“ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΟΥΡΑΝΟΣ”

Παραπατώ. Σκοτάδι. Φεγγάρι χαμένο στον πάτο του μπουκαλιού του κύριου Δ. Μιζέρια. Τι έχω να χάσω. Τα πάντα έμοιαζαν ξένα απόψε. Μα πιο πολύ αιμορραγούσε η αγάπη. Η αγάπη. Χα! Ο κύριος Δ γέλασε μέσα στη μέθη του. Όλα ψέματα απ’το πρώτο χαμόγελο στο τελευταίο δάκρυ για την πιο γλυκιά ανάμνηση που γεννά φρικτές μνήμες. Οι περαστικοί πνιγμένοι στη λήθη περιγελούσαν τον κύριο Δ. Ένα κύριο που διάλεξε να γίνει ουρανός. Μάταιος κόπος, καθώς όλοι του έκοβαν τα φτερά. Πόσο θλιβερό ένας ζωντανός άνθρωπος στον κόσμο των νεκρών. Θλιβερό και ελπιδοφόρο συνάμα. Θα καταφέρει να αναστήσει κάποιον ή θα πεθάνει κι αυτός; Κάποιος δήθεν εύσπλαχνος στην υποτιθέμενη προσπάθειά του να βοηθήσει, τον παροτρύνει να του εξιστορήσει τα γεγονότα με τη σειρά. Ένα δάκρυ σιωπηρά κύλησε απ’το μάτι του Δ.-του πρώην κυρίου-. Ένα τόσο παρανοϊκό γέλιο που καταντούσε ασθενικό. Σειρά; Ψιθύρισε. Δεν υπάρχει σειρά, δεν υπάρχει λογική, δεν υπάρχει αγάπη. Μεθυσμένα λόγια, αλλά τόσο αληθινά. Τυφλοί ακροβάτες είστε όλοι, του λέει ο Δ., που ισορροπείτε σε τεντωμένο σκοινί πάνω από κύματα τσιμέντου, και το κοινό σας… Χα. Το κοινό σας προκειμένου να σκοτώσει την ανία του παρακαλάει να πέσετε… Το κοινό σας γαμιέται μέσα σε μια τουαλέτα ενός κλαμπ, έχοντας ρουφήξει γραμμάρια κοκαΐνης. Είσαι χαρούμενος, λοιπόν; Ποιος είναι η πουτάνα, σίγουρα όχι η γυναίκα που πουλά το κορμί της για να ζήσει. Εσύ είσαι. Συμβιβασμένε. Πήγαινε να κοιμηθείς. Αύριο το πρωί δουλεύεις. Χτυπάς κάρτα. Όχι δεν είμαι τρελός. Απλά έχω ξυπνήσει. Δεν ξέρεις τι λες άνθρωπε μου, είπε διστακτικά με τρεμάμενη φωνή ο συνομιλητής. Μάταιος κόπος είπε ο Δ.

Ξημέρωσε. Δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Ένιωθε ένοχος. Κανείς δεν παίρνει την ευθύνη των πράξεων του, κι έτσι την επωμίζεται όλη αυτός. Κοίταξε απ’το παράθυρό του τον ουρανό που ήταν πυκνοκατοικημένος από σύννεφα νευριασμένα έτοιμα να ξεσπάσουν σε ένα ανοιξιάτικο μπουρίνι. Πήρε ένα βιβλίο απ΄την βιβλιοθήκη. Ήταν σκονισμένο. Όχι από απλή σκόνη αλλά από μνήμες. Το φύσηξε. Μάταιος κόπος. Βραδυκίνητες αναμνήσεις πεισματάρες δεν έλεγαν να φύγουν απ’το μυαλό του, απ’το βιβλίο. Το άφησε στην άκρη. Ήταν φοβισμένος. Γυρνάει και μου λέει ότι ο κόσμος είναι ψέμα. Το κοίταξα σιωπηλός και περίλυπος. Δε μπορούσα να του αλλάξω γνώμη. Αυτό το ήξερα, κι έτσι δεν προσπάθησα. Πήρε ένα άλλο βιβλίο, το οποίο βρισκόταν μόνο του, σχεδόν ταλαιπωρημένο πάνω σε ένα ράφι. Τσαλακωμένο. Πρέπει να ήταν του Κάφκα. Δε θυμάμαι πλέον, έχει περάσει καιρός. Αυτό το βιβλίο μου λέει είμαι εγώ. Δεν καταλάβαινα. Το πήρε και διάβαζε ως τη νύχτα. Αργότερα κατεβήκαμε απ’το σπίτι του, και κάναμε μια βόλτα στην πόλη. Όχι σε όλες τις περιοχές. Μόνο στις κακόφημες. Ο κόσμος φοβάται. Φοβάται τον τοξικομανή, τον ξένο, τον άρρωστο. Είναι ομοφοβικοί οι άνθρωποι μου λέει. Φοβούνται μόνο όσους είναι ίδιοι με αυτούς, γι’αυτό τους αποφεύγουν. Γι’αυτό αποφεύγουν τους εαυτούς τους. Με καληνύχτισε και έφυγε με ταχύ βηματισμό. Θα γίνω, μουρμούριζε, ναι θα γίνω.

Το επόμενο πρωί πήγα στο διαμέρισμά του. Δεν τον βρήκα εκεί. Έκανα τον γύρω τις πόλης. Τον βρήκα στο πιο απρόσμενο μέρος. Σε ένα καφέ που μαζεύονταν πλούσιοι κύριοι, και ακριβοντυμένες κατίνες οι οποίες κοιτούσαν μόνο ψηλά. Ποτέ αριστερά ή δεξιά. Ίσως τις εμπόδιζαν οι παρωπίδες. Ξάφνου είδα τον Δ. Με προσκάλεσε. Ήταν πάντα φιλικός μαζί μου. Ακόμα αναρωτιέμαι το γιατί. Ήταν ντυμένος με το ίδιο σακάκι εδώ και ένα μήνα. Η ανάσα του μύριζε ουίσκι. Όνειρα, μου είπε. Είμαι παλιάτσος. Είμαι ένας κλόουν που διασκεδάζει τους νεκρούς. Μα με ανοιχτά μάτια, μονολογούσε δυνατά. Παραληρούσε. Όλα τα βλέμματα είχαν καρφωθεί πάνω του. Οι κύριοι ενοχλημένοι κάλυπταν την βρωμιά τους καλώντας την αστυνομία να έρθει να συλλάβει τον διαφορετικό. Τι ήταν; Ένα αυτόνομο πιόνι στη σκακιέρα. Οι κυρίες έκλειναν την μύτη τους για να αποφύγουν τη δυσοσμία του Δ. Φοράτε μάσκες οξυγόνου για να αναπνεύσετε, φώναζε ο Δ. με μακρόσυρτη λεπτή φωνή, σχεδόν σαν τσιρίδα. Μάσκες οξυγόνου όμως στις νεκροκεφαλές σας. Θα γίνω. Γίνε και συ. Σίγουρα το σκέφτηκες. Σίγουρα. Αγάπησε το μαύρο, αγάπησε το ξένο, αλλά πρώτα αγάπησε εσένα το λευκό, το λευκό του νεκρού και άσε τα φωτεινά χρώματα για αύριο, για πάντα. Όσο για μένα διαλέγω το γκρι. Πότε μαύρο, πότε άσπρο. Γίνε και συ. Εγώ θα γίνω ουρανός. Πάντα ήθελα. Γίνε και συ. Όχι ουρανός. Γίνε αστέρι, γίνε χάος, γίνε μηδέν, γίνε τα πάντα. Στο χέρι σου είναι. Από δω και μπρος θα ‘μαι πάντα από πάνω σας. Θα σας ξυπνάω και θα σας κοιμίζω, είπε κάπως βραχνά και ξεψύχησε. Ευτυχώς, βροντοφώναξαν όλοι οι θαμώνες. Πάει ο τρελός. Εγώ όμως το ήξερα ότι έγινε. Όχι απλά έγινε, αλλά έγινε ουρανός. Μου το είχε πει. Δε μπορεί να έλεγε ψέματα.

Τώρα εσύ αναγνώστη, μην θρηνήσεις για τον Δ. τον τρελό, τον τσαρλατάνο, αλλά αν και λίγο απλά τον ένοιωσες και αγάπησες, Γίνε και συ, Γίνε ότι ονειρεύεσαι.

Σπύρος

διαβάστε και άλλη μια ιστορία του Σπύρου εδώ

*δημοσιεύτηκε στο έκτο τεύχος του περιοδικού Το Κόλο

Μια φορά κι έναν καιρό…

Μια φορά κι έναν καιρό σε κάποιον άλλο κόσμο, που καμία σχέση δεν έχει με τον δικό μας συνέβησαν τα εξής:

Ήταν νωρίς το πρωί όταν ο Νίκος σηκώθηκε να πάει στη δουλειά του. Δεν μπορούσε να λείψει γιατί θα την έχανε αν δεν παρουσιαζόταν. Τα δάνεια κόντευαν να τον πνίξουν, η πρώην γυναίκα του ζητούσε ολοένα και πιο μεγάλη διατροφή. Οδηγούσε αμέριμνος. Πέρασε με το αυτοκίνητο του μπροστά απ’την πλατεία.” Παλιά υπήρχαν δέντρα εδώ, τώρα φύτρωσαν κάμερες” λέει στον εαυτό του. “Δεν πειράζει που τα έκοψαν όλα πάντως, τουλάχιστον μπορώ να βρω πάρκινγκ.”

Φτάνει με κάποια λεπτά καθυστέρηση στη δουλειά του. “Ο διευθυντής ζήτησε να σε δει” του είπε βιαστικά η γραμματέας καθώς έτρεχε για να πάει για ψώνια στο νέο μεγάλο εμπορικό κατάστημα που άνοιξε στην περιοχή. Ο Νίκος ένιωθε πνιγμένος.” Τι να θέλει τώρα?” σκεφτόταν από μέσα του.

Μπαίνει στο γραφείο. Ο διευθυντής όταν τον βλέπει κουμπώνει το παντελόνι του, δένει τη ζώνη του και διώχνει τις γυμνές υπαλλήλους του. “Καλώς τον” λέει με ευδιάκριτη ειρωνεία. “Γιατί άργησες? Ξέρεις καλά ότι τα θύματα (όπως συνήθιζε να λέει τους καταναλωτές των προϊόντων του) ολοένα και αυξάνονται. Το ίδιο και οι απαιτήσεις μου από σένα. Το τσιπάκι σου έδειξε ότι δεν εργάζεσαι αρκετά για να πλουτίσω περισσότερο, και ότι δεν ακολούθησες κατά γράμμα τις εντολές που σου έδωσα για το πώς να ζεις. ΑΠΟΛΥΕΣΑΙ.”

Ο Νίκος γύρισε σπίτι. Άνοιξε την τηλεόραση. Ήταν απαραίτητη για κάθε σπίτι. Ακόμη και τα παιδιά στο σχολείο καλλιεργούσαν το πνεύμα τους μέσω αυτής. Είδε κάποιους μεσσίες, οι οποίοι έταζαν πράγματα στον κόσμο αλλά ποτέ δεν τηρούσαν τις υποσχέσεις τους. Δεν καταλάβαινε ποτέ όμως πως εκλέγονταν πάντα αυτοί. Ο μεσσίας ενός κόμματος μίλαγε για την πάταξη της τρομοκρατίας. Οι τρομοκράτες έσπασαν πάλι μία τζαμαρία ενός πολυεθνικού καταστήματος και έγραψαν συνθήματα στον τοίχο. Καταστρέφουν τον κόσμο υποστήριξε ο μεσσίας.

Κυριακή πρωί. Ο Νίκος σηκώθηκε για να πάει στην εκκλησία να παρακαλέσει τον Θεό να τον σώσει και να αναστήσει τη καημένη τη μητέρα του που πέθανε πέρσι. Πηγαίνει στην εκκλησία προσεύχεται και φιλάει κάποιες ζωγραφιές σε ξύλο. Πιθανώς πίστευε ότι θα τον βοηθήσουν να συνεχίσει τη ζωή του. Μόλις φεύγει απ’το ιερό για εκείνον μέρος κατά λάθος χτυπάει το κεφάλι του σε κάποια εικόνα και του φεύγει το τσιπάκι. Ένιωσε για λίγα δευτερόλεπτα να ξεθολώνει το μυαλό του και να βλέπει καθαρά ότι ζει σε μία απάτη. Συνειδητοποιεί όμως ότι οι παρευρισκόμενοι στην εκκλησία τον είδαν σαν παρείσακτη απειλή. Αυτός άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει απ’το οργισμένο πλήθος . Δύο στενά πιο κάτω τον άρπαξε ένα χέρι. Ήταν τρομοκράτης. Δεν τον φοβόταν όμως. Σιγά-σιγά μαζεύτηκε όλη η ομάδα τρομοκρατών και του εξήγησε τα σχέδιά της. Αυτός δέχτηκε να τους βοηθήσει.

Αργά το βράδυ πηγαίνει με τους συντρόφους τους στη βουλή. Από αυτό το κτήριο δίνονταν εντολές στα τσιπάκια. Αφού μπήκαν αθόρυβα μέσα κατέβασαν τον διακόπτη που τα έθετε σε λειτουργία.

Μέσα σε μία ώρα είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία ένας μανιασμένος όχλος. Οι μεσσίες που κυβερνούσαν επιστράτευσαν κάποιους παράξενους τρομοκράτες. Τους αποκαλούσαν αστυνόμους. Δεν ήταν σαν εμάς. Φορούσαν κράνος και όχι κουκούλα και ήταν οπλισμένοι με θανατηφόρα όπλα και όχι πέτρες και ξύλα όπως εμείς. Όταν τους επιτέθηκαν πολλοί οπισθοχώρησαν και άλλοι έπεσαν νεκροί. Αυτός με κάποια άλλα στελέχη πήγαν στη βουλή. Εκεί είχαν μείνει λίγοι απ’τους αστυνόμους. Αφού τους σκότωσαν γρήγορα μπήκαν μέσα. Έπαθαν έκπληξη όταν είδαν όλους τους μεσσίες να φρουρούνται από μεγάλο αριθμό αστυνόμων. Ο Νίκος είχε πάρει τα μέτρα του. Δεν το είχε πει στους δικούς του. Ήταν ζωσμένος με εκρηκτικά. Ξέφυγε απ’τους αστυνόμους και άρχισε να κυνηγάει κάποιον απ’τους μεσσίες που μόλις τον είδε άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Έφτασαν σε ένα μικρό δωμάτιο. Όταν αντίκρισε το πρόσωπό του είδε ότι ήταν ο μεσσίας του αριστερού κόμματος. Άκουγε πυροβολισμούς. Οι σύντροφοί του σίγουρα είχαν πέσει. Ο μεσσίας του πρόσφερε μια θέση στην εξουσία και μεγάλο αριθμό χρημάτων. Αυτός το σκέφτηκε λίγο. Απάντησε” Ούτε ένας από σας δεν πρέπει να μείνει ζωντανός”. Και ακούγεται μια έκρηξη απ΄το κτήριο της βουλής. Κανείς δεν πρέπει να έμεινε ζωντανός.

Την αυγή το σύστημα είχε πέσει. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Κάποιοι έπρεπε να θυσιαστούν. Οι τρομοκράτες. Εκείνο το πρωί όλα τα λεφτά μαζεύτηκαν στην πλατεία και τα έκαψαν για να ζεσταθούν οι φτωχοί. Τα αστυνομικά τμήματα γκρεμίστηκαν και έγιναν παιδικές χαρές. Παντού φυτεύτηκαν δέντρα. Οι τράπεζες έγιναν ιδρύματα και οι εκκλησίες σχολεία. Όλες οι τηλεοράσεις καταστράφηκαν. Η βουλή τέλος έγινε χώρος για να γίνονται συναυλίες και εκδηλώσεις. Πλέον δεν κυβερνούσε κανείς. Όλοι ήταν τώρα ευτυχισμένοι.

Στους τοίχους γράφτηκε: ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ ΟΛΟΙ-ΟΛΟΙ.

Σπύρος