Το δάκρυ των Χριστουγέννων

Ένα δάκρυ για σένα.

Για σένα που…

Σε πείθει η γλυκιά αυταπάτη του Δεκεμβρίου. Λαμπάκια – φουσκωτά κουκλάκια – χρωματιστά μπαλάκια – στολισμένα ελατάκια – γλυκά και σοκολατακια. Είναι τελικά όλα αυτά που αναζητούσες τόσο καιρό για να αισθανθείς χαρούμενος? Είναι αυτά που σου έλειπαν ?

Με πνίγεις. Με τυλίγεις με τα λαμπιόνια σου και με κάνεις κουκλάκι στο τζάκι. Με βάζεις σε μια μπότα και με πουλάς φορώντας το ψεύτικο χαμόγελο σου – άραγε εάν κοιτάξω από κάτω θα βρω την ημερομηνία λήξης ?

Αυτή λοιπόν είναι η δικιά σου εξέγερση ?

Χριστούγεννα….

Ένα δάκρυ για σένα

Είναι ένα δάκρυ συμπόνιας

Ένα δάκρυ για έναν άνθρωπο μικρό

“Η μνήμη είναι ισχυρότερη από την καθημερινή απουσία της παρουσίας.”

OTTO

ΜΙΑ ΝΟΤΑ κρεμασμένη ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Μίλησε μου για μουσική – μίλησε μου για μια νότα που χτυπάει στον τοίχο και ανακλάτε στο χώρο… Η μουσική με κάνει και σκέφτομαι – η μουσική με κάνει και εκφράζομαι – ξεσπάω – μιλώ – εκφράζω τις φανταστικές μου σκέψεις – «για το διαστημικό ψάρι που κάνει βόλτες στον ουρανό» . Οι στίχοι είναι η φωνή μου – οι νότες οι φωνητικές χορδές. Κρεμάω μια νότα στο μπαλκόνι…εάν την δεις τότε μπορείς να καταλάβεις γιατί το κάνω αυτό… Απλά δεν μπορώ να σου πω περισσότερα παρά μόνο ότι σε σκέφτομαι που και που…η σκέψη των ματιών σου προσθέτει μερικές νότες στο μυαλό… μια σκέψη άλλοτε πιο έντονη – άλλοτε πιο χαλαρή – μέχρι να έρθει η σκέψη που σε προσγειώνει στην πραγματικότητα. Είμαι ρεαλιστής και ορθολογιστής αλλά η νότες δεν υπακούουν σε κανενός είδους κανόνες…απλά ξεχύνονται στο κενό και αναζητούν τους δέκτες τους…κρατώ λοιπόν μια από αυτές για σ’ένα…την πιο ανυπάκουη – την πιο αναρχική…θα την αφήσω εκεί – κρεμασμένη στο μπαλκόνι -…

ΟΤΤΟ

Αχ, τι ωραία! Ήρθε το καλοκαίρι! Ειδικός εξολοθρευτής σύγχρονων βαμπιριών

Βέβαια, δεν είναι όπως στην αρχή. Έχω πάρει τα μέτρα μου. Άσε που έχω εξασκηθεί πλήρως πάνω σε αυτό. Θα μπορούσε να πει κανείς πως είμαι ειδικευμένος.

Ξεκινάω τη διαδικασία από νωρίς. Ανοίγω λίγο τα παράθυρα κατά τη διάρκεια του μεσημεριού και φροντίζω να τα κλείνω έγκαιρα. Αν ωστόσο, προλάβει να μπει κάποια μύγα, ξέρω να τη στέλνω από κει που ‘ρθε. Το απόγευμα και το βράδυ, μένουν όλα τα παράθυρα κλειστά. Αν έχει δα τόση ζέστη, ανοίγω λίγο ένα παράθυρο, αλλά τα πατζούρια μένουν ερμητικά κλειστά! Άλλο τρόπο δεν έχουν να μπουν μέσα, παρά μόνο από τις μικρές τρυπίτσες του πατζουριού, τη χαραμάδα της πόρτας ή την κλειδαρότρυπα. Ανοίγω άλλη μια μπύρα να φουσκώσω, αφού να μεθύσω δεν μπορώ. Δεν παίζει και κάνα «τσιγάρο» και άστα να πάνε…

Κι ενώ είμαι σίγουρος πως στο σπίτι δεν υπάρχει ούτε ένα, νάσου κάνει την εμφάνισή του. Το σκοτώνω. Σκοτώνω κι ένα δεύτερο στην τουαλέτα που πήγα να κατουρήσω και πάω να ξαπλώσω. Μια φαγούρα στη μέση και στον ώμο, μαρτυρούν πως με έχουν τσιμπήσει δυο. Σκέφτομαι πως θα ήταν αυτά τα δυο που σκότωσα κι έτσι ξαπλώνω και βάζω να δω μια ταινία με ζόμπι που έκλεψα παράνομα από το ίντερνετ. Εκεί, βουίζει ένα στα αυτιά μου. Δεν είναι δυνατό! Αν και νυστάζω πολύ και δεν θέλω να χαλάσω με τίποτα τη χαλαρότητά μου, ανάβω το φως και παρατηρώ προσεκτικά το χώρο γύρω. Δεν μου ξεφεύγουν, τα έχω μάθει καλά. Γαμημένα βαμπίρια θα σας αφανίσω!

Οι τοίχοι έχουν διάφορα άλλα σκοτωμένα από προηγούμενες φορές. Αποτελούν την ταπετσαρία μου. Ξέρω όμως και δεν τα μπερδεύω με τα ζωντανά. Άλλωστε είμαι ειδικός εξολοθρευτής σύγχρονων βαμπιριών!

Στην αρχή μοιάζει άφαντο, αλλά δεν είναι. Με μια πιο προσεκτική ματιά, το βρίσκω! Σημαδεύω με το χέρι μου και το σκοτώνω. Κι εκεί που νόμιζα πως θα ησύχαζα για σήμερα, παίρνει το μάτι μου ένα ακόμα. Αυτό με παιδεύει λίγο παραπάνω, αλλά το πετυχαίνω κι αυτό. Επιτέλους! σκέφτομαι και πάω για κατούρημα πάλι. Γαμημένες μπύρες… Εκεί βρίσκω άλλα δυο. Κατουράω και  τα σκοτώνω κι αυτά. Είναι και μεγάλα τα μπάσταρδα! Ας ελπίσουμε πως ήταν τα τελευταία για σήμερα, σκέφτομαι και πάω ψόφιος για ύπνο. Και πραγματικά, το βράδυ, δεν με ενόχλησαν άλλο, ή αν το έκαναν, δεν πήρα χαμπάρι γιατί κοιμόμουν.

Το πρωί που σηκώθηκα για κατούρημα, σκοτώνω άλλο ένα! Μα, από πού μπαίνουν τα γαμημένα; Πάω να φτιάξω καφέ και σκοτώνω άλλα δυο. Ήμουν σίγουρος πως το σπίτι δεν έχει ούτε ένα. Αποφασίζω αυτή τη φορά να μην ανοίξω καθόλου τα παράθυρα. Να δούμε, πόσα θα βρω πάλι σήμερα…

Ερωτήσεις κατανόησης κειμένου:

1. Πόσα βαμπίρια σκότωσε ο ήρωάς μας;
Μονάδες 2
2.       4.       6.      Περισσότερα; (σημείωσε πόσα)______
2. Πόσες φορές κατούρησε ο συγγραφέας;_______
Μονάδες 2
3. Κατά τη γνώμη σας, του αξίζει ο τίτλος του εξολοθρευτή βαμπιριών;
(δικαιολογήστε την απάντησή σας)
Μονάδες 2
4. Τι είναι τα σύγχρονα βαμπίρια κατά τη γνώμη του συγγραφέα;
Μονάδες 2
5. Πόσο καιρό έχει να μαστουριάσει ο συγγραφέας;
Μονάδες 2
6. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα βγάζατε τη ψωλή σας να την παίξετε χωρίς να φοβάστε κάνα μυστήριο τσίμπημα;
Μονάδες 2
7. Εσείς τι θα κάνατε σε παρόμοιες συνθήκες;
(αναπτύξτε την απάντησή σας σε 400 λέξεις)
Μονάδες 8

Σημείωση συγγραφέα:

Σιχαίνομαι να μιλάω για σοβαρά πράγματα. Όλοι όσοι προσπαθούν να πουν κάτι σοβαρό, λένε ένα σωρό ανοησίες και παπαρολογούν χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Προτιμώ να μιλάω για ανοησίες που είναι ουσιαστικά πιο ουσιαστικές από τις «σοβαρές» κουβέντες κάποιων, γιατί δεν θέλουν να αποδείξουν τίποτα και είναι ευθέως  κατανοητές και πολλές φορές πιο έξυπνες. Συνήθως έχουν και αρκετή δόση χιούμορ που εκλείπει από τις άλλες τις κουβέντες, αυτές τις σοβαρές. Γι’ αυτό λοιπόν, βάλτε τη σοβαρότητα στον κώλο σας!

Κώλο;

Είπα κώλο;

Αμάν!

Καύλωσα πάλι!

Πάω να τραβήξω μια μαλακία!

Μοιχάλης Μοίχος


*περισσότερο Μοιχάλή Μοίχο εδώ

Σκοτάδι

Σκοτάδι… περιπλανιέμαι στην πιο κακόφημη περιοχή της πόλης. Γύρω μου βλέπω μετανάστες, πουτάνες, έμπορους, νταβατζήδες, πρεζόνια που ψάχνουν απεγνωσμένα για μια δόση, πιστεύοντας πως θα νιώσουν όμορφα παρόλο που βαθιά μέσα τους ξέρουν πως αργοπεθαίνουν… εγώ συνεχίζω να περπατώ αμέριμνη και αποφεύγω να κοιτάξω τον οποιονδήποτε στα μάτια. Δε θέλω να αντικρίσω τα μάτια τους. Θα δω μια άσχημη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα γεμάτη πόνο. Δεν ξέρω γιατί βγήκα εκείνη τη νύχτα και ειδικά σε αυτή την περιοχή. Δε φοβάμαι. Δε νιώθω τίποτα. Σε περίπτωση που μου επιτεθεί κάποιος έχω ένα μικρό σουγιά που καβάτζωσα πριν φύγω από το πατρικό μου. Αυτό ήταν το μόνο που πρόλαβα- ή  σκέφτηκα  αν θες – να πάρω. Είμαι μαυροντυμένη για να μη φαίνομαι στο σκοτάδι. Βλέπω άτομα να έχουν όπλο πάνω τους. Ωστόσο με αφήνουν ασυγκίνητη και δε φοβάμαι.

Φίλους δεν έχω. Κάποτε είχα μια φίλη. Μελίνα την έλεγαν. Από τότε που έφυγα από το σπίτι μου την έχασα. Μάλλον καλύτερα που την έχασα. Ίσως να με πλησίαζαν μέσω αυτής. Με κυνηγάει εδώ και κάτι μήνες η αστυνομία για μικροκλοπές και έναν φόνο τον οποίο εγώ διέπραξα για να σωθώ. Προσπάθησε να με χτυπήσει και να με βιάσει. Γυρεύοντας πήγαινε… ο σουγιάς μου έγινε ένα με το απαίσιο και βρώμικο σώμα του 12 φορές περίπου. Αρκετές για να συναντήσει τον δημιουργό του. Η αστυνομία ξέρει το πραγματικό μου όνομα. Κάποιος καριόλης πρέπει να με είδε την ώρα που τον σκότωνα και να με κάρφωσε. Ίσως αν μάθω ποιος είναι να τον κανονίσω.

Μέχρι πριν από αυτό το γεγονός πίστευα πως δεν με ξέρει κανείς (τέλεια κάλυψη). Μετά από αυτό έγινα αρκετά γνωστή… κακό αυτό. Στην πιάτσα ακούγεται πως με αναζητά κάποιος Jameson. Αρκετά γνωστό όνομα στο κεφάλαιο «μαφία». Παραξενεύτηκα. Τι μπορεί να με ήθελε;; φυσικά δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω. Για καλό δεν ήταν και εννοείται πως δεν ήθελα να συνεργαστώ με κανέναν γιατί η ζωή μου έχει μάθει πως ούτε στον κώλο σου δεν πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη. Παρόλο που ήξερα που να τον βρω δεν έκανα τον κόπο να πάω. Δεν με ένοιαζε. Απλά έγινα πιο προσεκτική για να μη μπλέξω. Ήξερα πως θα ήταν κάτι με ναρκωτικά. Δε θέλω να ξαναμπλέξω με αυτό το διάολο. Έφτασα στο χείλος του γκρεμού και παραλίγο να πέσω. Τελευταία στιγμή έκανα πίσω. Ήμουν σε άθλια κατάσταση. Σε μια τέτοια κατάσταση με βρήκε το μουνί που πήγε να με βιάσει και πέθανε.

Μα γιατί να συνεχίζω να ζω έτσι; Μπορώ να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου αλλά για κάποιο λόγο δεν το κάνω. Είναι κάποια δύναμη που με κρατάει.

Το ίδιο πρωί καθώς περπατούσα, παραπάτησα και έπεσα πάνω σε κάποιον και μαζί πέσαμε κάτω. Φάνηκε αρκετά ευγενικός και ήρεμος παρόλο που τον είχα ρίξει κάτω επειδή στραβοπάτησα. Με το πέσιμο ψιλοχτύπησα το πόδι μου. Το κατάλαβε και μου είπε αν είναι να πάμε για έναν καφέ να ηρεμήσω. Φυσικά αρνήθηκα. Ήταν ένας άγνωστος και δεν έπρεπε να μαθευτεί η ταυτότητά μου. Επέμεινε. Τελικά πήγαμε. Εγώ δε μιλούσα πολύ. Τον έλεγαν Νίκο. Υπέθεσα πως είναι ένας απλός άνθρωπος και δεν έχει καμιά σχέση και τίποτα κοινό με εμένα. Όλα αυτά που έλεγε ακούγονταν normal αν και το ένστικτο μου, μου έλεγε πως κάτι πάνω του ήταν ψεύτικο. Τον ακολούθησα. Δεν το πίστευα. Έμενε λίγο παρακάτω από μένα. Ρώτησα και έμαθα πως αυτός ο άνθρωπος  δούλευε για έναν μεγάλο έμπορο ναρκωτικών… μάντεψε ποιον… Jameson. Τι να θέλει πια αυτό το μπαστάρδι; Είμαι σίγουρη πως δεν ήρθε τυχαία στο δρόμο μου αυτός ο Νίκος. Σταμάτησα να κυκλοφορώ για ένα διάστημα. Μετά από έναν μήνα που άρχισα να βγαίνω πάλι στην πιάτσα έμαθα πως ο Jameson δολοφονήθηκε. Μάλλον καλύτερα έτσι… έφυγε ένας μπελάς από το κεφάλι μου. Συνεχίζω να περιμένω τα επόμενα γεγονότα στη ζωή μου. Ελπίζω να μη συμπεριλαμβάνουν φόνους, ναρκωτικά, μαχαίρια και βιασμούς…

Back to reality….                                                                   3k 😉

*διαβάστε ακόμα από την Κατερίνα:  «πειρασμός=????»

*δημοσιεύτηκε στο έβδομο τεύχος του κώλου

Σαπουνόπε(τ)ρα

-Πες μου! Με απάτησες και κοιμήθηκες με αυτή τη γυναίκα?

-Ναι, το ομολογώ! Κοιμήθηκα με αυτή τη γυναίκα!

-Αχ, δεν το πιστεύω ότι κοιμήθηκες με αυτή τη γυναίκα!

-Κι όμως, είναι αλήθεια, κοιμήθηκα με αυτή τη γυναίκα!

-Πως μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό και να κοιμηθείς με άλλη γυναίκα?

-Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε και κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα.

-Ώστε παραδέχεσαι ότι ήταν λάθος σου που κοιμήθηκες με άλλη γυναίκα?

-Όχι, δε σ’ αγαπώ, για αυτό κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα!

-Και μου το λες έτσι κατάμουτρα ότι κοιμήθηκες με άλλη γυναίκα?

-Εμ, αφού κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα.

-Ο πόνος μου είναι αφόρητος όμως, επειδή κοιμήθηκες με άλλη γυναίκα.

-Δοκίμασε κι εσύ να κοιμηθείς με άλλη γυναίκα.

-Όχι, δεν μπορώ να αντέξω τον πόνο και να κοιμηθώ με άλλη γυναίκα. Αλλά θα δέσω μια πέτρα στο λαιμό μου και θα βουτήξω στη θάλασσα.

-Εγώ επιμένω να ξανασκεφτείς το ενδεχόμενο να κοιμηθείς με άλλη γυναίκα. Δε χρειάζεται να φτάσεις στα άκρα.

-Όχι, δεν θα κοιμηθώ με καμία γυναίκα. Ο μόνος εραστής μου θα είναι ο βυθός της θάλασσας. Θα δέσω ένα βράχο στον λαιμό μου και θα πάω να τον ανταμώσω.

-Ο αφρός το νεκροκρέβατό μου, το οποίο θα σέρνουν εφτά σκυθρωπές γοργόνες, που θα βγάζουν μπουρμπουλήθρες από τ’ αφτιά. Και το πιο άσχημο και κακόμοιρο βότσαλο

θα είναι ο αιώνιος τάφος μου. Αντίο Αδάμ….

-Να σου πω, αν οι γοργόνες έχουν μικρά βυζιά δεν έρχομαι στην κηδεία, ξηγημένα πράγματα….

-Άι στο διάολο Αδάμ…

-Ρε Εύα γαμώ, περίμενε, δεν απάντησες στην ερώτησ…

Πλάτς!!!

Ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης αντήχησε σε όλο τον κήπο: Οοοοοοουφ!!

Μυστήριο πράγμα οι γυναίκες. Κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο τραγική η κατάσταση. Η σχέση μας έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Μάλλον ήρθε η ώρα να χωρίσουμε.

Πρέπει να σκεφτώ όμως για να της το φέρω όσο πιο απότομα γίνεται… Τέλοσπαντων, άντε να δούμε πώς θα αυτοκτονήσει και αύριο… Βρε λες να της πω ότι

είμαστε αθάνατοι? Δε γαμιέται, άστηνε να παιδεύεται, πλάκα έχει.

Θοδωρής

*διαβαστε ακόμα τα «ποιήματα» και τα «κείμενα» του Θοδωρή καθώς και τις ιστορίες:

«ο χορός των αρλεκίνων» & «ο δέσμιος του σκότους»

*δημοσιεύτηκε στο κολοτεύχος #7

O ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ ΤΟΥΛΗΣ ΜΕ ΤΟ ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΜΟΛΥΒΙ

Ήταν ίσως μια από τις πιο κρύες νύχτες του χειμώνα στο βόρειο Κάρντιφ. Το παλάτι της Ελισάβετ Μακ Πούτσου, γυναίκα του γνωστού και πλούσιου λόρδου της Τασκένδης Σερ Μακ Πούτσο της μεγάλης οικογένειας Μακ Πούτσιδων, έμοιαζε απόκοσμο και τρομαχτικό… Από τότε που πέθανε ο Σερ Μακ Πούτσος ο 2ος,η βίλα έμοιαζε με νεκροταφείο. Ο μόνος άνθρωπος που είχε μείνει να βοηθάει την πλούσια χήρα, ήταν ένας ξερακιανός και μακρυγένης Τούλης. Ένας άντρας φιλόδοξος, μνησίκακος και τρελά ερωτευμένος με την δις Μακ Πούτσου. Από το πρωί εκείνης της σκοτεινής και μουντής μέρας, η πλούσια χήρα είχε την εντύπωση ότι κάποιος την παρακολουθεί… Με την αισθησιακή και ξινή φωνή της φώναξε «Τούύύύύύύληηηηηηη!!!!!» Πέρασαν 2 δευτερόλεπτα και ο Τούλης έσκασε μύτη. «Τι θα θέλατε κυρία?» είπε και ρουθούνισε καθώς η μακρουλή, μυτερή και τριχωτή μύτη του ανεβοκατέβαινε… «Είναι 10και2, που είναι το τσάι??? Άργησες 2 ολόκληρα λεπτά!!!» αποκρίθηκε εκείνη. «Τσάι θες μωρή?Ελα ρούφα την τουλίπα μου!!!». Η πλούσια, αθώα, Μακ Πούτσου καθώς δεν γνώριζε τι σημαίνουν αυτά που είπε ο Τούλης, επανέλαβε «Το τσάι μου γρήγορα!» μόνο όταν αυτός έβγαλε το μεγάλο μηχανικό και μυτερό μολύβι, κατάλαβε τις προθέσεις του… «Τι είναι αυτό το δολοφονικό και αιχμηρό όπλο που έβγαλες από την τσέπη του σμόκιν σου??» είπε η πλούσια χήρα. «θες να λύσεις σταυρόλεξο, Τούλη?». «Ναι, θα λύσω σταυρόλεξο στο βαθύ λαρύγγι σου!!» είπε ο Τούλης νευριασμένος. «Είδες? Όλα τα καταλαβαίνω… είμαι πολύ έξυπνη… Άμα θες βοήθεια φώναξέ με!!!» είπε. «Ναι θέλω βοήθεια… Λοιπόν, τρελή, κωλόγρια, με πολλά λεφτά που θέλει κάποιος να την βιάσει και να την καθαρίσει… Με 10 γράμματα» είπε αυτός και γυάλιζε το μάτι του. «Κάτσε να σκεφτώ…εεε……10 γράμματα……… Έχει τουρμποκίνητη άμαξα με 10 άλογα όπως εγώ???» ρώτησε η δις Μακ Πούτσου. «Ναι!» απάντησε ο Τούλης… «Έχει αισθησιακή και ξινή φωνή σαν εμένα??» ξαναρώτησε… «Ναι μωρή!!!» ξανά απάντησε εκείνος… «Είναι και χήρα?». «Ναι γαμω την πουτάνα σου!!!».είπε εξοργισμένος ο Τούλης. «Έχει πάει με 100.000 διαφορετικούς άντρες???».«Ναι… Εγώ όμως είμαι έξω από αυτούς.» είπε ο Τούλης. Μετά από πολύ σκέψη αποκρίθηκε η πλούσια Μακ Πούτσου «Αααα!!!Δεν ξέρω για ποια λες!!Δύσκολα μου βάζεις!!!».Τότε, εξοργισμένος ο Τούλης πατώντας μία φορά το μηχανικό μολύβι ΗΒ, της το κάρφωσε στο δεξί της μάτι ξεριζώνοντας το και κόβοντας τα νεύρα του με τα δόντια του… «Ποια να είναι… ποια να είναι…» συνέχισε να αναρωτιέται εκείνη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Τούλης της κάρφωσε το μηχανικό μολύβι στο αφτί με αποτέλεσμα 8 κιλά κολλώδες πύον να πεταχτεί στο καινούριο σμόκιν του Τούλη. «Νομίζω ότι ξέρω ποια είναι… Μίλα μου όμως από το αριστερό αυτί γιατί δεν ακούω καλά…» αποκρίθηκε εκείνη… Λυσσασμένος ο Τούλης φώναξε «Εσύ είσαι!!!!!!!» ενώ κάρφωνε το μολύβι στο δεξί μαστό της με αποτέλεσμα πιτσιλιές γάλατος να εκσφενδονιστούν πάνω στο ήδη γεμάτο πύον σμόκιν του Τούλη… Τότε ο Τούλης της καρφώνει και το δεύτερο μολύβι στην κοιλιά με αποτέλεσμα να της ξεριζώσει τα εντόσθια και να χυθούν στο πάτωμα… Μια λίμνη αίματος δημιουργήθηκε γύρω από το ανοιγμένο και πλέον νεκρό σώμα της Μακ Πούτσου… «Γαμώτο! Πρέπει να το πάω στο καθαριστήριο τώρα!!!!» είπε ο Τούλης και την αυνάνισε με το μηχανικό του μολύβι… Τρείς μήνες μετά… αφού το χιόνι έλιωσε… η τραβεστί γειτόνισσα πήγε να κεράσει την γριά μηλόπιτα… Βρήκε την γριά νεκρή… Μια κάρτα απεριόριστων πλυσιμάτων του καθαριστηρίου της γειτονιάς με το όνομα Τούλης, μια ταυτότητα και ένα πιστοποιητικό γεννήσεως του Τούλη και στο μαγνητόφωνο του δωματίου ακουγόταν το εθνικό λαϊκό άσμα «Την σκότωσα γιατί την αγαπούσα»… Η Αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να διαλευκάνει την υπόθεση………

By Afro

διαβάστε και «την όλο βλάβες Λολίτα»

*δημοσιεύτηκε στο τεύχος #4 που μπορείται να κατεβάσετε από εδώ

“ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΟΥΡΑΝΟΣ”

Παραπατώ. Σκοτάδι. Φεγγάρι χαμένο στον πάτο του μπουκαλιού του κύριου Δ. Μιζέρια. Τι έχω να χάσω. Τα πάντα έμοιαζαν ξένα απόψε. Μα πιο πολύ αιμορραγούσε η αγάπη. Η αγάπη. Χα! Ο κύριος Δ γέλασε μέσα στη μέθη του. Όλα ψέματα απ’το πρώτο χαμόγελο στο τελευταίο δάκρυ για την πιο γλυκιά ανάμνηση που γεννά φρικτές μνήμες. Οι περαστικοί πνιγμένοι στη λήθη περιγελούσαν τον κύριο Δ. Ένα κύριο που διάλεξε να γίνει ουρανός. Μάταιος κόπος, καθώς όλοι του έκοβαν τα φτερά. Πόσο θλιβερό ένας ζωντανός άνθρωπος στον κόσμο των νεκρών. Θλιβερό και ελπιδοφόρο συνάμα. Θα καταφέρει να αναστήσει κάποιον ή θα πεθάνει κι αυτός; Κάποιος δήθεν εύσπλαχνος στην υποτιθέμενη προσπάθειά του να βοηθήσει, τον παροτρύνει να του εξιστορήσει τα γεγονότα με τη σειρά. Ένα δάκρυ σιωπηρά κύλησε απ’το μάτι του Δ.-του πρώην κυρίου-. Ένα τόσο παρανοϊκό γέλιο που καταντούσε ασθενικό. Σειρά; Ψιθύρισε. Δεν υπάρχει σειρά, δεν υπάρχει λογική, δεν υπάρχει αγάπη. Μεθυσμένα λόγια, αλλά τόσο αληθινά. Τυφλοί ακροβάτες είστε όλοι, του λέει ο Δ., που ισορροπείτε σε τεντωμένο σκοινί πάνω από κύματα τσιμέντου, και το κοινό σας… Χα. Το κοινό σας προκειμένου να σκοτώσει την ανία του παρακαλάει να πέσετε… Το κοινό σας γαμιέται μέσα σε μια τουαλέτα ενός κλαμπ, έχοντας ρουφήξει γραμμάρια κοκαΐνης. Είσαι χαρούμενος, λοιπόν; Ποιος είναι η πουτάνα, σίγουρα όχι η γυναίκα που πουλά το κορμί της για να ζήσει. Εσύ είσαι. Συμβιβασμένε. Πήγαινε να κοιμηθείς. Αύριο το πρωί δουλεύεις. Χτυπάς κάρτα. Όχι δεν είμαι τρελός. Απλά έχω ξυπνήσει. Δεν ξέρεις τι λες άνθρωπε μου, είπε διστακτικά με τρεμάμενη φωνή ο συνομιλητής. Μάταιος κόπος είπε ο Δ.

Ξημέρωσε. Δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Ένιωθε ένοχος. Κανείς δεν παίρνει την ευθύνη των πράξεων του, κι έτσι την επωμίζεται όλη αυτός. Κοίταξε απ’το παράθυρό του τον ουρανό που ήταν πυκνοκατοικημένος από σύννεφα νευριασμένα έτοιμα να ξεσπάσουν σε ένα ανοιξιάτικο μπουρίνι. Πήρε ένα βιβλίο απ΄την βιβλιοθήκη. Ήταν σκονισμένο. Όχι από απλή σκόνη αλλά από μνήμες. Το φύσηξε. Μάταιος κόπος. Βραδυκίνητες αναμνήσεις πεισματάρες δεν έλεγαν να φύγουν απ’το μυαλό του, απ’το βιβλίο. Το άφησε στην άκρη. Ήταν φοβισμένος. Γυρνάει και μου λέει ότι ο κόσμος είναι ψέμα. Το κοίταξα σιωπηλός και περίλυπος. Δε μπορούσα να του αλλάξω γνώμη. Αυτό το ήξερα, κι έτσι δεν προσπάθησα. Πήρε ένα άλλο βιβλίο, το οποίο βρισκόταν μόνο του, σχεδόν ταλαιπωρημένο πάνω σε ένα ράφι. Τσαλακωμένο. Πρέπει να ήταν του Κάφκα. Δε θυμάμαι πλέον, έχει περάσει καιρός. Αυτό το βιβλίο μου λέει είμαι εγώ. Δεν καταλάβαινα. Το πήρε και διάβαζε ως τη νύχτα. Αργότερα κατεβήκαμε απ’το σπίτι του, και κάναμε μια βόλτα στην πόλη. Όχι σε όλες τις περιοχές. Μόνο στις κακόφημες. Ο κόσμος φοβάται. Φοβάται τον τοξικομανή, τον ξένο, τον άρρωστο. Είναι ομοφοβικοί οι άνθρωποι μου λέει. Φοβούνται μόνο όσους είναι ίδιοι με αυτούς, γι’αυτό τους αποφεύγουν. Γι’αυτό αποφεύγουν τους εαυτούς τους. Με καληνύχτισε και έφυγε με ταχύ βηματισμό. Θα γίνω, μουρμούριζε, ναι θα γίνω.

Το επόμενο πρωί πήγα στο διαμέρισμά του. Δεν τον βρήκα εκεί. Έκανα τον γύρω τις πόλης. Τον βρήκα στο πιο απρόσμενο μέρος. Σε ένα καφέ που μαζεύονταν πλούσιοι κύριοι, και ακριβοντυμένες κατίνες οι οποίες κοιτούσαν μόνο ψηλά. Ποτέ αριστερά ή δεξιά. Ίσως τις εμπόδιζαν οι παρωπίδες. Ξάφνου είδα τον Δ. Με προσκάλεσε. Ήταν πάντα φιλικός μαζί μου. Ακόμα αναρωτιέμαι το γιατί. Ήταν ντυμένος με το ίδιο σακάκι εδώ και ένα μήνα. Η ανάσα του μύριζε ουίσκι. Όνειρα, μου είπε. Είμαι παλιάτσος. Είμαι ένας κλόουν που διασκεδάζει τους νεκρούς. Μα με ανοιχτά μάτια, μονολογούσε δυνατά. Παραληρούσε. Όλα τα βλέμματα είχαν καρφωθεί πάνω του. Οι κύριοι ενοχλημένοι κάλυπταν την βρωμιά τους καλώντας την αστυνομία να έρθει να συλλάβει τον διαφορετικό. Τι ήταν; Ένα αυτόνομο πιόνι στη σκακιέρα. Οι κυρίες έκλειναν την μύτη τους για να αποφύγουν τη δυσοσμία του Δ. Φοράτε μάσκες οξυγόνου για να αναπνεύσετε, φώναζε ο Δ. με μακρόσυρτη λεπτή φωνή, σχεδόν σαν τσιρίδα. Μάσκες οξυγόνου όμως στις νεκροκεφαλές σας. Θα γίνω. Γίνε και συ. Σίγουρα το σκέφτηκες. Σίγουρα. Αγάπησε το μαύρο, αγάπησε το ξένο, αλλά πρώτα αγάπησε εσένα το λευκό, το λευκό του νεκρού και άσε τα φωτεινά χρώματα για αύριο, για πάντα. Όσο για μένα διαλέγω το γκρι. Πότε μαύρο, πότε άσπρο. Γίνε και συ. Εγώ θα γίνω ουρανός. Πάντα ήθελα. Γίνε και συ. Όχι ουρανός. Γίνε αστέρι, γίνε χάος, γίνε μηδέν, γίνε τα πάντα. Στο χέρι σου είναι. Από δω και μπρος θα ‘μαι πάντα από πάνω σας. Θα σας ξυπνάω και θα σας κοιμίζω, είπε κάπως βραχνά και ξεψύχησε. Ευτυχώς, βροντοφώναξαν όλοι οι θαμώνες. Πάει ο τρελός. Εγώ όμως το ήξερα ότι έγινε. Όχι απλά έγινε, αλλά έγινε ουρανός. Μου το είχε πει. Δε μπορεί να έλεγε ψέματα.

Τώρα εσύ αναγνώστη, μην θρηνήσεις για τον Δ. τον τρελό, τον τσαρλατάνο, αλλά αν και λίγο απλά τον ένοιωσες και αγάπησες, Γίνε και συ, Γίνε ότι ονειρεύεσαι.

Σπύρος

διαβάστε και άλλη μια ιστορία του Σπύρου εδώ

*δημοσιεύτηκε στο έκτο τεύχος του περιοδικού Το Κόλο

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΡΛΕΚΙΝΩΝ

Θυμάμαι να είχα κοιμηθεί… είμαι σίγουρος… σε κάποια φάση, σαν να ξύπνισα από μια βαθιά νάρκη, βρέθηκα όρθιος να περιφέρομαι στο κατασκότεινο δωμάτιό μου…τι σκατά…τι κάνω εγώ τώρα εδώ;…τι υποτίθεται ότι κάνω;;; και τότε εμφανίστηκαν, άσπρα σημάδια αρχικά, μετά άρχισαν να παίρνουν σχήμα, μετά σώμα…τώρα χορεύουν γύρω μου… σκοτεινές φιγούρες στριφογυρίζουν γύρω μου και τραγουδούν ρυθμούς που μάθανε στην κόλαση…αρλεκίνοι…νόμισα ότι είναι ψεύτικοι, ηλίθια δημιουργήματα της άρρωστης φαντασίας μου…πλησιάζω έναν και ακουμπώ την παλάμη μου στην άσπρη μάσκα του, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να εξαφανιστεί…Κι όμως, δεν φεύγουν! Το χέρι μου αγγίζει μια γλιστερή, παγωμένη επιφάνεια…γελάει! Γελάνε όλοι τους! Δεν μπορεί! Δεν μπορεί να είναι αληθινοί! Τσιρίζω σαν κοριτσάκι…Τώρα ξαναπιάνουν το χορό και το τραγούδι τους και με τραβάνε μαζί τους. Με παρασέρνουν στο ξέφρενο καρναβάλι…γύρω γύρω…παράξενο, το δωμάτιό μου δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλο…μου προσφέρουν μια μάσκα και τη φοράω…φέρτε μου κι ένα καπέλο…να γίνω αρλεκίνος σωστός…

Ωραία, τώρα καλύτερα… Γνωστοί πλέον οι ρυθμοί…ξέρω μέχρι και τα λόγια…Πώς γίνεται αυτό δεν ξέρω… Τώρα μόνο να τραγουδώ ξέρω και να στριφογυρίζω…γύρω γύρω…ελάτε όλοι στο χορό γαμώ τη λογική σας…γύρω γύρω…

Και το σκοτάδι κατάπιε το τρελό κοπάδι των χορευτών δίνοντας το σκήπτρο στο φως και την περιορισμένη ανθρώπινη λογική που λίγα βλέπει, λίγα πιστεύει και πάρα πολλά αγνοεί… Ρώτα όποιον θες, θα σου πει ότι η ιστορία αυτή είναι ψεύτικη…Και πώς το ξέρει? Εγώ λέω ότι είναι αληθινή… Όμως εγώ έχω δει και ξέρω… Και μη νομίσεις ούτε στιγμή ότι η ιστορία αυτή είναι ψεύτικη…Δεν θες να δεις τι υπάρχει κάτω από τη μάσκα… Συνέχισε αν θες να μην πιστεύεις, μέχρι το βράδυ που θα τους ακούσεις να σε καλούν κι εσένα στο χορό τους…

Come on, little boy

move your fucking ass

come join the harlequins

in our crazy dance!

(οι αρλεκίνοι δεν ξέρουν ελληνικά!!!)

Θοδωρής

*από το πέμπτο τεύχος του περιοδικού ΤΟ ΚΟΛΟ

Ο «ΣΑΤΥΡΟΣ» ΚΑΙ Η «ΑΦΡΟΔΙΤΗ»

Η «Αφροδίτη» λατρεύει τον πούτσο μου. Όποτε βρισκόμαστε δεν χάνει ευκαιρία και μου το αποδεικνύει όπως μόνο αυτή ξέρει. Ήμουνα σάτυρος και πριν τη γνωρίσω αλλά αφότου τη γνώρισα έγινα και νάρκισσος. Όταν βρισκόμαστε αρέσκομαι να της πειράζω συνέχεια το μουνάκι,  παιχνιδιάρικα στην αρχή για να την καυλώσω κι έπειτα να της δείχνω τι ζημιά έκανε! Δηλαδή της επιδεικνύω το καυλωμένο πέος μου σαν γνήσιος νάρκισσος και σάτυρος και την προκαλώ να απολαύσει την ομορφιά του.  Έτσι αρχίζει η ιεροτελεστία μας.

Στην αρχή, ενώ κάθεται και το θαυμάζει, μου λέει να το κρύψω και να ντυθώ. Κάνει τη δύσκολή αλλά ξέρω πως δε μου χαλάει χατίρι. Εγώ της λέω εντάξει, αρκεί πρώτα να το χαϊδέψει λίγο. Τότε έρχεται κοντά κι αρχίζει να με χαϊδεύει απ’ τα αρχίδια μέχρι πάνω δίνοντας μου αυτά τα καυτά φιλάκια που προδίδουν ασυγκράτητο πάθος και πολύ μεγάλη καύλα. Τότε με βάζει να καθίσω άνετα στον καναπέ κι επικεντρώνει όλο το ενδιαφέρον της στον πούτσο μου που ήδη κοντεύει να εκραγεί από καύλα. Αρχίζει λοιπόν να τον γεύεται φιλώντας πρώτα το πουτσοκέφαλο. Εγώ νοιώθω το γλυκύτατο και καυτό φιλί της με αυτή την μαλακή γλώσσα να σαλιώνει με πόθο τον πούτσο μου, κατεβαίνοντας σιγά-σιγά προς τα αρχίδια, όπου μένει κι εκεί λίγο για να μην τα αφήσει παραπονεμένα. Έπειτα  χρησιμοποιώντας μόνο τη γλώσσα και τα χείλη, ανεβαίνει αργά και βασανιστικά προς το πουτσοκέφαλο ενώ κάνει κι εκεί μια στάση. Τώρα είναι ώρα να τον βάλει ολόκληρο στο στόμα της κάνοντας με να πεθαίνω από καύλα. Σιγά-σιγά…όλο! Αρχίζει λοιπόν ρυθμικά αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας και τα δόντια της που το βρίσκω τρομερά ερεθιστικό. Έχει αποκτήσει εξαιρετική τεχνική κι έτσι δεν φοβάμαι μην τυχών και μου τον δαγκώσει κι έτσι νοιώθω όλο το υπέροχο στόμα της στο καυλί μου. Όταν κοντεύω να χύσω το καταλαβαίνει κι έτσι επιταχύνει το ρυθμό ρουφώντας τώρα πιο σφιχτά. Είναι υπέροχα και η ηδονή μου μοιάζει ατελείωτη καθώς φεύγει η πρώτη δόση από σπέρμα στο στόμα της. Έπειτα το βγάζει από το στόμα της έτσι ώστε η υπόλοιπη δόση από σπέρμα να την πετύχει γύρω στο όμορφο πρόσωπο της και να φαντάζει σαν θεά του σεξ με τα χύσια  μου να στάζουν από το στόμα της. Νομίζω πως θα λιποθυμήσω από την ηδονή! Μου λέει να κάτσω εκεί ακίνητος ενώ πάει να πλυθεί και να φέρει χαρτί να καθαρίσει κι εμένα από τα υπόλοιπα χύσια γύρω από το πέος και την κοιλιά μου.

Τώρα είναι η σειρά μου να της δείξω πόσο την ευχαριστώ προσφέροντας της μια παρόμοια ηδονή με αυτή που με έκανε να νοιώσω. Την ξαπλώνω στον καναπέ κι αρχίζω να τη φιλάω παντού. Ξεκινάω από τα χείλη που μου πρόσφεραν όλη αυτή την ηδονή και συνεχίζω στον τρυφερό λαιμό της όπου στέκομαι για λίγο. Κατεβαίνοντας προς τα κάτω, σειρά έχουν τα βυζάκια που είναι τρομερά απολαυστικά. Μπορώ να κάθομαι εκεί με τις ώρες! Συνεχίζω όμως και στην κοιλίτσα που κάνει σπασμούς από τα φιλιά μου. Προχωρώντας προς τα κάτω, περνάω δίπλα από το μουνάκι της φιλώντας την στα μπούτια για να την εξιτάρω περισσότερο και μετά, κατευθύνομαι στην καρδιά της ηδονής της. Τη κλειτορίδα! Εκεί κάνω μεγάλο παιχνίδι. Το μουνάκι της είναι τόσο μούσκεμα, τόσο ζεστό και τόσο γλυκό μαζί, που το απολαμβάνω όσο τίποτε άλλο. Αρχίζω λοιπόν να παίζω με τη γλώσσα μου τα μουνόχειλα της, τη κλειτορίδα, διεισδύοντας  και λίγο στον κόλπο της,  για να γευτώ όλα τα υγρά του οργασμού της, που είναι τόσο νόστιμα…!!!  Έτσι  όπως έχει ανοίξει το μουνάκι της γεύομαι όλη την ομορφιά που μου προσφέρει. Το τρώω κανονικά προσέχοντας μόνο να μην τη φτάσω σε κορύφωση, επιβραδύνοντας τους ρυθμούς ή φυλώντας την για λίγο κάπου άλλού,  και μετά ξανά εκεί. Αυτό το κάνω μέχρι να μου πει πως θέλει αμέσως τον πούτσο μου μέσα της και δεν αντέχει άλλο.

Τότε αρχίζω τη διείσδυση. Καθώς εισχωρώ μέσα της  νοιώθω το θεσπέσιο  μουνάκι της να πλημμυρίζει με καυτά υγρά τον πούτσο μου. Αρχίζω αργά, επιταχύνοντας στην πορεία και μετά ξανά αργά έχοντας σηκώσει τα πόδια της έτσι ώστε να στηρίζονται  από τους ωμούς μου για να έχω έτσι τον απόλυτο έλεγχο. Θέλω να της προσφέρω πάντα την απόλυτη ηδονή και ξέρω πως, όσο κι αν το απολαμβάνει έτσι, αυτή δεν είναι η στάση η οποία έρχεται σε οργασμό.

Αφήνω λοιπόν τη θέση του επιβήτορα για να πάρω τη θέση του πασά, καθώς ξαπλώνω και τη  βάζω  να ιππεύσει πάνω στον πούτσο μου σαν αμαζόνα. Φτάνω τέρμα μέσα της σε αυτή τη στάση κι αυτό την τρελαίνει. Αρχίζει λοιπόν να ιππεύει πάνω στον πούτσο μου. Στην αρχή ρυθμικά και μετά πιο γρήγορα, ώσπου σύντομα χάνει κάθε έλεγχο των κινήσεων της. Σφίγγεται πάνω μου φωνάζοντας από ηδονή με άρρυθμες αλλά δυνατές κινήσεις, κάνοντας τον πούτσο μου να καρφώνεται στο τέρμα του κόλπου της. Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από μια γυναίκα να φτάνει σε οργασμό κάνοντας αυτές τις σπασμωδικές κινήσεις οι οποίες προδίδουν υποταγή αλλά και απόλυτη ελευθερία μαζί. Η ύστατη στιγμή της ηδονής!

Την αφήνω να ηρεμίσει λίγο έχοντας ακόμα τον καυλωμένο πούτσο μου μέσα της . Μετά την γυρνάω στα τέσσερα, που είναι και η αγαπημένη μου στάση, και συνεχίζω να παίρνω το μουνάκι της καθώς τα κωλομέρια της χτυπούν στην κοιλιά μου. Πλαφ πλάφ πλάφ… Α, έχει τέλεια  κωλάρα και με καυλώνει τόσο πολύ ώστε να χύνω πάντα σε αυτή τη στάση! Την κρατάω από τους γοφούς και την πιέζω με δύναμη στο σκληρό μου πέος. Όταν νοιώθω πως θα εκραγώ, βγάζω γρήγορα τον πούτσο μου και χύνω όλη αυτή τη συσσωρευμένη καύλα μου, στα κωλομέρια και την πλάτη της! Έπειτα ηρεμούμε λίγο ενώ ετοιμαζόμαστε για τον επόμενο γύρο. Μετά επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά και ξανά…

Υ.Γ. Ενώ έγραφα αυτό το κείμενο, έκανα ένα διάλειμμα να τον παίξω και μετά συνέχησα.

Μοιχάλης Μοίχος

από το βιβλίο Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου

“Η γατούλα”

(Άλλη μια ιστορία με καύλες, αλκοόλ και χασίς)

Εχθές ήρθε μια φίλη μου σπίτι που γουστάρω πολύ την παρέα της…

Είχε έρθει για να δει κάτι στο ίντερνετ επειδή δεν έχει Η/Υ και να τα πούμε.

Εγώ ήμουνα μόνο με μια βερμούδα και τίποτα από κάτω. Αυτή φορούσε μια πολύ καλοκαιρινή μπλούζα με ραντάκι και τζιν παντελόνι ενώ  στο λαιμό της φορούσε ένα μακρύ κολιέ με γαλάζια κοχύλια που ήταν περασμένο διπλή φορά κι έτσι όπως κρεμότανε στο μπούστο της και της χάιδευε τα βυζάκια, τόνιζε τη γυναικεία φύση της και προκαλούσε τις ορμές μου τόσο που η βερμούδα μου άρχισε φουσκώνει από τον ασυγκράτητο και αχόρταγο πούτσο μου  που είχε, όπως φαίνεται, άγριες διαθέσεις. Οι γονείς μου ήταν μέσα, τις άνοιξε η μάνα μου. Εγώ έπαιζα κιθάρα με πολύ βρώμα στον ενισχυτή και πολύ δυνατά ενώ είχα ξεκουρδίσει σε “ρε” για να ακούγεται ακόμα πιο βαρύς ο ήχος μου κι έτσι δεν την άκουσα που ήρθε. Όταν μπήκε λοιπόν στο δωμάτιο συνέχιζα να παίζω τα χαρντκοράδικα ριφάκια μου κι αυτή με παρατηρούσε. Μετά άφησα την κιθάρα για να ασχοληθώ μαζί της. Μπήκαμε λοιπόν στο ίντερνετ και την άφησα για λίγο να κάνει τη δουλειά της ενώ της έβαζα τραγούδια για να δουλέψει πιο ευχάριστα. Πότε—πότε της αποσπούσα την προσοχή για να της διαβάσω κάποιο ποίημα της Κατερίνας Γώγου ή του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και μετά έβαζα παλιά κομμάτια από Σιδηρόπουλο, Λάκη Παπαδόπουλου και Αριστείδη Μυταρά (γιος του ζωγράφου αλλά πολύ καλός μουσικός). Σε άσχετες στιγμές της έδινα κάνα φιλάκι στο λαιμό ή τα χείλη της για να την εξιτάρω και να της αποσπάσω την προσοχή. Το ξέρω πως την καύλωνα αλλά μου έκανε πως αντιστέκεται κι αυτό γιατί υποτίθεται πως κάτι συμβαίνει με κάποιον άλλο και… ξέρεις τώρα, μαλακίες. Έχω όμως τον τρόπο μου. Κάποια στιγμή μπαίνει η μάνα μου μέσα και μου φέρνει το τηλέφωνο. Ήταν ένας φίλος μου. Η Εβελίνα  κρατούσε ένα κουτάκι σόδα—παγωμένο ενώ εγώ έπινα κλασικά τις μπίρες μου. Ενώ μιλούσα, για να με πειράξει, ακούμπαγε το παγωμένο κουτάκι σόδα στην κοιλιά μου κι εγώ τσίτωνα. Ακούγοντας τη φωνή μου να αλλάζει διακυμάνσεις, ο φίλος μου, με ρωτάει: «τι έχουμε… γατούλα, γατούλα;». Ναι, του απαντάω και θέλει παιχνιδάκια… Μετά από λίγο κλείσαμε να με αφήσει με την γατούλα μου.

Εγώ λοιπόν που είχα φρεσκοξυρισμένα αρχίδια και κοντοκουρεμένο το πάνω μέρος του πούτσου μου, θέλησα να της το δείξω να μου πει αν της αρέσει έτσι. «όχι, όχι, δεν θέλω να το δω» μου λέει και γυρνάει από την άλλη μεριά. Στην ιδέα και μόνο, το μαρκούτσι μου είχε αρχίσει να καυλώνει πάλι. Μόλις λοιπόν γυρνάει να με ξανακοιτάξει εγώ κάνω να της το δείξω πάλι. «Κοίτα» της λέω, «δεν θέλω να σου δείξω τον πούτσο μου, το ξύρισμα μόνο να δεις, να μου πεις αν σου αρέσει» Κι έτσι κατεβάζω τη βερμούδα και της το δείχνω ενώ το γυρνάω από όλες τις μεριές για να καταλάβει πόσο το έχω ξυρίσει. Της αρέσει αλλά μου λέει πως στο πάνω μέρος θέλει περισσότερη τρίχα γιατί τονίζει την αρρενωπότητα μου.

Έχω καταστρώσει σχέδιο, αν και ξέρω πως με τους γονείς μου μέσα δύσκολα θα γίνει κάτι παραπάνω. Μπορούμε όμως να το διασκεδάσουμε μέχρι εκεί που μας παίρνει ή και λίγο παραπάνω… ότι κάτσει. Μετά βλέποντας την κιθάρα, της λέω «έλα να σε βγάλω μια φωτογραφία με την κιθάρα. Είναι μια morris που μοιάζει με κάποιο παλιό μοντέλο της Gibson και έχει το χρώμα του ξύλου—είναι πολύ όμορφη κιθάρα. Χρησιμοποιούμε το κινητό της για τη φωτογραφία γιατί δεν είναι εύκαιρη φωτογραφική μηχανή. Την τραβάω κάνα δύο φώτο με την κιθάρα και μετά της λέω να με τραβήξει αυτή, αλλά γυμνό με την κιθάρα. Πετάω λοιπόν τη βερμούδα μου και φοράω την κιθάρα στον ώμο. Ποζάρω έτσι με την κιθάρα να κρέμεται και στο τελείωμα της να περισσεύει ο ταυραντωμένος  και πάντα ορεξάτος πούτσος μου. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι αισθησιακή αυτή η εικόνα, αλλά μόλις την είδα, μου φάνηκε κάφρικη… Εγώ με άγριο ύφος, με τα γένια μου και τα μαλλιά κάτω, γυμνός, την κιθάρα και τον πούτσο μου να περισσεύει από κάτω, σα να λέω «όποια κι αν είσαι, τώρα “τη γάμησες!!!”»

Συνεχίσαμε να βγάζουμε φωτογραφίες. Μετά την προκάλεσα να βγάλει μόνο τον πούτσο μου για να δω πως φαίνεται έτσι ξυρισμένος στο φακό. Κανονικά σε στύση όπως πάντα, ποζάρω επιδεικτικά καμαρώνοντας για αυτό μου το μεγαλείο. Εκείνη δεν κρατιέται και μου κάνει επίθεση χουφτώνοντας μου τα αρχίδια και φιλώντας με καυλιάρικα στο στόμα. Γαμώτο, αν λείπανε οι γονείς μου θα την είχα γαμήσει, αλλά δεν μπορεί  να γίνει κάτι τέτοιο με τους γονείς μου μέσα. Δεν έχει σημασία, καλά περνάμε κι έτσι. Μετά άρχισα να χοροπηδάω εδώ κι εκεί και να φωνάζω:

«Είμαι σάτυρος και χορεύω γύρω σου με τα τραγίσια πόδια μου και την ψωλή μου πάντα καυλωμένη—σε προσκαλώ! Έλα στο χορό μου κι εσύ, και δεν θα χάσεις! Έλα! Έλα! Έλα!…».

Κι εκείνη να μου λέει πως έχω ξεφύγει αλλά να γουστάρει τρελά, κι εγώ να συνεχίζω να χοροπηδάω και να κάνω κατακόρυφους, σβούρες και ακροβατικά—να μη θέλω να ντυθώ με τίποτα! Την αγκάλιαζα, την φίλαγα κι ακουμπούσα το πέος μου πάνω της. Μου αρέσει πολύ να την τρελαίνω έτσι…

Τέλος πάντων, έπρεπε να φύγουμε κάποια στιγμή αφού, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες.

Εγώ είχα να πάω σε ένα φίλο για να βγούμε κι αυτή σπίτι της για ύπνο γιατί μου είχε έρθει πιωμένη από ούζα στην Πειραϊκή όπου είχε πάει με την παρέα της. Με πέταξε μέχρι το σπίτι του φίλου μου, με καληνύχτισε και μου υποσχέθηκε να μου στείλει τις φωτογραφίες που τραβήξαμε μέσω  e-mail.

Φτάνοντας στον φίλο μου με περίμενε ένα μεγάλο τσιγάρο με χασίς πρώτης ποιότητας. Το πίνουμε και ξεκινάμε να πάμε στο μαγαζί που δούλευε η κοπέλα του όπου εγώ συνεχίζω με μπίρες κι αυτός με ουίσκι. Ήμουνα κομμάτια—μεθυσμένος, γλυκά μαστουρωμένος και με κάτι απίστευτες καύλες. Τα είπαμε. Η κοπέλα του είναι από την Αγγλία και τον τελευταίο καιρό δεν τα πηγαίνανε και τόσο καλά. Τα είπαμε και με την κοπέλα του. Είναι και οι δυο εκκεντρικοί (όπως όλοι μας άλλωστε…) και γαμώ τα άτομα. Ήπια τις μπίρες μου και αποχώρισα, λιώμα για το σπίτι, σέρνοντας το σώμα μου μετά βίας ως την πιάτσα ταξί. Έφτασα σπίτι, έβαλα να δω μια τσόντα και μετά πέθανα στον ύπνο γυμνός όπως ήμουνα στο καναποκρέβατο με το χέρι μου να αγγίζει  το πιο ευαίσθητο σημείο του σώματος μου.

Οι γονείς μου θα φεύγανε το πρωί κι εγώ έπρεπε να προετοιμαστώ για την επόμενη μέρα που θα είχα το σπίτι ελεύθερο.  Δε θα μου τη γλίτωνε…

Μοιχάλης Μοίχος

*Από το βιβλίο «Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου»