Τραγούδια για Ελένες

eleni

Ελένη Όπως Ελλάδα (Τζίμης Πανούσης)

Δέκα Marilyn Monroe η κοπέλα που αγαπώ
Εκατό βασιλοπούλες σαν αυτές του Μονακό

Την αγάπη μου την λένε Ελένη
Μου την έχουνε ξελογιασμένη

Νίτσα Ελενίτσα (Μητσάκης)

Στο σεργιάνι κάθε δείλι, Ελενίτσα μου
με ρωτούν για σένα οι φίλοι, βρε κουκλίτσα μου
Θέλουν να μας ξαναδούνε να τα μπλέξουμε
και στο γάμο μας να ‘ρθούνε να χορέψουνε

Νίτσα Ελενίτσα, Ελενάκι μου
Εσύ ‘σαι τ’ όνειρο μου και το μεράκι μου

Αχ Ελένη Μου (Μιχάλης Τερζής)

Αχ Ελένη μου Ελένη μου
Λεμονιά ανθισμένη μου

*Ελένη Του Μάη (τραγουδάει ο Πουλόπουλος)

Που Πήγες Ελένη
Και εχάθης του Μάη
Στις 18 του μηνός…

*Δεν βρήκα τους συνθέτες. Στενάχωρο τραγούδι…

Κόφτην Ελένη Την Ελιά (παραδοσιακό)

…κόφτην Ελένη την ελιά
Γιατί τρελαίνεις τα παιδιά

*Ελένη (Καρβέλας)

Ελένη, εκεί που πας κοίτα να είσαι ευτυχισμένη,
σ’ αυτή τη γη η μοίρα σου ήταν γραμμένη
σ’ άσπρο χαρτί με ένα κίτρινο στυλό
σα δάκρυ απο λεμόνι.

*πολύ συγκινητικό τραγούδι. Δεν είναι ανάγκη να σ’ αρέσει η Άννα Βίσση για να σε συγκινήσουν αυτοί οι στίχοι. Για μένα είναι συγκλονιστικό τραγούδι.

Ελένη (Μικρούτσικος/Τσικληρόπουλος)

Κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη
Της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη…

Ελενίτσα (Δραγάτσης)

Τα ματάκια σου τα δυο
Δεν τα βλέπω κι αρρωστώ…

…Συ μ’ έχεις τρελάνει
Ελενίτσα μου

Η Ωραία Ελένη (Καλδάρας)

Η ωραία Ελένη στα στενά της Ερμού
μηχανές καβαλάει πάει του σκοτωμού

Η Μικρή Ελένη

https://youtu.be/p6IFrUgzPSI
Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει
Γιατί δεν την παίζουνε οι φιλενάδες της…

Η Άνοιξη Θα Φέρει (Χατζιφραγκέτα)

Θέλω η Άνοιξη να φέρει
Το κορίτσι μου με μια φραπού στο χέρι
Θέλω η Άνοιξη να φέρει
Την Ελένη εδώ

Απρίλη Μου (Θεοδωράκης)

…Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Μα τα ‘χω μυστικό


Η Ελένη Η Ζωντοχήρα
(Τσαούς Γιοβάν)

Η Ελένη η ζωντοχήρα
Ντέρτι έχει η κακομοίρα
Ένα γέρο άντρα έχει
Κι η καημένη δεν αντέχει

Αν βρω περισσότερα θα τα προσθέσω. Αν βρείτε εσείς επικοινωνήστε. Για να δείτε περισσότερα ονόματα κάντε κλικ… τραγούδια για ονόματα

φωτογραφίες από Κέρκυρα #1

Οι παραπάνω φωτογραφίες τραβήχτηκαν στην Κέρκυρα από το σάπιο μου το χέρι. Είναι από τους δρόμους της πόλης και η δεύτερη και  τρίτη είναι από τον Παντοκράτορα σε πανηγύρι το 2009. Όποιος θέλει να τις χρησιμοποιήσει μη (κερδοσκοπικά πάντα) ας το κάνει. Και μια αναφορά στην πηγή ή μία ειδοποίηση δεν θα μας χαλούσε. Δεν δαγκώνουμε! Διπλό κλικ και τις βλέπετε στο κανονικό τους μέγεθος.

*Ψάξτε και δείτε περισσότερες φωτογραφίες στην κατηγορία «φωτογραφία»

«Κράτος α-δικαίου» …της Ελένης

Εκεί που νόμιζα ότι είχε στρώσει το πράγμα και θα μπορούσα κάπου, κάπως, κάποτε να κάνω δουλειά δική μου και να μείνω μόνη μου, ήρθε το πρώτο σμπάρο… ο μισθός μου μειώθηκε νομίμως από το ίδιο το ελληνικό μπουρδέλο- αχ, συγνώμη, κράτος εννοώ!! Στην αρχή δεν το πήρα και τόσο στραβά, άντε μείον τριάντα ή σαράντα ευρώ, την παλεύεις κάπως. Ύστερα άκουσα το δεύτερο σμπάρο, το οποίο με πήρε και στον κώλο: μειώθηκαν οι ώρες εργασίας. Έτρεχα και δεν έφτανα, που λένε και στο χωριό μου!!! Άντε, λέω πάλι, θα στριμωχτώ αυτή τη χρονιά, θα σφίξω (κι άλλο) το ζωνάρι και θα πορευτώ. Αρχ**ια!!!!

Ήρθαν τα τέλη κυκλοφορίας για μηχανή κι αυτοκίνητο. Τα δικά μου ήταν σε λογικά πλαίσια αν κι είχαν την μικροαυξησούλα τους..του πατέρα μου όμως ήταν τρεχάτε χριστιανοί εκάηκε ο κώλος μας!!! Άγιε μου Σπυρίδωνα!!! 357 ευρώ για το σάπιο ρώσικο τουτού μας! Έρχεται κι άλλο σμπάρο: οι ασφάλειες. Η εταιρεία που ήμασταν ασφαλισμένοι φουντάρισε κι έπρεπε να βγάλουμε αλλού. Επί δύο πληρώσαμε φέτος τις ασφάλειες για τα «υπερπολυτελή» κάρα μας…. Η οικογένεια ξεπαραδιάστηκε φέτος!! Βρε μήπως να πουλήσω το σπίτι μου, να βγω στο κλαρί και να μείνω σε σκηνή προκειμένου να μην πληρώνω τους ηλίθιους φόρους τους;;;; έλεος!!! Με φρίκη διαπιστώνω ότι αυτά που έφτιαξε ο πατέρας μου πεθαίνοντας στη δουλειά, δεν θα μπορώ ούτε να τα συντηρήσω.. Γιατί να πληρώσω κύριε φόρους κληρονομιάς και τις σχετικές παπαριές;; Μαζί το χτίσαμε το οίκημα;; δικό μου δεν είναι;;; άμα γουστάρω το κατεδαφίζω ή το καίω!!!

Αυτό το σύστημα μου θυμίζει νταβαντζήδες και πουτάνες. Η πουτάνα δουλεύει κι έρχεται ο άχρηστος μαλάκας και του τα σκάει, γιατί και καλά την προστατεύει… Έτσι κι εμείς είμαστε. Οι πουτανίτσες του κράτους, που και καλά μας παρέχει προστασία από τα πάντα. Μας πηδάνε, μας ρωτάνε αν είμαστε το πουτανάκι τους κι αντί να μας πληρώνουν μας τα παίρνουν και τίποτα δεν δίνουν..

Το νταβατζιλίκι του κράτους μας δεν έχει όρια. Πήγα να βγάλω βιβλιάριο ασθενείας στο λατρεμένο Ίδρυμα Καταραμένων Ανθρώπων, βλ. ΙΚΑ. Το μόνο που δεν μου ζήτησαν ήταν να τους κάτσω!!! Όλα τα άλλα τα ζήτησαν!!! Δουλεύω 3 χρόνια με ένσημα κύριε, που τώρα φτάνουν για να βγάλω βιβλιάριο στο ταμείο σας κι εσείς ψάχνετε τρόπο να μην με ασφαλίσετε!!! Γιατι;; όταν 3 χρόνια δεν μπορούσα να πάω σε γιατρό και σας πλήρωνα ήταν καλά;;; τώρα που ζητάω κι απαιτώ αυτά που έχω πληρώσει πρέπει να με τζάσετε;;

Έχω φτάσει σε σημείο να πιστεύω ακράδαντα ότι εμείς και μόνο εμείς φταίμε για την κατάντια μας. Μας έχουν κάνει πολύ επιτυχημένη πλύση εγκεφάλου και πιστεύουμε πως έχουμε ανάγκη αυτά τα καθίκια. Το αντίθετο συμβαίνει: αυτοί μας έχουν ανάγκη. Εμείς όμως, όπως όλα τα πρόβατα, υπακούμε στη ράβδο του βοσκού και δεν συνειδητοποιούμε ότι αν όλοι μαζί γυρίσουμε και κάνουμε ντου, θα ποδοπατήσουμε το βοσκό. Εσείς κι εγώ φταίμε για την κατάντια μας. Αυτοί βρίσκουν μαλάκες και τα κάνουν. Λοιπόν, καλή φορολόγηση παιδιά! Εύχομαι του χρόνου να μπορώ να αγοράσω ψωμί και νερό, γιατί με την εξίσωση του ΦΠΑ και τη μείωση του μισθού μου, πολύ αμφιβάλλω. Αντίο σας λατρεμένα προβατάκια μου!!

Ελένη

Διαβάστε ακόμα από την Ελένη το «τουαλέτας ανάγνωσμα» , «Ιός» & τα παραμύθια της

η βιβλιοθήκη του κώλου

Εδώ μπορείτε να δείτε και να κατεβάσετε τα βιβλία που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο από τις εκδόσεις «ΤΟ ΚΟΛΟ». Όλα αυτά μπορείτε να τα αποκτήσετε είτε με μια επίσκεψη στη σελίδα μας στο myspace και πατώντας πάνω στα links των pdf βιβλίων τα οποία θέλετε να κατεβάσετε, είτε στέλνοντας ένα email στην παρακάτω διεύθυνση tokolo1984@hotmail.com κάνοντας την παραγγελία σας. Και από εδώ φυσικά, κάνοντας κλικ στο βιβλίο που θέλεται να κατεβάσετε. Προσοχή, από εδώ δεν μπορείτε να κατεβάσετε το περιοδικό.  Όλα τα αρχεία μας, σας προσφέρονται εντελώς δωρεάν αλλά είναι ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ.

Κυκλοφορούν τα βιβλία…

“Η καταγραφή της μη-ζωής” βιβλίο με ποιήματα και κείμενα του Γιώργου Ανώνυμου (Σάπιου). Η πρώτη κυκλοφορία των εκδόσεων. 2007

“Το Βιβλίο Του Κώλου” ποιήματα και 2 ιστορίες τρόμου του Γιώργου Ανώνυμου (Σάπιου). Περιέχει και την ιστορία «Οκάξα» της Ελένης. 2008

“KOLOPOLIC” ποιητική συλλογή του Γιώργου Σάπιου 2009

“Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου” ο τίτλος πιστεύω πως τα λέει όλα. Περιέχει εμπειρίες, ερωτικές ιστορίες, ποιήματα και προβληματισμούς ενός σύγχρονου σάτυρου. Του Μοιχάλη Μοίχου!! 2009

“Η Εξομολόγηση Του Δεσπότη” της Ανοσιοτάτης. Είναι η ιστορία μιας αμαρτωλής που προσπαθεί να σώσει την ψυχή της και καταφεύγει σε έναν δεσπότη να ξομολογηθεί. Όμως η εξομολόγηση θα εξελιχθεί σε… τη συνέχεια κατεβάστε την. 2010

«Images by George & Helen» ένα  άλμπουμ της Ελένης και του Γιώργου με  φωτογραφίες από γκραφίτι σε τοίχους, από τη φύση, από ζώα, από μνημεία και άλλα διάφορα. Είναι το πρώτο της σειράς, θα ακολουθήσουν και άλλα στη συνέχεια. 2010

Κυκλοφορούν ως τώρα 7 τεύχη από το περιοδικό ΤΟ ΚΟΛΟ…

Όπως καταλαβαίνεται και όπως σας έχουμε πει, το περιοδικό από εδώ και πέρα θα κυκλοφορεί όποτε βγαίνει αρκετό υλικό. Μπορείτε να το κατεβάσετε μόνο από τη σελιδα μας στο space όπου θα βρείτε τα links.

Τεύχος #1 Γενάρης 2009

Τεύχος #2 Φλεβάρης 2009

Τεύχος #3 Μάρτης/Απρίλης 2009

Τεύχος #4 Μάιος/Ιούνιος 2009

Τεύχος #5 Ιούλιος/Αύγουστος 2009

Τεύχος #6 Νοέμβρης 2009

Τεύχος #7 Μάρτης 2010 «info»

Από τη σειρά “παραμύθια του κώλου ” κυκλοφορούν και οπλοφορούν…

#1… “a Fairy Tale” ένα παραμύθι της Ελένης γραμμένο στα Αγγλικά. Μια ιστορία για μια παρέα τεσσάρων παιδιών που ήρθαν αντιμέτωποι με την κατάρα μιας νεράιδας. 2008

#2… “Τα 101 Πρόβατα Του Κωλομπαρά” το χριστουγεννιάτικο παραμύθι του Γιώργου Σάπιου. Ένα πρόβατο διαφορετικό από τα άλλα, ένας κακός κωλομπαράς & το θαύμα των Χριστουγέννων. 2008

#3… “Ο Δράκος: Η Μανία Του Λυκανθρώπου” άλλο ένα σάπιο παραμύθι και μια ιστορία ενός περιθωριοποιημένου ατόμου που ξυπνούσε ο λύκος μέσα του. Ένας λύκος διαφορετικός από τους άλλους… ένας πολύ ανώμαλος λύκος… 2009

#4… “Μάνα μπορώ να πάω έξω και να σκοτώσω σήμερα” Μια punk ιστορία αρρώστιας, αγάπης & μίσους με βία, sex, ανθρώπινα τέρατα πληκτρολογημένη από το σάπιο χέρι του Γιώργου Σάπιου. Το τέλος θα σας αφήσει με ανοιχτό το στόμα… 2009

#5… “Ο Μαλάκας Της Παρέας” ένα παραμύθι της Ελένης για έναν δύσμοιρο που το πιάσανε μαλάκα. Θα συνεχίσει άραγε να είναι το θύμα και θα κάνει πραγματικότητα τα όνειρα του ή θα παραμείνει για πάντα ο μαλάκας της παρέας…? 2009

#6… «Το Χωριό των Ζωντανών Νεκρών» παραμύθι του Γιώργου Σάπιου με ζόμπι, κουμουνιστές, μπάτσους, αναρχικούς, ζώα και άλλα ωραία που μπλέκουν τη ζωή ενός καλιτέχνη. 2010


 

Ανθολόγιο (τεύχος#4)

Όσο πολύ κι αν προσπαθείς,
όσο μακριά κι αν πέσεις,
στον πούτσο μου θα καρφωθείς
να μην μπορείς να χέσεις!

………………………………………………….
Πάνω ψηλά στον Όλυμπο που ‘χει δυο μέτρα χιόνι,
σε πήδαγα και μου ‘λεγες “Η τρύπα μου κρυώνει”
Κι όταν σου τον εφόρεσα τον πούτσαρο στον κώλο
σου άρεσε που έβλεπες απέναντι στον Βόλο

……………………………………………………
Ο πούτσος μου εχόρευε ζεϊμπέκικο βαρύ
Κι εσύ που τον εκοίταξες τον ήθελες πολύ
Σηκώθηκες λοιπόν, χτυπώντας παλαμάκια
και έβαλες στο στόμα σου τα δυο μου αρχιδάκια

Ελένη

διαβάστε και άλλα από το ανθολόγιο της Ελένης

*από το τεύχος #4 που μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ

a Fairy Tale by Helen (Ferry)Boat

I’ll always remember the day I visited that old watermill by the river bank. At first I was excited because my friends, Tory, Phil and George, were with me. We were wandering around the park and ended in the deep, dark forest. We had been there before, so it felt alright.

It was almost midday and Tory said we should stop wandering and find a place to eat our lunch-just some toasts were available and water as well. Phil thought that the old watermill would be great, so we went there. We had lunch and made much noise but, who could ever be bothered? We were alone, right?

George had that stupid idea! He dived in the river while he knew he just had lunch! He couldn’t get out of the water even though he was close to the surface. I dived too, to rescue him, but he seemed very upset when he saw me coming for him. Finally, we pulled him out of the water. He felt cold and had a strange look in his eyes. “What happened to you?” Tory asked. “Goblins, fairies, everywhere…” he answered “They‘re all around us! Can’t you see them? Now they’re coming for me!” he shouted and tried to leave. Phil stopped him. “I think you drank too much water” Phil told him.

It was strange because I started to see weird shapes and figures behind leaves and stones, too but I thought it was my imagination. Fairies do not exist. Soon after that we realized we couldn’t calm George down. He was truly upset! He begged us to return to the city. We agreed. Another strange thing was that some of our things were missing: Phil’s car key, Tory’s cup and my mobile phone. We searched the whole area, but they were gone. Even inside the watermill we searched, though we knew we hadn’t been there.

Anyway, we made it to our homes by afternoon and George calmed down a bit. It was I that felt weird now. I heard a voice singing, coming through the wall: “Fairy’s bath, fairy’s bath, fall inside and see the path…” “I think I’m crazy” I told myself. But the voice kept on singing the whole night. Of course I couldn’t sleep. The next morning, I went to school and told my friends what I had heard. George said he couldn’t sleep either because a strange tiny fairy had been jumping on his forehead all night! “He’s flipped!” Tory commented.

By 11 o’ clock I had discovered that if you dive in a lake or river where a fairy takes its bath, you can see the fairies all around you, hear their voices and talk to them! I talked to my friends and we decided to go back to the old watermill and try to stop those fairies from torturing us!

It was early midday when we arrived, and the sun was burning us, so Tory and Phil were brave enough to dive in the river. When they started to see what George and I could see, they finally believed our words. Different kinds of fairies were all around us. Fairies with wings, with wood-like skin, leaves instead of hair, with pink, green or deep blue eyes!

A winged fairy approached us and whispered in George’s ear: “Give your hair to our Lady and she will forgive you!”

“But I’ve done nothing wrong!” George complained.

“Do it!” the tiny fairy pitched.

Suddenly, all the fairies formed a circle around us and kept coming closer. “Now you all owe something to our Lady…You, the red-haired girl,” said the fairy and pointed to Tory, “Give my Lady some of your eye lashes now!”

“What’s with you and hair?” asked Phil. “Is your lady bold?” We all laughed our heads off, but those creatures were strangely transformed into vicious goblins who wanted some pay back for our lame words. “OK that was a joke.” I explained.

All of a sudden, forks, knives, needles and other deadly weapons appeared in their hands! They were attacking us! I don’t want to remember the pain I suffered, and neither do my friends.

They forced us to give way to the river bank and we were absolutely panicked! A bunch of microscopic flies could make us surrender to their will! What could a larger fairy do to us? We didn’t want to think about that possibility. There, without a reason, our persecutors pulled back and disappeared. What was happening? We were supposed to be able to see those creatures. Some water dropped on my back. I turned around to see what was going on.

“AAaaa…” that was all I could say. My companions turned around… We saw the ugliest image ever, standing before us!  “Hhellooo mmy frrieendss!” that thing said. It was a tall fairy, with pale skin full of spots and scratches. Its hair was a mix of rotten grey grass, broken branches and messed differently colored hair. A huge mouth full of dirty, yellow teeth was doing its best to give us a smile.

Of course we ran as fast as our feet could take us, but that fairy’s long arms grabbed us and pulled us close to it. “Ii need your help. Mmy nname is Claudy. Ii used to be the mmost beautiful ffairy.” “What can we do about it?” Phil complained. “You’re going to kill us, I know that” he continued, certain about the fairy’s reply. Claudy laughed! “I only need you to give me some things to undo the spell” “Yeah? Like what?” George asked her furiously. He really loved his ‘dreadlock rasta’ hairstyle.

“Some of your hairrrr would do” said Claudy and reached for his hair. George had no time to react! The fairy took out of the river her scissors and cut a dreadlock off his hair. She did the same to Tory’s eyelashes. “Yes, ivvorrry black and gingerrr hhair!” Claudy blared! My friend’s hair grew up in an instance. “Now you!”. She turned to me. “Your skin…”I froze. The fairy held a knife. She grabbed my arm violently and forced the shinning blade in my skin! I was surprised to find out it felt like a soft and gentle touch. No pain was there. I recovered immediately and so did Phil, since the fairy had pulled out some of his teeth.

“Are you the tooth fairy?” he asked ironically.

“Well, you know I used to be” Claudy answered. She had that miserable look in her cruel and nasty eyes. We almost felt sorry for her. “Why do you think that the last 30 years almost every child had to wear braces? It’s not only because of cakes and sweets! They’ve always been available! Braces were invented because I was missing! Why do you think the fairy never came for your teeth?” she continued.

From that moment on, I convinced myself I started losing it. To tell the truth, I was absolutely certain! “I don’t get the spell and I don’t get you! Why on earth did you do this to us and why the hell do you exist?” I yelled! Claudy didn’t react to my words. She obviously couldn’t understand the meaning of the word ‘hell’. She finally spoke. “I didn’t mean to hurt anyone of you. You accidentally swam in my bath. It was an opportunity for me to undo the spell. As you can tell, nobody ever comes here for a swim. Please put me out of my misery!” she begged.

“You know, Claudy, we can’t trust you that easily. How can we be sure you won’t harm anyone?” George stated. “You must explain to us what happened to our belongings and why you need to use our hair!”

“Well,” the fairy started, “as you see I have no hair. I used to have long, dark hair. That’s why I took some of your ivory hair. My eyelashes were as red as the burning fire. My skin was clear and shinning and I had a bright smile and wonderful teeth. A wicked pixie cursed me. He really loved iron and every kind of metal. He was the one who helped this doctor invent braces! You see, everything was against me! First I lost my beauty and then my job! I’m extremely ugly and unemployed!” Claudy cried. Her tears fell like the rain on a homeless person’s butt. That was pathetic.

We all felt some sort of compassion for that poor, ugly fairy, so we thought she should be free. After a while the tiny fairies appeared before us and gave us back our things. “You will be fully rewarded for helping our Lady. Follow us and she will come.” One of them said to us. Hesitatingly, we followed them. They led us to a wonderful garden, full of wild roses, laurels, daffodils, blue bells, other kinds of flowers and bushes. Claudy came a few minutes later but she had totally changed. Our eyes could see one of nature’s wonders walking among us, tall, divine, a true beauty. “You can’t judge a book by its cover” I mumbled.

“This is my home children. You’re welcome any time here” she said. “What happened to the evil pixie?” Phil dared to ask. “Oh, he died a few years ago. That’s why I didn’t need any human sacrifice to break the spell” she kindly explained. “He had an accident. He was trying to help the doctor with his teeth, but believe me, he never had a gentle touch. The doctor overreacted because of the pain he felt, and hit the pixie which ended up in the toilet. As a result, its wings were wet, it couldn’t fly. A young boy, that could be you,” she pointed to George, “came in the toilet, peed and flushed his urine along with the pixie.”

“Poor creature! What a miserable way to die!” Tory told herself, out loud. We looked at her with the eyes of a predator about to catch its game. “If that pixie was alive…” I started but I never spoke the rest of my thoughts before that fairy. Soon after that, Claudy decided she wanted to be left alone and focus on her current problems. She had to be back on the game and search for the next tooth lying under the pillow.

“What about our reward? You promised!” George asked angrily the winged fairy we had already met. “Your reward is that! Our Lady is back! That should be a reward for everyone!” was the reply. “You ugly, little fraud!!” George screamed and caught the fairy in his hand so tight, that it was almost squeezed to death. “Enough! You humans deserve a huge reward for what you did. Go back to the water mill and dig a hole as deep as you can out of the front door. Your reward will be there. I’m afraid your ‘gift’ must be taken back.” Claudy said and everyone calmed down. George released the fairy. “Thank you” Claudy said.

She and her companions started to fade away, until they became transparent and then disappeared. Our gift, the ability to see fairies was gone for ever. I don’t think we will ever miss it! We did as Claudy said. We dug a hole one meter deep and two wide.  Nothing was there. By sunset it was miraculously filled with gold, diamonds and silver! We were the happiest people on the earth!

We went back home with a huge smile on our faces. The next day we quit school. Tory took her share and became a famous explorer. She presents her own shows on TV. She’s been everywhere on this planet.

Phil went out to be one of the world famous dare devils and has starred in countless movies. He lives in Hollywood now and makes 1.000.000.000.000 dollars a year. He now owns 15 studios and Warner Bros as well.

George started his own cult in Mexico. A few thousands have converted to this new religion. Mostly they are people who believe in supernatural phenomena. They pay huge sums of money to take part in the rituals and they have founded the “Tooth Fairy Institute” which manufactures braces.

As for me, I bought some land and built houses, factories, ports and boosted the local economy by allowing visitors into one of my houses, the Great Pyramid. I also have my cute little army which makes sure visitors come and go safely in my land. I also do some trade with aliens from planet 9. They usually buy condoms and sand.

There is no moral in this story. Just take the money whenever you can and spend it on whatever you want.

The end

Ελένη

διαβάστε την ιστορία της Ελένης «Ιός»

*κατεβάστε το παραμύθι της Ελένης για την ηλεκτρονική σας βιβλιοθήκη και διαβάστε το πιο άνετα από εδώ

Και 3 δημοτικά

Το μουνί στην αχλαδιά κι ο πούτσος από κάτω
Χίλιες μετάνοιες έκανα, “μουνί κατέβα κάτω”
“Δεν κατεβαίνω πούτσε μου γιατί είσαι λιχουδιάρης
και θα μου κάνεις το μουνί σαν κόκκινο φεγγάρι”

Το μουνί δεν είναι αρνί να το βάλεις στο παχνί
Το μουνί θέλει παιχνίδια με τον πούτσο και τ’ αρχίδια

Το μουνί το μουναρέλι, έπεσε μες το βαρέλι
Πάει ο πούτσος να το βγάλει, κι έπεσε με το κεφάλι
Πάει κι ο κώλος να βοηθήσει κι έγινε τρελό γαμήσι

Επιμέλεια, Ελένη

Ανθολογία (παρακαλώ μετρήστε τα άνθη)

Γεια σου φίλε μου αντρειωμένο φίδι,
σαράντα σε γαμάγανε στης Άρτας το γιοφύρι.
Και όλοι απορήσανε ποιος είναι αυτός ο νέος,
σαράντα πούτσους έφαγες και στάθηκες γενναίος!

Κάνω βάρη κάθε μέρα
για να σε γαμώ μ’ αέρα.
Έχω σφίξει, έχω δέσει,
θα πονάς και θα σ’ αρέσει.
Θα γαμιόμαστε στον κάμπο
και θα λες “σκίσε με Rambo!”

Από τη ρούγα σου περνώ, φωνές ακούω σταματώ
Πάλι γαμάει νόμισα, μα ύστερα απόρησα
Περίμενα να έλεγες “μωρό μου στήσε κώλο”
Εσύ όμως ξεφώνησες “Βαγγέλη χώσ’ τον όλο!”

Ο κώλος σου αμύγδαλο και το καυλί μου μέλι,
έλα να τα ενώσουμε να κάνουμε παστέλι!

Το μουνί μου με πονεί,
αχ και να ‘χα ένα καυλί!

Από μικρός δεν ήσουνα πολύ φανατικός.
Σιγά-σιγά ο κώλος σου μας βγήκε πεταχτός.
Κι από Μιχάλης έγινες Μισέλ
και μαζί με τον Γιωργάκη άρχισες τα σουσέλ!

(Αφιερωμένο στην κα. Αλίκη)

Κρουσταλένια, Κρουσταλένια το μουνί σου βγάζει γένια!
Βγάζει γένια και μαλλί, φτου να μην αβασκαθεί!

Ελένη

*Ποιήματα της προσωπικής μου
συλλογής. Ευχαριστώ τα ξαδέλφια μου
για τη βοήθεια τους.

Ο Μαλάκας Της Παρέας

Ο μικρός Δημήτρης, ετών 22, μόλις τελείωσε την πρακτική του κι όλος χαρά ανακοινώνει στους δικούς του ότι τον προσέλαβαν για δουλειά σε ένα φροντιστήριο μαθηματικών στο κέντρο της Κέρκυρας. Του είχε βγει ο κώλος να διαβάζει για να περάσει τα μαθήματα στην ώρα τους και να ξαλαφρώσει τους δικούς του από τα έξοδα. Σπούδαζε στην Κρήτη κι όσο να ‘ναι τα έξοδα έτρεχαν.

Όποτε γυρνούσε στην Κέρκυρα για διακοπές, συχνά συναντούσε τον καθηγητή του, τον κύριο Μάκη, ο οποίος και τον κάλεσε μια μέρα στο φροντιστήριό του. Ο Δημήτρης πήγε όλο χαρά ελπίζοντας να του προσφέρει δουλειά στο μέλλον. Και ναι, αφάνταστη χαρά τον κυρίευσε όταν ο κύριος Μάκης του έδωσε το πράσινο φως και του είπε πως με χαρά θα τον προσλάβει μόλις τελειώσει απ’ τις σπουδές.

Ξεσκίστηκε λοιπόν ο μικρός, έκανε και την πρακτική του άψογα (του πρότειναν να μείνει για δουλειά αλλά ο κύριος Μάκης τον είχε κλείσει ήδη), κι άρχισε να κάνει όνειρα για το μέλλον. Στην καινούργια του δουλειά γνωρίστηκε με τους παλιούς, τον Τάσο, τον Μίλτο και την Εύα αλλά και με έναν συνομήλικό του, τον Γιώργο. Με τον Γιωργάκη έκανε και περισσότερο παρέα στη δουλειά, αφού ήταν και κοντά ηλικιακά.

Στην αρχή όλα ήταν ονειρικά κι ο Δημήτρης νόμιζε πως ήταν στον παράδεισο. Μετά τον πρώτο μήνα, άρχισε να παρατηρεί κάτι ύποπτες μουρμούρες μεταξύ των παλιών και μια διαφορετική αντιμετώπιση από το αφεντικό του.  Έλεγε τα πάντα στο αφεντικό για να έχει τη συνείδησή του καθαρή και να μαθαίνει τη δουλειά ακόμα πιο καλά. Όμως παρατήρησε ότι το αφεντικό βαριόνταν πολύ να τον ακούει και του είπε πως μπορούσε να συνεχίσει βασιζόμενος στις αρχικές γραμμές του φροντιστηρίου. Ο Δημήτρης κι ο Γιώργος έκαναν αυτό όσο πιο καλά μπορούσαν. Φυσικά είχαν μεγάλο άγχος γιατί την ευθύνη την είχαν αυτοί και τα παιδιά του χρόνου έδιναν πανελλήνιες.

Μετά από λίγες ημέρες στη δουλειά, το αφεντικό μείωσε τις δικές του ώρες και ζήτησε από τον Δημήτρη να κάθετε 4 ώρες παραπάνω για να ασχολείται με της πληρωμές, τα τηλέφωνα και τις αποδείξεις. Ο Δημήτρης, παρόλο που δεν ήταν ο τομέας του και παρόλο που δεν θα έβλεπε την γκόμενά του όσο συχνά μπορούσε, δέχτηκε την πρόταση. Ήθελε το αφεντικό του -και παλιός καθηγητής του- να μην έχει παράπονο από αυτόν.

Οι πρώτοι μήνες πέρασαν σχετικά ήρεμα. Βέβαια, ο κύριος Μάκης όπως κάθε αφεντικό, είχε τα χούγια του. Έτσι καμιά μικρή αμέλεια είτε του Γιώργου είτε του Δημήτρη γίνονταν αφορμή να ακούσουν τον εξάψαλμο. Έλεγαν όμως ότι εφόσον ήταν άπειροι, το αφεντικό είχε δίκιο.  Δεν ήξεραν ακόμα ότι το αφεντικό έκανε την τρίχα τριχιά και ήταν ένα διψασμένο βαμπίρ, που δε διψούσε για αίμα αλλά ήθελε να ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα ζωηράδας κι αντοχής που μπορούσαν να έχουν οι δύο νέοι υπάλληλοι.

Το πρώτο καμπανάκι βάρεσε στο μυαλό του Δημήτρη όταν ο κ. Μάκης κάλεσε στο γραφείο τον Γιώργο και τον έκανε ρόμπα. Ο λόγος? Μια καραπουτανάρα μητέρα έκανε παράπονο ότι ο Γιώργος καταστρέφει το τετράδιο του γιου της, επειδή του κόλλησε ένα αυτοκόλλητο που έγραφε «10’».  Ο κ. Μάκης αντί να κάνει παρατήρηση στην κυρία, έβρισε πολύ άσχημα το Γιώργο.

Ήταν γύρω στα Χριστούγεννα και οι μαθητές θα έγραφαν ένα τεστ παρόμοιο με αυτό του σχολείου.  Για κάθε τάξη και καθηγητή, ο Δημήτρης ξεπατώνονταν να βγάλει τις φωτοτυπίες, λες και οι άλλοι είχαν αναπηρία και δε μπορούσαν να το κάνουν. Τότε του φόρτωσαν για μόνιμα κι αυτή την εργασία.  Στη μέση της χρονιάς άκουσε πολλά ο Δημητράκης κι όλο και πιο πολύ έπεφτε η αυτοεκτίμησή του, η εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στη νοημοσύνη του. Πίστεψε σε ένα σημείο ότι είναι ηλίθιος, μετά κοίταξε τους βαθμούς του στο πτυχίο, και κατάλαβε  ότι ο κ. Μάκης ήταν και πολύ κομπλεξικός κι έψαχνε τρόπο να φαίνεται αυτός το αστέρι του μαγαζιού και ήθελε συνεχώς επιβεβαίωση και γλείψιμο.  Στ’ αρχίδια του του Δημήτρη η διασημότητα, τα λεφτά ήθελε για να μπορέσει να πάρει το γκομενάκι του διακοπές στη Σαντορίνη τον Αύγουστο.

Ο κ. Μάκης παραπονιούνταν για τα πάντα. Ακόμα και στα διαλλείματα που όλοι κουβέντιαζαν περί ανέμων και υδάτων, ο κ. Μάκης ενοχλούνταν  από τις απόψεις του Δημήτρη κι ήθελε πάντα να βγαίνει αυτός από πάνω. Ως το τέλος της χρονιάς ο Δημήτρης είχε γίνει το παιδί για όλες τις δουλειές: έβγαζε φωτοτυπίες, αγόραζε αναλώσιμα απ’ το βιβλιοπωλείο, έφτιαχνε καφέδες και φρόντιζε τα κλιματιστικά. Καλός μαλάκας ήταν. Όταν έχεις φιλότιμο σε γαμάνε κανονικά  κι όποιος πει το αντίθετο είναι μεγάλος μαλάκας. Μια μέρα ο κ. Μάκης φώναξε από το γραφείο του τον Δημήτρη να μαζέψει τα αποφάγια που είχε αφήσει ένα παιδί πάνω στο τραπέζι. Αυτό ήταν και το κερασάκι στην τούρτα. Ο Δημήτρης υπάκουσε αλλά άλλαξε τακτική. Δεν έκανε τη χάρη στον πούστη τον κ. Μάκη να κάτσει για αποδείξεις ή τηλέφωνα. Έφυγε. Το αφεντικό παρεξηγήθηκε αλλά συγνώμη, μαθηματικός σπούδασε όχι παραδουλεύτρα!! Γι’ αυτό έφαγε 4 χρόνια σπουδών? Υποτίθεται πως υπάρχει και καθαρίστρια.

Δυστυχώς τα πράγματα χειροτέρεψαν για το Δημήτρη. Ως το τέλος της σχολικής χρονιάς ήταν ο περίγελος του φροντιστηρίου, το παιδί για όλες τις δουλειές και γενικά ο μαλάκας της παρέας. Είχε κι αυτός το φταίξιμό του, έπρεπε να μην τα είχε ανεχτεί όλα αυτά. Αλλά όσες προσπάθειες και να έκανε, κανένα αποτέλεσμα. Όποτε διεκδικούσε αυτά που του άξιζαν, ο κ. Μάκης στράβωνε τη μούρη του γιατί ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Ήξερε πως αυτή τη φορά δεν θα περνούσε το δικό του. Κατά βάθος μισούσε τον Δημήτρη και δεν ήξερε κι αυτός το λόγο.

Όμως ο Δημήτρης χρωστάει πολλά σε αυτή την πουτάνα που λέγεται διαίσθηση. Πολλές φορές τον έσωσε ή τον προειδοποίησε για πράγματα που θα γίνονταν. Την τελευταία μέρα στη δουλειά ο Δημήτρης μίλησε στον Μίλτο για ένα όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ και γνώριζε ότι έχει άσχημη εξήγηση. Μετά από 5 λεπτά ήταν και οι δύο στο γραφείο και άκουγαν τον εξάψαλμο από το αφεντικό. Η μαλακία ήταν του κ. Μάκη αλλά ποιος τολμούσε να μιλήσει? Μέσα σε αυτό το ευχάριστο κλίμα τελείωσε η σχολική χρονιά. Ενώ νόμιζε πως γλίτωσε, ο Δημήτρης φορτώθηκε ένα ιδιαίτερο καλοκαιριάτικα συν το φορτίο να καθαρίσει την απίστευτα βρώμικη βιβλιοθήκη για την οποία καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι ο κ. Μάκης.

Το καλοκαίρι αυτό ήταν το λιγότερο, εφιαλτικό. Το αφεντικό να κάνει διακοπές και ο μαλάκας να δουλεύει. Όμως είχε ξεκαθαρίσει πως μέχρι τέλος Ιουλίου μπορούσε να δουλέψει. Είχε υποσχεθεί στο γκομενάκι πως λόγο της καθυστέρησης των διακοπών, εκτός από Σαντορίνη θα πήγαιναν και Μύκονο (σαν ερωτευμένοι πιγκουΐνοι).  Το γκομενάκι έχει κι αυτό σημαντικό ρόλο στην υπόθεση διότι εκτός από ικανοποίηση προσέφερε και ψυχική θεραπεία στον ήρωά μας. Ευτυχώς υπήρχε ένας άνθρωπος που δεν του έκανε τα νεύρα ζαρτιέρες.

Η γκαντεμιά του Δημήτρη όμως δεν είχε τέλος. Λόγω αλλεργίας αναγκάστηκε να μπει στο νοσοκομείο και να σταματήσει τη δουλειά. Αυτό το σκηνικό θα επαναληφθεί ξανά  σ’ αυτήν την ιστορία. Ειδοποίησε το αφεντικό του κι αυτός ο κερατάς νευρίασε, του φώναξε κι έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα του. Τότε ο Δημήτρης τον έγραψε στ’ αρχίδια του και μόλις βγήκε από το νοσοκομείο, πήρε την κοπελιά του και την έκανε για τα νησιά.

Αρχές Σεπτέμβρη, το αφεντικό τον κάλεσε και ζήτησε τη βοήθειά του για τις εγγραφές. Ο Δημήτρης πήγε. Τόσο μαλάκας ήταν. Δεν εξηγείτε διαφορετικά, ήταν μαλάκας γιατί είχε φιλότιμο. Ο κ. Μάκης όμως δεν το εκτιμούσε και νόμιζε ότι είναι το αφεντικό που το προσκυνούν όλοι, ότι είναι ο άρχοντας του συστήματος. Όσες ώρες κάθισαν μαζί στο γραφείο,  ο Δημήτρης διαπίστωσε πόσο ανιαρός και ρηχός άνθρωπος ήταν το αφεντικό του. Συνεχώς μιλούσε για τον εαυτό του, την οικογένειά του και τα κατορθώματα των ανιψιών του. Τα δικά του παιδιά είχαν μόλις μπει στο νηπιαγωγείο. Τόσες φορές άκουσε τις ίδιες ιστορίες που θα τις θυμάται για όλη του τη ζωή. Μετά άρχισε να συνειδητοποιεί πόσες ανασφάλειες είχε αυτός ο τρομερός τύπος που ήθελε συνεχώς επιβεβαίωση των ικανοτήτων, τόσο των δικών του όσο και της οικογένειάς του.  Λες και οι γύρω του δεν ήθελαν να ξύσουν από μόνοι τους τ’ αρχίδια τους και ήθελαν αφορμή.

Στα πάντα η οικογένεια του κ. Μάκη ήταν η καλύτερη. Αναρωτιέμαι γιατί δεν τους έβαλαν ακόμα στη λεγεώνα των υπερ-ηρώων. Όποτε απεγνωσμένα προσπαθούσε ο Δήμος να ανοίξει κουβέντα για κάτι άλλο, καταλάβαινε πως πιο εύκολα ανεβαίνεις στο Έβερεστ χωρίς ορειβατικό εξοπλισμό. Και εννοείτε πως το κλίμα τον Ιμαλάϊων ήταν 100 βαθμούς θερμότερο. Σε ό,τι και να αναφέρονταν ο βαριόμοιρος, πάντα θα πετάγονταν και μια σχετική ιστορία για το σόι του γιαγκούλα. Σοβαρά, η υπομονή είχε αρχίσει να εξαντλείται και τα νεύρα άρχιζαν να βαράνε. Τα νεύρα θα έστελναν τον Δημήτρη ξανά στο νοσοκομείο.

Η νέα χρονιά άρχισε με ζόρια και παρατηρήσεις. Μετά ήρθαν οι προσβολές μπροστά στους μαθητές. Τα παιδιά φυσικά έχουν περισσότερο μυαλό από τους μεγάλους γιατί απλά δεν βασίζονται σ’ αυτό. Έχουν κάτι καλύτερο που λέγεται ένστικτο ή διαίσθηση. (Αυτό το είχε ακόμα ζωντανό μέσα του ο Δημήτρης. Το τέρας δεν το είχε σκοτώσει). Ο κ. Μάκης πρόσβαλε τον υπάλληλό του μπροστά στους «πελάτες» του επειδή οι δεύτεροι είχαν πετάξει πατατάκια στο πάτωμα. Ανάγκασε τον υπάλληλό του να μαζέψει τις βρώμες για δεύτερη φορά. Όμως τα παιδιά γνωρίζουν γιατί διαβάζουν τα μάτια των άλλων πολύ πιο καθαρά. Κάθισαν λοιπόν και βοήθησαν τον καθηγητή τους και δεν έφυγαν στην ώρα τους.

Από τότε ο κ. Μάκης ήταν μια απεχθής φιγούρα στα μάτια τους και δεν έχαναν ευκαιρία να εκφράζουν την απέχθειά τους στον καθηγητή τους. Για τον Δημήτρη αυτό ήταν νίκη. Τα παιδιά τον αγαπούσαν και καταλάβαιναν πολύ καλά ποιος είναι ο κύριος διευθυντής. Ένας κομπλεξικός μαλάκας που νόμιζε πως με το να μειώνει τους άλλους αυτός γίνονταν ανώτερος. Δεν ήξερε όμως πως τα αντίθετο κατάφερνε. Όλοι τον σιχαίνονταν κι ας τον έγλυφαν μπροστά στα μάτια του. Αυτός είτε εθελοτυφλούσε είτε όντως πίστευε στην ανωτερότητα του· ναι, αυτός και η Άρια φυλή, μη χέσω μέσα στο Χίτλερ τους.

Η χρονιά συνεχίζονταν κανονικά με βρισιές, προσβολές και υποτίμηση της νοημοσύνης του Δημήτρη. Όλοι μα όλοι έκαναν το σχόλιό τους λες και ήταν βαλτοί από το αφεντικό. Μέχρι και για τσιγάρα τον έστειλαν λες κι αυτός δεν ήθελε να κάνει διάλειμμα! Ο Δημήτρης αναθεμάτισε την ώρα που αποφάσισε να πηγαίνει στη δουλειά με μηχανή. Για να βγει στο περίπτερο έπρεπε να περάσει μέσα από τα δαιδαλώδη στενά της παλιάς πόλης και να βγει είτε στο Λιστόν,  είτε στην πλακάδα του Αγίου Σπυρίδωνα.  Όμως ήταν αποφασισμένος και δεν τους ξαναέκανε τη χάρη όταν του το ζήτησαν. Αλλά δεν ξαναπήγε και στη δουλειά με μηχανή. Η άσκηση κάνει πολύ καλό.

Από εκείνο το σημείο και μετά άρχισε η αντίσταση. Όποτε έθιγαν την προσωπικότητά του ή τα πιστεύω του, τα έχωνε κι αυτός χοντρά και έκοβε φάτσες. Αυτοί που στην αρχή τον θεωρούσαν ένα χαμένο φλωράκο δεν πίστευαν ότι είχε και δική του δύναμη και πιστεύω. Αυτό που δεν υπήρχε περίπτωση να απαρνηθεί  ο Δημήτρης ήταν η πίστη στον πατέρα του και στη μέταλ μουσική! Κάποτε θίχτηκαν και τα δύο κι ο μικρός αποτυχημένος τους έβαλε όλους στη θέση τους. Και κυρίως το μεγάλο αφεντικό που το έπαιζε κυριλέ.

Ο κ. Μάκης άρχισε ξανά να μιλάει για την ανιψιά του τη Μιρέλλα που χόρευε στο ποπ συγκρότημα της γειτονιάς της και ήθελε να βρει στέκι κανένα εστιατόριο στο Καμπιέλο να τραγουδάει και να χορεύει με την παρέα της. Ήταν μόλις 11 ετών και το μέλλον της διαγράφονταν υπέρλαμπρο. Σίγουρα θα κέρδιζε στο «Ελλάδα έχεις ταλέντο» και θα ξεπερνούσε τη Μαντόνα. Σίγουρα αυτά! Αφού το είπε ο κ. Μάκης! Θεέ μου, τότε ο Δημήτρης άρχισε να μιλάει για άλλα πράγματα και οι υπόλοιποι, προφανώς βαριεστημένοι από τις ίδιες μαλακίες του κ. Μάκη, εστίασαν στο νέο διάλογο. Ο βαρετός κύριος τα πήρε και τους διέταξε όλους να μπούνε για μάθημα.

Έτσι κύλησαν οι μήνες ως τα Χριστούγεννα που αποτέλεσαν σωτήριες διακοπές για τον Δημήτρη και την κοπελιά του, όπου μάζεψαν τα μπογαλάκια τους και την έκαναν για Πήλιο. Περισσότερο ο Δημήτρης είχε ανάγκη αυτή την εκδρομή γιατί το στρες τον σκότωνε και του ρουφούσε όλη την ενέργεια. Δυστυχώς ο Δημήτρης ξεθάρρεψε και νόμιζε ότι το Πήλιο είναι Κέρκυρα, έτσι την άρπαξε και στο γυρισμό ταβλιάστηκε με πνευμονία. Εδώ επαναλαμβάνεται το παραπάνω σκηνικό: Ειδοποίησε το αφεντικό του κι αυτός ο κερατάς νευρίασε, του φώναξε κι έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα του.

Ευτυχώς τον κάλυψαν οι συνάδελφοι και για μια βδομάδα έκατσε σπιτάκι του. Δεν ανάρρωσε όμως πλήρως κι έτσι μέσα στον μήνα ξανά τα ίδια. Ο καλός κ. Μάκης δεν του έδωσε άδεια κι αναγκάστηκε ο δύσμοιρος ο Μήτσος να τρέχει στη δουλειά με 39-40 πυρετό. Υπάρχει Θεός όμως που βλέπει και ξεπληρώνει τα καλά όλων μας. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Δημήτρης κατάλαβε με τι όρθιο ζώο είχε να κάνει. Τα πανεπιστήμια δεν κάνουν τον άνθρωπο, είχε δίκιο ο παππούς του ο ξενοδοχοϋπάλληλος. Η ευγένεια και η συμπεριφορά σε κάνουν άνθρωπο. Σημαντικό αυτό το μάθημα για την πορεία του φίλου μας αφού εκτίμησε ακόμα περισσότερο τον παππού του που τελείωσε το δημοτικό με 6.

Όταν κάποιος σε μουντζώνει όλη η κακοτυχία του κόσμου σε κυνηγάει. Με καλή υγεία πλέον (άσχετα ότι τράβηξε τα πάνδεινα με τα δόντια του) ο Δημήτρης ξεκίνησε να πάει για δουλειά. Έστριψε στο πρώτο στενό στη Λεμονιά και συνέχισε ευθεία για την πολυκατοικία. Ξαφνικά άκουσε ένα θόρυβο από έναν κάδο και 5 λυσσασμένες γάτες όρμισαν πάνω του και τον γέμισαν γρατζουνιές. «Κωλόγατα!» σκέφτηκε. Γεμάτος αίματα πήρε τον κ. Μάκη να του πει πως θ’ αργήσει και θα πάει στο νοσοκομείο. Ο κ. Μάκης είχε την κλασική αντίδραση. Ευτυχώς ο μικρός φρόντισε γρήγορα τα τραύματά του και ξεκίνησε για τη δουλειά ξανά. Εκεί τον περίμενε ο κ. Μάκης και χωρίς δεύτερη σκέψη άρχισε να φωνάζει γιατί έτρεχε να ανοίξει αυτός το μαγαζί. Ο Δημήτρης πραγματικά έγινε έξαλλος αλλά και πάλι δεν έδειξε τα νεύρα του. Κακώς.

Μετά από 3 μέρες με άγριες φωνές και υποτίμηση της νοημοσύνης του από τον δράκο, κατέληξε στο νοσοκομείο με σπασμένα νεύρα. Ευτυχώς ήταν κάτι που πέρασε μέσα σε λίγες ώρες. Νεύρωση στομάχου θα πάθαινε ο άνθρωπος αλλά ήταν και κωλόφαρδος. Την Δευτέρα στη δουλειά μαθεύτηκε το νέο και ηρέμησε κάπως ο κυριούλης. Για λίγο μόνο. Όταν ξεχάστηκε κάπως το γεγονός επανήλθε στην παλιά του συνήθεια να ταπεινώνει και να μειώνει με κάθε ευκαιρία. Πλέον ο Δημήτρης είχε συνηθίσει σ’ αυτήν τη συμπεριφορά και δεν του έκανε τρομερή εντύπωση. Το ποτήρι ξεχείλισε όμως όταν ο κ. Μάκης, σε μια από τις παρατηρήσεις του, ισχυρίστηκε ότι ο Δημήτρης τον κάνει ρεζίλι στους πελάτες του. Ήξερε όμως ότι μια τάξη του 13 κατάφερε να την κάνει τάξη του 16,5. Αυτό δεν το έβλεπε ο κύριος. Μετά από 2 βδομάδες γκρίνιας και φαγωμάρας (κυρίως χωρίς λόγο, απλά γκρίνια να γίνεται) η χρονιά έφτασε στο τέλος της.

Ο κ. Μάκης ξαφνικά φαγώθηκε να συμβουλεύει τον Δημήτρη για τις σπουδές του και το μέλλον του. Τον παρότρυνε να σπουδάσει στο εξωτερικό, στην Αμερική, όπου θα μπορούσε να δουλέψει κιόλας. Λες και ξέρει ο κύριος τι θα γίνει εκεί. Ο Δημήτρης την ψιλιάστηκε τη δουλειά, ότι δηλαδή ήθελε να του ρίξει σουτ, και απάντησε πως ούτε θέλει, ούτε και μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.  Τα υπονοούμενα από την πλευρά του αφεντικού του δεν ήταν λίγα. Ακόμα και οι συνάδελφοι τον χαιρέτησαν λες και δεν θα τον ξαναέβλεπαν ποτέ στη ζωή τους. Πίσω από την πλάτη του είχαν γίνει πολλές συζητήσεις κι είχαν αποφασιστεί πράγματα και θάματα. Το χειρότερο είναι η πουστιά αυτή. Ούτε να ξέρει τίποτα και να μένει ξεκρέμαστος για τη νέα χρονιά.

Από τη φύση του ο άνθρωπος είναι ον που παίρνει θάρρος από την ίδια την απελπισία του. Ο Δημήτρης δεν τα έβαψε μαύρα. Ίσα-ίσα ψιλοχάρηκε και σκέφτηκε να κάνει κάτι διαφορετικό. Αν συνεχίσεις να πιστεύεις στον εαυτό σου, όσο ξοφλημένο και να σε θεωρούν, πάντα τα καταφέρνεις. Αποφάσισε λοιπόν κι αυτός να ασχοληθεί με πράγματα που τον γεμίζουν και τον χαλαρώνουν. Ξύρισε το κεφάλι του και σήκωσε μοϊκάνα, έκανε 5 τατουάζ και έφτιαξε το δικό του συγκρότημα. Επειδή δεν ήταν πούστης σαν το αφεντικό του, προσέλαβε τη Μιρέλλα και την παρέα της να κάνουν την αρχή στις συναυλίες του. Όσο για τον κ. Μάκη, αγανάκτησαν οι καθηγητές του, έκαναν κατάληψη στο χώρο και τελικά το έκαψαν το μπουρδέλο! Στη φωτιά σιγόψησαν λουκανικάκια και τραγούδησαν το σουξέ του Δημήτρη,  Fuck Mr. Makis, που έπαιζε σε όλα τα ραδιόφωνα……

Ελένη

*Το παραμύθι αυτό μπορείτε να το κατεβάσετε από τη βιβλιοθήκη του κώλου…