Αρχείο κατηγορίας Πεζά

A STORY

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μικρός ήρωας παραμυθιού. Επειδή έλεγε πολλά πράγματα που στους άλλους φαίνονταν περίεργα, αποφάσισε μια μέρα να πάψει να μιλάει. Αυτό κράτησε για χρόνια.

Κάποια στιγμή ο μικρός μας ήρωας μεγάλωσε λιγάκι. Και μία μέρα όπως έκανε βόλτα με το ποδήλατο του είδε μία ηρωίδα ενός άλλου παραμυθιού. Αμέσως του τράβηξε την προσοχή. Πάει κοντά της ανοίγει το στόμα του να πει κάτι…. μα…… δεν έχει τίποτα να πει. Τρομοκρατημένος και καθώς η κοπέλα τον κοίταζε έτοιμη να γελάσει με την αστεία συμπεριφορά του, καβάλησε γρήγορα το ποδήλατο του και εξαφανίστηκε. Έφτασε στην κοντινότερη παραλία και εκεί έκατσε όλο το απόγευμα. Ξαφνικά είχε καταλάβει πως είχε ξεχάσει να μιλάει με τους ανθρώπους, μάλλον ακόμα χειρότερα, δεν είχε μάθει ποτέ να μιλάει μαζί τους. Από εκείνη την μέρα τα χρόνια πέρασαν. Ο μικρός μας ήρωας τώρα είχε γίνει πια νεαρός φοιτητής.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν είχε αρχίσει και πάλι να μιλάει άλλα κυρίως για πεζά πράγματα. Απέφευγε να εκδηλώνει περίεργες ιδέες και είχε μάθει να σχολιάζει χωρίς να δείχνει πως βαριέται τα όσα ηλίθια πράγματα άκουγε από τους γύρω του. Ήταν κάτι που έκανε αναγκαστικά ώστε να μπορεί τουλάχιστον να έχει μια κάποιου είδους παρέα. Όμως όσες μικρές ηρωίδες και να συνάντησε μετά από εκείνη την πρώτη φορά, ακόμα δεν είχε καταφέρει πάρα να κάνει ελάχιστη πρόοδο. Τουλάχιστον τώρα άνοιγε το στόμα του και προτού το ξανακλείσει προλάβαινε να πει και κάνα δυο βλακείες.

Πέρασαν τα χρόνια λοιπόν και ο μικρός μας ήρωας έγινε φοιτητής. Ξαφνικά και χωρίς να το περιμένει οι σχέσεις του με όλους άρχισαν να πηγαίνουν πολύ καλύτερα . Και αν και δεν ήταν πάντα εφικτό, τώρα πια μπορούσε να μιλάει πολύ πιο ελεύθερα για όλα τα περίεργα πράγματα που στριφογύριζαν μέσα στο μυαλό του. Και πλέον έκανε παρέα και με ηρωίδες από πολλά και διαφορετικά παραμύθια και. Και σιγά σιγά έκανε παρέα με τον κόσμο όλο.

Και όλα κύλαγαν σχεδόν καλά άλλα πάντα το πρόβλημα του παρέμενε και τον περίμενε κάθε βράδυ που γύριζε μόνος στο σπίτι. Όσο και αν είχε καταφέρει να γνωρίσει διάφορες ηρωίδες, δεν είχε καταφέρει σε καμία να πει πως θα ήθελε να ζήσουν αυτοί καλά και οι υπόλοιποι καλύτερα.

Τον εμπόδιζε πιο πολύ το γεγονός πως καμία δεν ενδιαφέρονταν για τις περίεργες ιδέες του και αντίστοιχα αυτός δεν ενδιαφέρονταν για καμιάς τις πεζές αντιλήψεις. Αν και όπως κατάλαβε αργότερα αυτό ήταν απλά μια δικαιολογία.
Και ο καιρός περνούσε και όλα έμοιαζαν βαρετά επαναλαμβανόμενα. Ώσπου μια μέρα έγινε κάτι το αναπάντεχο. Εντελώς τυχαία ο ήρωας μας γνώρισε μια ηρωίδα τόσο διαφορετική από τις άλλες. Αρχικά αυτή δεν του έδωσε καμία σημασία, τουλάχιστον έτσι φάνηκε. Σιγά σιγά όμως οι μέρες πέρασαν και μια μέρα μίλησαν. Και ο ήρωας μας έμεινε έκπληκτος από το πόσα έκρυβε αυτή η ηρωίδα. Το φοβερότερο από όλα ήταν πως καταλάβαινε όλα τα περίεργα ενδιαφέροντα του.

Όμως το παραμύθι του ήρωα μας δεν θα είχε αίσιο τέλος. Έτσι μετά από πολύ λίγο καιρό η ηρωίδα χάθηκε. Ο ήρωας δεν είπε τίποτα. Δεν ήταν κάτι που του φάνηκε περίεργο. Ήξερε πως απλά αυτό επρόκειτο να είναι το παραμύθι του μέχρι το τέλος. Και ο καιρός πέρασε και ο ήρωας μας συνέχισε να ζει την μονότονη ιστορία του σελίδα σελίδα. Και κάθε βράδυ τα έβαζε με τον συγγραφέα που τον είχε αδικήσει τόσο πολύ σε σχέση με τους άλλους ήρωες. Και σιγά σιγά ξέχασε τις σκέψεις του και χάθηκε μέσα στις σελίδες του παραμυθιού του. Χάζευε την εικονογράφηση και όσεςσκέψεις του είχαν απομείνει τις έκανε σαΐτες τις οποίες πετούσε μακριά και τις έπαιρνε ο άνεμος.

Μέχρι που μια μέρα ο ήρωας μας γυρίζοντας σελίδα ξαναβρέθηκε να έχει απέναντί του την ηρωίδα που τόσο είχε αγαπήσει. Μα τα πράγματα ήταν πια διαφορετικά. Ο ήρωας μας είχε καιρό τώρα αλλάξει συμπεριφορά και όλα τα τόσα όμορφα πράγματα που κάποτε είχε να πει τώρα πια τα είχε κάνει σαΐτες που τις σκόρπισε εδώ και εκεί. Και έτσι αυτός και η ηρωίδα πέρασαν λίγες σελίδες παρέα και μετά ξαναχάθηκαν.

Τώρα πια ο ήρωας μας ένιωθε χειρότερος από ποτέ και ακόμα είχε πολλά να δει. Καθώς περνούσαν οι μέρες ο ήρωας μας σιγά σιγά άφησε πίσω του οτιδήποτε του κρατούσε παρέα μέχρι τότε και έμεινε γυμνός να περιπλανιέται στο επόμενο κεφάλαιο του παραμυθιού. Ένα κεφάλαιο τόσο ανώφελο τόσο απροσδιόριστο και μπερδεμένο που ο ήρωας μας έφτασε στο σημείο να νιώθει πια εντελώς εγκλωβισμένος και χωρίς κανένα πάτημα για ανάκαμψη.

Μην αντέχοντας άλλο αυτή την κατάσταση αποφάσισε να φύγει από το βιβλίο του…

Ελπίζω κάποιος να το συνεχίσει…

Πάνος

όνειρο ήταν

Να το μπροστά μας είναι… η επανάσταση των λαών, της εργατιάς, των πεινασμένων, των απλών ανθρώπων, των προλετάριων… Η ώρα που θα βγουν όλοι οι λαοί στο δρόμο αδελφωμένοι και θα απαιτήσουν ένα καλύτερο μέλλον, ένα μέλλον λαμπρό, πλασμένο από τα όνειρα μιας ασυμβίβαστης γενιάς. Ένα μέλλον όπου δεν θα υπάρχει δυστυχία, πίνα και μιζέρια… όπου δεν θα γίνονται οι φτωχοί φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι όπως έγραψε ο αυτόχειρας. Θα είναι αγγελικά πλασμένος…

Το βλέπω… ο κόσμος στους δρόμους, χωρίς σημαίες, οι τηλεοράσεις απόμειναν μονάχες τους, οι καναπέδες πάγωσαν, η εξουσία καταρρέει, το σύστημα σάπισε εντελώς και το φάγανε τα σκουλήκια. Μάχες στους δρόμους, μάχες και φωνές… θα τρέξει και αίμα, γιατί τίποτα δεν πρόκειται να γίνει αν δεν χυθεί αίμα. Όλοι στους δρόμους μια γροθιά. Μια γροθιά που γαμάει κώλους. Μια γροθιά για να εφαρμόσει άψογα στον κώλο της εξουσίας. Μια γροθιά αρκετά σκληρή για να ξεκωλιάσει οριστικά κάθε εξουσιαστή που μας γαμάει τη ζωή.

Οι μονάδες παραγωγής σταμάτησαν να λειτουργούν εδώ και μέρες… κανείς εργάτης δεν πάτησε. Τίποτα δεν λειτουργεί… τίποτα. Οι πλατείες και οι δρόμοι είναι γεμάτοι ανθρώπους χαρούμενους με ένα κοινό σκοπό. Να αλλάξουν τον κόσμο. Όλοι αγκαλιασμένοι και αδελφωμένοι. Την μέρα δίνουν μάχες με την αστυνομία και το στρατό και τα βράδια γλεντάνε στους δρόμους σαν μικρά παιδιά. Σύντομα οι δυνάμεις καταστολής των κρατών αλλάζουν μέτωπο και συντάσσονται με τους επαναστάτες. Μέχρι και οι πόλεμοι σταμάτησαν. Οι πολεμιστές ανακάλυψαν πως οι εχθροί τους δεν είναι τα αδέρφια τους, αλλά αυτοί που τους όπλισαν τα χέρια…

Όλοι μαζί τώρα έξω από τα κοινοβούλια, τα δημαρχεία, τις νομαρχίες τους λευκούς και τους μαύρους οίκους φωνάζουν μανιασμένα. Οι εξουσιαστές είναι μέσα κλειδαμπαρωμένοι και έχουν χεστεί στην κυριολεξία. Οι άντρες ασφαλείας τους προδίδουν. Οι πύλες ανοίγουν, άλλες σπάνε… όλοι είναι μέσα. Το μεγαλύτερο ντου της ιστορίας…

Όλοι οι εξουσιαστές είναι νεκροί. Οι πλατείες γέμισαν κρεμασμένους. Η ανθρωπότητα στήνει γλέντι για μέρες ολόκληρες. Τα κατάφεραν. Η επανάσταση του κόσμου ολάκερου ήταν εφικτή…

Περάσαμε μέρες ολόκληρες γιορτής… μέχρι που μια μέρα…

…τη γαμήσαμε. Όλα ήταν στημένα. Οι καθοδηγητές ήταν όλοι πουλημένοι στην ανώτερη εξουσία που ποτέ δεν θα δει κανείς (θα σας έλεγα γιατί δεν μπορείτε να τη δείτε, αλλά ποιος θα με πιστέψει?). Βγαίνουν στρατιές από το πουθενά… λες και ξεφύτρωσαν από τα έγκατα της Γης. Είναι όλοι οπλισμένοι με όπλα που κανείς δεν έχει φανταστεί. Δεν σκοτώνουν αλλά προκαλούν τόσο πόνο που θα παρακαλούσες να σε σκοτώνανε καλύτερα. Κάποιοι είδαν τα πρόσωπα τους και από τον πανικό κοκάλωσαν και τους συνέλαβαν.

Τα όπλα… που είναι τα γαμημένα τα όπλα? Τη γαμήσαμε… μαζέψαμε όλα όπλα και τα ρίξαμε στον ωκεανό να τα φάνε οι σιδηρές φάλαινες… σκεφτήκαμε πως έπρεπε να εξασφαλίσουμε την παγκόσμια ειρήνη. Μαλακία κάναμε. Πιστέψαμε τόσο πολύ στον σκοπό μας που σχεδόν κανένας δεν έκρυψε ένα όπλο στο καζανάκι της τουαλέτας του.

Μετά από μάχες που κράτησαν δυο βδομάδες ο κόσμος υποτάχθηκε στις στρατιές του νέου κόσμου. Δεν χρειάστηκε να φυλακίσουν κανέναν. Τους εξόντωναν αμέσως όσους έπιαναν.

Όσοι από τον κόσμο είχαν όπλα, εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς από τους πρώτους. Λες και ξέρανε οι γαμημένοι οι στρατιώτες από πριν ποιοι θα κρατούσαν όπλα. Λες και ήταν με κάποιο τρόπο μέσα στα σπίτια και  παρακολουθούσαν την ώρα που νομίζαμε πως τους παρακολουθούσαμε εμείς…

Ήμουν στο κρεβάτι μου και κοιμόμουν όταν άκουσα να χτυπάει μανιασμένα το τηλέφωνο. Η Ελένη ήταν. Ευτυχώς με ξύπνησε…

Γιώργος *από το δεύτερο τεύχους του περιοδικού

Μεταφορές Ο Κάγκουρας

Η κοπέλα περπάτησε στην άκρη του δρόμου. Σηκώθηκε στις μύτες τον ποδιών της, τέντωσε το χέρι της και έκοψε ένα πανέμορφο άνθος από ένα περίεργο φυτό. Το πλησίασε στο κατάλευκο πρόσωπο της και το μύρισε. Το πρόσωπο της πλημμύρισε από ευωδιά.

-Κοίτα ένα σπάνιο πλάσμα με καλοσχηματισμένο στήθος και άψογο κώλο.

Σχολίασε ο Μπάμπης καθώς προσπέρασε την κοπέλα με το φορτηγάκι της δουλειάς.

-Πραγματικά, σπάνιο μουνί.

Αποκρίθηκε ο Λάκης στο διπλανό κάθισμα.

-Αν δεν είχαμε δουλειά την παίρναμε παρτούζα! Χαχαχα!

Γέλασε, και έλαμψαν τα τρία μπροστινά δόντια που του είχαν απομείνει. Ήταν ένα μοναδικά απαίσιο θέαμα. Ο Μπάμπης έστριψε δεξιά στην διασταύρωση και συνέχισε χωρίς να σχολιάσει τα λόγια του αφεντικού του που συνεχώς καυχιόταν για τις ερωτικές του περιπέτειες. Στο ραδιόφωνο έπαιζε ένα παλιό rock κομμάτι των The Sounds… «αγκαλιά τραγουδώντας στη βροχή, σαν τα παιδιά…»

-Άλλαξε κάνα τραγούδι. Μου ΄χεις φάει την Παναγία τόση ώρα.

Ο Μπάμπης όμως δεν έδωσε και πάλι σημασία γιατί του άρεσε το τραγούδι.

Δούλευαν μαζί στην εταιρία μεταφορών «Ο ΚΑΓΚΟΥΡΑΣ» τα τελευταία οχτώ χρόνια. Ήταν η πρώτη μεταφορική εταιρία που άνοιξε στην πόλη. Την είχε ιδρύσει ο Τάκης, ο αδελφός του Λάκη που είχε σκοτωθεί σε τροχαίο πριν έξι χρόνια. Ήταν μόνο 27 χρονών. Από τότε ο Λάκης έγινε ιδιοκτήτης στην επιχείρηση, αφού ο αδερφός του όντας γνωστός ομοφυλόφιλος δεν είχε παιδιά ούτε γυναίκα.

Ο Λάκης ήταν 42 χρονών κατεστραμμένος από το αλκοόλ και τις γυναίκες των περιοδικών. Είχε χάσει από μικρός ένα μεγάλο μέρος της όρασης του από τον αυνανισμό. «Άξιζε τον κόπο» παινευόταν συνέχεια. Είχε προσλάβει τον Μπάμπη, που ήταν παλιόφιλοι, εδώ και δύο χρόνια για οδηγό γιατί ο ίδιος δεν έβλεπε τον Χριστό του.

Είχαν μπει τώρα στην εθνική. Δεξιά και αριστερά τους ήταν χτισμένα πολλά επώνυμα καταστήματα, κυρίως αυτοκινήτων. Ο Λάκης γυρνάει προς τον Μπάμπη και πάει να του πει κάτι σχετικό με τη δουλειά…

-Αυτός ο χωριάτης μου φάνηκε…

Κοιτώντας όμως έξω από το αυτοκίνητο πέφτει το βλέμμα του στα “MULTIDRAMA”.

-Γαμημένοι μπάσταρδοι! Γαμώ την Παναγία σας καριόλιδες…

-Τι βρίζεις ρε Λάκη? Τη μάνα σου γαμήσανε?

-Αυτά τα μουνιά… είχα πάει να αγοράσω ένα κομπιούτερ για να βλέπω καμιά ξεβράκωτη στο ίντερνετ. Είχα δει ένα φυλλάδιο στην εφημερίδα με δόσεις, καλή προσφορά μου φάνηκε και πάω να το αγοράσω και δεν μου εγκρίνανε τις δόσεις οι πουσταράδες. Γαμώ το σπίτι τους και γαμώ το μουνί που τους ξέρναγε.

Ενώ οι βρισιές του Λάκη δεν είχαν τελειωμό, ο Μπάμπης θυμήθηκε την κουβέντα που πήγε να αρχίσει πριν.

-Κάτι πήγες να μου πεις πριν.

-Α ναι. Πολύ παράξενος μου φάνηκε ο χωριάτης. Τελικά δεν μου είπε τι στο διάολο έχει μέσα το κουτί. Και είναι και βαρύ το γαμημένο. Μου γάμησε την πλάτη.

Είπε ο Λάκης, κοιτώντας το ξύλινο κιβώτιο που μετέφεραν στο πίσω μέρος του φορτηγού.

-Κανένα παράνομο φυτοφάρμακο θα είναι. Δεν μου γέμισε το μάτι.

-Μας δίνουν να τρώμε του κόσμου τα σκατά οι γαμιόληδες και χρυσοπληρώνουμε κι από πάνω. Σκατόβλαχοι.

-Και θέλει να το παραδώσουμε και στου διαόλου τη μάνα.

-Βρωμάει η δουλειά μου φαίνεται Μπάμπη…

Και πράγματι το περίεργο φορτίο τους είχε μια αποκρουστική μυρωδιά. Σαν κάτι να έχει ψοφήσει εδώ και μέρες. Αλλά οι δύο άντρες πλέον είχαν συνηθίσει τις άσχημες μυρωδιές, αφού ζούσαν και οι δύο κοντά στη χωματερή και δεν τους έκανε καμία εντύπωση.

-Εδώ έμενε παλιά ο Δημήτρης.

Είπε ο Λάκης με ένα ύφος (σπάνιας γι’ αυτόν) μελαγχολίας, δείχνοντας ένα διώροφο ετοιμόρροπο σπίτι, γεμάτο ψηλά χόρτα. Λες και ήθελαν να κρύψουν το σπίτι, για να μην θυμάται κανείς τι έγινε εκεί μέσα.

Ο Δημήτρης ήταν πολύ άτυχος από τη γέννηση του. Ο πατέρας του ήταν ανώμαλος και η μάνα του πνευματικά καθυστερημένη. Δυστυχώς το παιδί πήρε και από τους δύο γονείς, με αποτέλεσμα να τρελαθεί και να μένει στο σπίτι κλεισμένος. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα. Μια μέρα φεύγει κρυφά από το σπίτι. Έλειψε τέσσερις μέρες. Όταν γύρισε μύριζε σαν ψοφίμι και τα ρούχα του ήταν γεμάτα αίματα. Την ίδια μέρα βρήκαν νεκρή μια κοπέλα στο δασάκι. Βρισκόταν σε προχωρημένη σήψη και είχε βιαστεί κατ’ επανάληψη, πριν και μετά το θάνατο της. Ο πατέρας του κατάλαβε τι έγινε και κάλεσε αμέσως την αστυνομία όμως ο Δημήτρης είχε γίνει καπνός.

Οι δύο μεταφορείς στην ανάμνηση και μόνο της ιστορίας είχαν ανατριχιάσει αρκετές φορές. Ο Μπάμπης σπάει την  σιωπή…

-Οι γονείς του μετακόμισαν από τότε που… Δεν γύρισαν ποτέ πίσω.

Ήταν και οι δύο παλιοί συμμαθητές με τον Δημήτρη. Δεν το χώρεσε ποτέ ο νους τους ότι θα είχε τέτοια άσχημη κατάληξη.

Ο Λάκης ένοιωθε άσχημα και άλλαξε θέμα.

-Μου φαίνεται ότι αυτή η μαλακία εκεί πίσω βρωμάει άσχημα.

-Δεν πάει να μυρίζει… τα λεφτά τα πήρες μπροστά. Σε κάνα μισάωρο θα έχουμε φτάσει.

-Μωρέ δεν σταματάμε σε καμία ερημιά να δούμε τι έχει και να χέσω επί της ευκαιρίας?

-Πες το έτσι ρε Λάκη. Άμα θες να χέσεις αλλάζει το πράμα.

Έχει εδώ πιο κάτω μια ερημιά μετά το βενζινάδικο του Μπίλι.

Ακόμα θυμάται ο Μπάμπης εκείνη τη μέρα και ας πέρασε τόσος καιρός. Ήταν χειμώνας και είχαν ένα μακρινό δρομολόγιο σε κάποιο χωριό. Έξω έβρεχε δυνατά. Ο Λάκης χεζόταν και δεν ήθελε να βραχεί. Σφιγγότανε και κάθε τόσο έριχνε βροντερές και κοφτές κλανιές που βρώμιζαν το χώρο. Σε κάποια στιγμή ο Λάκης γυρνάει και του λέει: Πρέπει να λέρωσα το βρακί μου. Στην πραγματικότητα είχε χέσει και το παντελόνι του, και το κάθισμα αλλά και τη μοκέτα. Δεν μπορούσε να ξεχάσει ποτέ την φρικαλέα αυτή μυρωδιά.

Ο Μπάμπης έστριψε σε έναν χωματόδρομο, συνέχισε γύρω στα διακόσια μέτρα και σταμάτησε σε ένα παλιό οικόπεδο που το βράδυ λειτουργούσε ως γαμηστρόνας για παράνομα ζευγάρια και νέους εραστές με άστεγο έρωτα.

-Μια χαρά είμαστε εδώ. Πετάγομαι να χέσω εκεί πίσω και έρχομαι. Αν δε γυρίσω σε δέκα λεπτά περίμενε με κι άλλο. Έχω πρόβλημα στο έντερο τελευταία.

-Δεν θέλω να ξέρω. πήγαινε και κάνε όση ώρα θέλεις.

Ο Λάκης χάθηκε πίσω από ένα λόφο από μπάζα κρατώντας μια εφημερίδα πολλαπλής χρήσης. Την ίδια ώρα ο Μπάμπης άνοιξε τις πίσω πόρτες του μικρού φορτηγού και άρχισε να το παρατηρεί. Για έναν περίεργο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει δίσταζε να το ανοίξει. Προτιμούσε να κάνει τη μεταφορά του να πληρωθεί και να γυρίσει σπίτι του. Όμως η περιέργεια πολεμούσε σκληρά κάθε αναστολή και με σύντομες κινήσεις έσυρε προσεκτικά το μπαούλο έξω από το φορτηγάκι ακουμπώντας το στο έδαφος.

Την ίδια ώρα ο Λάκης προσπαθούσε να χέσει ισορροπώντας στο ανώμαλο έδαφος. Κάτι είχε καταφέρει μέχρι στιγμής. Ήταν γυμνός από τη μέση και κάτω λόγο παλιάς δυσάρεστης εμπειρίας. Είχε σκύψει με λυγισμένα γόνατα και είχε ιδρώσει αρκετά. Ταυτόχρονα προσπαθούσε να διαβάσει και την εφημερίδα αν και δεν έβλεπε καλά. Σε μια άτυχη στιγμή χάνει την ισορροπία του και προσγειώνεται πίσω σε κάτι μαλακό. Ένοιωσε τον γυμνό κώλο του να έχει πασαλειφτεί με τα ίδια του τα σκατά. Άρχισε να βλαστημάει σιωπηλά. Δεν ήθελε να το μάθει ο Μπάμπης και κατά συνέπεια όλοι η παρέα τους και να γελάνε για καιρό. Του έφτανε η κοροϊδία από εκείνη τη φορά που είχε χεστεί. Ακόμα απορούσε πως το θυμόταν όλοι.

Σηκώθηκε σιγά-σιγά και σκύβει να αρπάξει ένα κομμάτι εφημερίδας για να σκουπιστεί. Ξαφνικά βλέπει δύο πόδια γυμνά και βρώμικα να στέκονται μπροστά του. Χωρίς να ξέρει πώς να αντιδράσει σηκώνει με αργά το βλέμμα του προς τα επάνω. Το θέαμα που αντίκρισε τον έκανε να παγώσει. Ήταν ο Δημήτρης! Πρέπει να τριγυρνούσε μες το δάσος σαν το αγρίμι τα χρόνια που έλειπε. Έτσι μαρτυρούσε η πρωτόγονη εμφάνιση του. Είχε λίγα γένια όπως τότε, αλλά άγρια, μακριά ξανθά μαλλιά που είχαν κολλήσει μεταξύ τους και φάνταζαν σαν μια ενιαία τριχωτή μάζα. Ήταν ολόγυμνος και το σώμα του είχε σημάδια από ουλές, σαν να πάλευε με αρκούδες. Το βλέμμα του ήταν τόσο απόκοσμο σαν να ήταν κτήνος. Πάει να του μιλήσει.

-Δημήτρη…

Βλέπει το χέρι του παλιού του φίλου να κρατά μία πέτρα και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την κουβέντα του την βλέπει να προσγειώνεται στο κεφάλι του και τα πάντα γύρω του να σβήνουν.

Πίσω στο φορτηγό ο Μπάμπης μόλις είχε καταφέρει να ανοίξει το ξύλινο κιβώτιο. Είχε αφαιρέσει το καπάκι προσεκτικά χωρίς να φαίνεται αρκετά η παραβίαση. Το άγνωστο φορτίο τους, έβγαζε τώρα μία έντονη δυσοσμία που του προκάλεσε αναγούλα. Έτσι με το ένα χέρι κάλυπτε τη μύτη του με το μανίκι και με το άλλο τραβούσε στην άκρη τα υφασμάτινα καλύμματα του φορτίου. Το θέαμα που αντίκρισε τον έκανε να γονατίσει στο χώμα και να ξεράσει το πρωινό του.

Κάτω από τα καλύμματα βρισκόταν το νεκρό σώμα μιας νεαρής κοπέλας τυλιγμένο άτσαλα με σελοφάν. Το κορμί της ήταν γεμάτο μώλωπες και τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο. Το κεφάλι της είχε αφαιρεθεί από το υπόλοιπο σώμα και είχε τοποθετηθεί στην αγκαλιά του κορμιού της κοιτώντας τώρα τον ουρανό με τα άψυχα μάτια της. Ήταν ένα βλέμμα αρρωστημένο που θα στοίχειωνε για πάντα τα όνειρα του Μπάμπη, εάν βέβαια ζούσε για πάντα.

Ξαπλωμένος στο πάτωμα μην μπορώντας να ξεστομίσει λέξη, πασαλειμμένος με εμετό προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει το μακάβριο θέαμα που αντίκρισε. Κυρίως αυτά τα αθώα νεκρά μάτια που τον κοίταζαν. Μια απαλή λάμψη από κάποια μεταλλική επιφάνια τον ανάγκασε να γουρλώσει τα μάτια του. Μία μορφή που δεν μπορούσε να διακρίνει εξαιτίας του ήλιου στεκόταν μπροστά κρατώντας κάτι που θύμιζε τσεκούρι. Ενστικτωδώς αρπάζει το πόδι του υποψήφιου φονιά του και το τραβάει με δύναμη σωριάζοντας τον στο χώμα. Αμέσως σηκώνεται στα πόδια του αντικρίζοντας άλλο ένα απαίσιο θέαμα που τον έκανε να παγώσει. Ο άγριος άντρας που κάποτε λεγόταν Δημήτρης, πεσμένος στο έδαφος σηκώνει γρήγορα το τσεκούρι που κείτονταν δίπλα του και με μια αστραπιαία κίνηση το προσγειώνει στο δεξί πόδι του Μπάμπη. Εκείνος πέφτει κάτω ουρλιάζοντας από τον πόνο. Αίμα πεταγόταν στο χώμα από το ακρωτηριασμένο μέλος σαν μακάβριο σιντριβάνι. Ο Μπάμπης σπαρταρούσε σαν ψάρι κλαίγοντας και ουρλιάζοντας, προσπάθησε να πιάσει το πόδι του για να το βάλει πίσω στη θέση του. Στη συνέχεια δέχτηκε κι άλλα χτυπήματα στην πλάτη και αρκετά στο κεφάλι, είχε όμως είδη χάσει τις αισθήσεις του πριν δεχτεί τα θανάσιμα χτυπήματα του φίλου από τα παλιά. Το κτήνος προχώρησε προς το όχημα των νεκρών, κοίταξε μέσα στο κιβώτιο. Το θέαμα τον έκανε να χαμογελάσει από ευτυχία. Πενήντα μέτρα πιο μακριά σε μια λίμνη αίματος βρισκόταν το άψυχο κορμί του Λάκη. Είχε μια μεγάλη πληγή στο κεφάλι από το χτύπημα και δυο τρεις δαγκωματιές στο αριστερό του χέρι.


Γιώργος Σάπιος

*από το βιβλίο του κώλου

Ιός

Ο μικρός Κωστάκης ξάπλωσε στο κρεβάτι του και άνοιξε την τηλεόραση. Η ώρα ήταν περίπου τρεις το πρωί, ξημερώματα Τρίτης. Δεν έβγαλε τα παπούτσια του ούτε τα ρούχα του. Αυτή η τηλεόραση δεν  είχε σταματήσει να δείχνει ειδήσεις από το πρωί της Δευτέρας. Σκατά βδομάδα άρχισε για όλους εκτός απ’ τους μαθητές, τουλάχιστον εν μέρει. Οι προσευχές του Κωστάκη απέδωσαν, κι όλα τα σχολεία και τα φροντιστήρια έκλεισαν. Σκέφτηκε πως θα παίζει με τους φίλους του όλη μέρα κι ίσως τελικά να πει στη Μαιρούλα ότι θέλει να παντρευτούν και να κάνουν έξι παιδιά. Την καημένη τη Μαιρούλα….

Ο θόρυβος απ’ το πλυντήριο κι ο βήχας της μαμάς του δεν τον άφηναν να ηρεμήσει. Ρε γαμώτο, τώρα βρήκε να πλύνει τα ρούχα; Αφού θα μοίραζαν καινούργια σε όλους, είπαν στις ειδήσεις. Κι επιτέλους, δεν βαρέθηκαν να μιλάνε για το ίδιο θέμα; Η νόσος, η νόσος, η νόσος…Τι σκατά σημαίνει νόσος; Ένα εφτάχρονο παιδί δεν καταλαβαίνει. Βέβαια η μαμά, όταν μπορούσε να μιλήσει καθαρά, του εξήγησε τα πάντα. Ήταν όμως ανάγκη να μην τον αφήσει να πάει στην αλάνα να συναντήσει τον Πάκη, το Λευτέρη και τους άλλους; Αφού υποσχέθηκε, θα φοράει μάσκα και γάντια. Σκέφτηκε πως αύριο θα έβγαινε κρυφά, όπως έκανε η Μαιρούλα σήμερα. Μετά όμως θυμήθηκε πως ο χοντρός άντρας με τα χακί ρούχα, τη μάσκα και το κράνος την είδε. Ο Κωστάκης τα είδε όλα από το παράθυρό του στον έκτο. Η Μαιρούλα του…

Πάντα ο Κωστάκης χάζευε απ’ το παράθυρο και παρατηρούσε τον κόσμο που πέρναγε απ’ την αλάνα. Αυτό το έκανε τις βροχερές μέρες που δεν μπορούσε να κατέβει και να παίξει με τον Πάκη, το Λευτέρη και τους άλλους. Κορόιδευε τους άμυαλους που δεν είχαν ομπρέλες και γινόταν λούτσα. Θαύμαζε όμως τους χρωματικούς συνδυασμούς που κάνουν περισσότερες από δύο ομπρέλες. Σήμερα όμως λόγω της απαγόρευσης της τρελής μάνας του έμεινε μέσα και κοίταγε κάτω. Αφού δε βρέχει σήμερα, γιατί τον κλείνουν μέσα; Γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι ήρθαν κάτι μεγάλα αυτοκίνητα κι έκλεισαν την αλάνα. Ήταν του στρατού. Από μέσα βγήκαν κύριοι με χακί στολές, κράνη, γάντια και αρβύλες. Ο Κωστάκης σκέφτηκε πως ήταν βαριές. Οι κύριοι κράταγαν κάτι όπλα, σαν αυτά που του αγόρασε η γιαγιά του απ’ το πανηγύρι. Αυτά όμως έμοιαζαν πιο μεταλλικά, πιο κακά. Γρήγορα έστησαν προβολείς  κι από έναν τηλεβόα φώναζαν οδηγίες στους μεγάλους. Τι μπούρδες για ιούς, θνησιμότητα, καραντίνα. Τι είναι αυτά; Η μαμά δε μπορούσε να εξηγήσει. Είχε χειροτερέψει με το κρύωμα και κάθονταν όλο μόνη. Μάλλον θα μείνω εδώ για πάντα, σκέφτηκε ο Κωστάκης.

Γύρω στις δύο πείνασε, έφτιαξε ένα τοστ κι άνοιξε την tv  για να δει το αγαπημένο του μεσημεριανό. Όμως είχε όλο ειδήσεις κι έλεγαν αυτά τα οποία άκουσε κι από τους στρατιώτες. Μέχρι τις πέντε περίμενε να δει κανένα καρτούν. Τίποτα. Ύστερα έκατσε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Οι κύριοι, που μέσω της tv έμαθε πως ήταν στρατιώτες, έκοβαν βόλτες και μπαινοέβγαιναν στις γύρω πολυκατοικίες. Τρεις μπούκαραν στην πολυκατοικία που έμεναν ο Πάκης κι η Μαιρούλα, κι άλλοι τρεις στη δική του. Ο Κωστάκης έτρεξε στην πόρτα και κάθησε δίπλα, κολλητά στον τοίχο, για να ακούει έξω. Σε λίγο άκουσε βήματα βαριά στο διάδρομο και χέρια να γυρνάνε πόμολα και να τσεκάρουν πόρτες. Ευτυχώς η δικιά τους ήταν κλειδωμένη. Πήγε να δει πως ήταν η μαμά. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, είχε σκεπαστεί ως το λαιμό, έτρεμε και ίδρωνε. Ο Κωστάκης της έδωσε νερό. Ήπιε λίγο και του έκανε νόημα να φύγει. Αυτός επέστρεψε με μια  μπουκάλα νερό και μια πετσέτα. Τα άφησε δίπλα της κι έφυγε.

Ως τις εφτά καμία αλλαγή. Άκουγε ειδήσεις από την τηλεόραση και κοίταγε έξω. Όλο το ιστορικό της νέας γρίπης άκουσε αλλά τίποτα για το πώς σταματά ή πως θα γίνουν οι άρρωστοι καλά. Αυτός ήξερε πως παίρνουμε φάρμακα, κάνουμε εμβόλια και είμαστε καλά μετά. Τι βλάκες οι μεγάλοι, μεγαλώνουν το πρόβλημα αντί να το λύνουν. Τι ανόητοι. Οι στρατιώτες κάθονταν στ’ αυτοκίνητα πιο χαλαροί και ξεκουράζονταν. Ο  Κωστάκης κοίταγε προς τον όροφο της Μαιρούλας και σκέφτονταν τι μπορεί να έκανε μόνη της κι αυτή. Τουλάχιστον αυτή είχε και τη ζωγραφική της, αυτός μόνο τη μπάλα. Η Μαιρούλα θα γινόταν τέλεια σύζυγος, θα έψηνε και κουλουράκια που θα μοίραζαν στα έξι παιδιά τους και μετά θα έβλεπαν όλοι μαζί ποδόσφαιρο. Αχ, αυτή η Μαιρούλα του…

Ήταν σχεδόν εννιά κι οι προβολείς άναψαν. Σαν το γήπεδο ήταν, σκέφτηκε. Μασούλαγε ένα μήλο όταν ξαφνικά είδε τη Μαιρούλα να πετάγεται έξω. Φόραγε ένα γαλάζιο φόρεμα που τόνιζε τα ξανθά μαλλάκια της. Που στο καλό πήγαινε; Φαινόταν φοβισμένη, δε φόραγε ούτε μάσκα, ούτε γάντια. Στην αρχή δεν την είδαν κι αυτή κινούνταν στις σκιές. Όμως η άκρη του φορέματος γυάλισε σε μια αχτίδα φωτός κι ο χοντρός στρατιώτης την είδε. Η Μαιρούλα έτρεξε πίσω από ένα φορτηγό κι ο χοντρός σημάδεψε όπως έκανε κι ο μπαμπάς στη σκοποβολή στο λούνα παρκ. Φάνηκε να πυροβολεί αλλά δεν ακούστηκε ήχος. Έτρεξαν κι άλλοι κοντά αλλά ο Κωστάκης δεν έβλεπε, ήταν μπροστά το φορτηγό. Κανείς δεν φάνηκε να βγαίνει, να δει τι κάνει η Μαιρούλα. Πρέπει να έμεινε σχεδόν τρεις ώρες εκεί να δει τι απέγινε η μέλλουσα γυναίκα του. Είδε μόνο μια σακούλα με φερμουάρ να τη φορτώνουν σε μια καρότσα. Έπειτα από λίγο έβγαλαν και κάτι άλλες  μέσα από πολυκατοικίες, κι όπως είδε κι απ’ τη δικιά του. Δεν καταλάβαινε. Κάθισε να δει ειδήσεις. Ξάπλωσε. Η μάνα του έβηχε τόσο δυνατά που νόμιζες ότι θα έσκαγε κι αυτό το πλυντήριο τη συναγωνίζονταν. Ο Κωστάκης κοιμήθηκε με τα ρούχα. Το πρωί δεν άκουσε βήχα αλλά τα ρούχα ήταν ακόμα στο πλυντήριο. Δεν πήγε να δει τη μάνα του. Περίμενε όλη μέρα στο παράθυρο για να δει τη Μαιρούλα. Το ίδιο έκανε για μέρες. Το Σάββατο, ενώ καθόταν στο παράθυρο, άκουσε την πόρτα να σπάει με θόρυβο. Στρατιώτες μπήκαν μέσα κι έβγαλαν τη μαμά μέσα σε σακούλα. Αυτή μύριζε; Ένας στρατιώτης τον πλησίασε ενώ τον σημάδευε. «Είδα τη Μαιρούλα» του είπε ο Κωστάκης.

Κάτω στην είσοδο ο λοχίας έδωσε αναφορά στον ανώτερό του «Τελικά δύο τα πτώματα στον έκτο». «Συνεχίστε τις εφόδους», του απάντησε.

Ελένη

*πρωτοδημοσιεύτικε στο τέταρτο τεύχος του περιοδικού «το κόλο»