Cyberlit …του Ιωσήφ Σ.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
 
 
 
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω (Καβάφης)
 
Για μια τριάδα ενδιαφερόντων διαλέξαμε να ζούμε αδιάφοροι.
Λογοτεχνία και σινεμά. Τις νότες μελετήσαμε κι αυτές με τη σειρά τους.
 
Αν δεν ξέρεις τα χρώματα να ξεχωρίσεις, μην βγεις έξω.
Εκρού και φούξια. Για μία σέπια πέσαμε σ’ ύπνο βαθύ κι οι δυο μας.
 
Όπου και να σταθείς, κάποιος θα μιλάει στο κινητό του.
Πού πήγε η σιωπή; Κακό δεν είναι να μιλά κανείς με τη σκιά του.
 
Πρέπει ν’ ανήκεις κάπου με το ζόρι.
Μ’ αυτούς ή με τους άλλους. Ειδάλλως νιώθουν όλοι τους για σε μιαν απορία.
 
Το χαμόγελο στις μέρες μας είναι πηγή ευθυνών.
Μπερδεύει δεν γιατρεύει. Γελάω λοιπόν σαν περπατώ την Κυριακή στον δρόμο.
 
Αν είναι να πάμε στο διάολο, να πάμε με στυλ.
Ένα κουρέλι το ‘πε. Γούστο κι ευγένεια φορώ μαζί με τα λινά μου.
 
Έχω ένα παλιό ζιβάγκο, μαύρο.
Ενθύμιο από ταξίδι μακρινό. Το ύφασμα της έμπνευσης ο σκόρος δεν τ’ αγγίζει.
 
Απηύδισες ν’ ακούς για τη θάλασσα. 
Κύματα και ακρογυαλιές. Στου Κρόνου τους δαχτύλιους ασπάστηκες την πέτρα.
 
Μελετάς τα κόμιξ, ως παρακλάδι της λογοτεχνίας.
Ζόμπι σε διατριβές. Τ’απίθανο, το άπιαστο πεθύμησε η γενιά σου!
 
Μας πλησίασαν κομματικά υποείδη ανθρώπων.
Ακατέργαστη ΚΔΟΑ. Μα ποιός για την πολιτική θυσιάζει την Bebop;
 
Κάποτε θα φύγουμε, ωραίοι, με γιακάδες σιδερωμένους.
Ξεκούραστα παπούτσια. Στου χρόνου το οδόστρωμα θ’αφήσουμε σημάδι.
 
Υπάρχει μια πιθανότητα, να κάνουμε κάποτε εντύπωση.
Για το ποιοί ήμασταν κυρίως. Gnarles Barkley μας είπανε, Τζιμ Τζάρμους και Καμύ.
 
Ιωσήφ Σ.

Σαν road movie

«…even your emotions have an echo in so much space«

Βήμα αργό αλλά κοφτό και σίγουρο. Δεν πας πουθενά αλλά δίνεις την εντύπωση ότι ο προορισμός σε γέννησε. Σαν μύθος, σαν παλιά ιστορία κλειδωμένη σε πατάρι, αδέξια γραμμένη σε βιβλίο φτηνό. Να μεταμορφώνεται ο δρόμος σε ένα τεράστιο στόμα φαφούτικο. Να πετάει έξω τη γερασμένη του γλώσσα (που τόσα έχει γευτεί να κάθονται πάνω της) και να ξερνάει εσένα. Εκεί, ανάμεσα στη χολή και στα σάλια, βρήκες λόγω σβησίματος και διαγραφής.

Σηκώνεσαι γυμνός, ντυμένος μόνο μουσική, λογοτεχνία και κινηματογράφο. Αδιαφορείς πλέον για το στίχο, ό,τι είχαμε να πούμε το είπαμε. Αλλά και να μην το είπαμε δε σε ενδιαφέρει. Ήρθε η ώρα της νότας να μιλήσει. Ας φλυαρήσει μια φορά κι αυτή. Δικαίωμα που κέρδισε και αδυσώπητα εκμεταλλεύεται. Αλλά δε σε φέρνει σε δύσκολη θέση. Επιστρέφοντας στο Λ.Α., φέρνεις νεκρά λουλούδια σε κάποια τυφλή Μαίρυ και αν τα βρεις σκούρα όλο και κάποιος κιθαρωδός θα έρθει να σου φέρει τη παλιά σου γνώριμη. Σε ευχαριστώ, Τζόνυ, για τη μορφίνη. Έχουμε περάσει σε άλλη φάση. Το ξέρεις, μιλάς τόση ώρα στον εαυτό σου. Δεν είναι πια ο Μποντλαίρ ή ο Έλλιοτ αλλά ο Ντύλαν κι ο Μάρλεϋ. Κι ακόμα δεν έδυσε ο ήλιος.

Η πλάτη μπροστά σου σαλεύει ρυθμικά. Τέρμα η πολιτική. Τέλος το κόμμα. Δεν θα ταχθείς σε κανένα σκοπό. Αυτά ταιριάζουν σε άλλους. Η απόφασή σου ταλαντεύεται ακόμα. Έχεις καιρό να το ζυγίσεις. Περπάτα στη θύέλλα τόσων σελίδων, έστω και για πρώτη φορά, με θάρρος. Για ψάξε να δεις τί έχεις μαζί σου. Τη νοησιαρχία του Λασκαράτου για ιδανικό πολίτευμα. Τα τυφλά ηλιοτρόπια του Μέντεζ για άρωμα. Τον Μπακ του Λόντον για φύλακα και φίλο (να παίζει το «φ» σαν αποτυχημένο σφύρηγμα). Αισθάνεσαι μια γαλήνη. Εξηγησέ τη μου. Σου αρέσει να βλέπεις τους άλλους να φανατίζονται στη δουλειά τους και μουσκέυουν τις μασχάλες τους. Εσύ ομώς το ψωμί σου το βγάζεις αλλιώς. Πάντα με καθαρό το παντελονί και μυρωδάτο το γιακά. Εσύ αγγίζεις απαλά σελίδες και αναμένεις κάποιον γραμμικό οργασμό. Η αυτοϊκανοποίηση σε αυτήν τη δουλειά είναι αδύνατη.

Αναρωτιέσαι ακόμα για το «Rosebud» ή γελάς συνωμοτικά ξέροντας ότι το δικό σου το κατέστρεψες οριστικά; Προσπερνάς πλάτες, αισθάνεσαι δρομέας και ετοιμάζεσαι να ιδρώσεις σε κάποιο ανταγωνιστικό τεραίν. Ξάφνου σωπαίνεις. Σταματάς να περπατάς. Συμπεραίνεις ότι η γενιά του ’50 δε σιώπησε αλλά φυμώθηκε. Γιατί τα Κουρέλια ήταν απολιτίκ και ενοχλούν τους πάντες οι τραγουδιστές καταλήξεις λέξεων. Στην εποχή μας χάθηκε το χιούμορ. Ξεπουλήθηκε ο αυτοσαρκασμός. Αν δεν ξαναγυρίσουν στην μόδα… Αφήνεις τη σκέψη μετέωρη. Τί μπορείς να κάνεις γι’ αυτό. Αυτό σε καίει, απλά δεν το παραδέχεσαι. Αυτή είναι η αιτία που περπατάς. Δεν απολαμβάνεις τον περίπατο, τον χρησιμοποιείς για να μιλήσεις σε ανοιχτό κοινό. Σκέφτεσαι. Σκέφτεσαι τόσο που αρχίζει να σου αρέσει η αναισθησία. Αλλά δεν θα τη γευτείς ποτέ. Διάλεξες άλλο μονοπάτι. Τί σου ‘πε ο Ταραντίνο; Είναι μονόδρομος, μωρό μου, μέχρι το γαμημένο το τέλος.

Κι αν αλλάζαμε την ιστορία και δίναμε στο θυληκό το δικαίωμα να εκφραστεί πλειοψηφικά; Πώς θα ήταν μια γυναικοκεντρική ματιά στην κοινωνία, στη λογοτεχνία, στην ιστορία; Θα είχε και πάλι ο φαλλός κεντρική θέση; Κι άλλο αίμα και σπέρμα; Τα μη συμβατικά όπλα; Η μέση Ανατολή; Η τύπισσα δίπλα σου αδιαφορεί. Οπλίζεται με βλέμμα και βήμα. Διεσταλμένες κόρες την ακολουθούν και ο αέρας μύρισε πρόωρη εξπερμάτωση. Και πάλι δε σε αφορά. Διάδηλωση εν όψη και εκλογές υπόψη. Λέξεις που χαραμίζονται και άσκοπη μετατροπή οξυγόνου σε διοξείδιο του άνθρακα. Θυμάσαι τη φάρμα των ζώων και όχι άδικα. Δύο πόδια κακό τέσσερα πόδια καλό.

Έχεις στον ώμο το πανωφόρι σου. Σε εποχές όπου όλοι κλείνονται στον εαυτό τους, εσύ ανοίγεσαι. Δεν είναι εξυπνάδα αυτό. Τάσεις αυτοκτονίας είναι. Έρχονται καιροί στους οποίους θα σε ληστεύουν μέρα μεσημέρι για ένα κομμάτι χαμόγελο. Μετά θα σε σκοτώνουν. Αλλά γι΄αυτό κάνουμε παρέα. Κανένας δεν περιμένει κάτι από εμάς. Δε χρωστάμε σε κανέναν τίποτα. Αν τέλειωνε τώρα, τί θα έκανες; Πώς θα έβλεπες τη ζωή σου; Προσέφερες κάτι στην ανθρωπότητα ή ασχολήθηκες με τον εαυτό σου; Δεν πέφτεις στην παγίδα εσύ. Ξέρεις ότι σωστό δεν υπάρχει. Μη με ρωτάς. Ξέρεις καλύτερα από μένα. Το μόνο που υπάρχει για μας είναι ο δρόμος.

Ιωσήφ Σ.