΘΑ ΣΟΥ ΤΟΝ ΓΑΜΗΣΩ ΤΟΝ ΚΩΛΟ!! ΘΑ ΣΟΥ ΤΟΝ ΣΚΙΣΩ ΤΟΝ ΚΩΛΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΠΥΡΑ!! ΒΕΡΕΣΕ ΤΕΛΟΣ!!» Η κόρη του ξέρναγε παραδίπλα τα άντερα της. Κανείς από τους θαμώνες δεν έκανε κάτι για να τον σταματήσει. Δεν τους αφορούσε και φοβόντουσαν μήπως γαμούσε και όποιον προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Μια γριά κάλεσε τους μπάτσους. Έφτασαν την ώρα που έχυνε ο καφενετζής. Σηκώθηκε με την ψωλή του να κρέμεται βρωμερή και τα χέρια του ψηλά. Ο κόσμος άρχισε να σπάει μόλις τον βάλανε στο περιπολικό. Για τον εργάτη με τον σπασμένο κώλο δεν νοιάστηκε κανείς και εγώ μπήκα σπίτι ξέγνοιαστος για να συνεχίσω τον μεσημεριανό μου ύπνο.

Υάκινθος Ζαβολαίμης